CLAPS.gr

Get reAdy.

LITTLE RICHARD

NO 95

JOHN MAYALL

NO 96

DIRE STRAITS

NO 97

RORY GALLAGHERNO 98
STEELY DAN

NO 99

GUNS N' ROSES

NO 100

99 συν ΕΝΑ κορυφαία ονόματα της Ροκ και Ποπ μουσικής

99 plus ONE supreme and outstanding names of Rock and Pop music

JONI MITCHELL

NO 89

MUDDY WATERS

NO 90

CAN

NO 91

THE BANDNO 92
BUDDY HOLLY

NO 93

FATS DOMINO

NO 94

JAMES TAYLOR

NO 83

CROSBY,STILLS,NASH & YOUNG

NO 84

VAN DER GRAAF GENERATORNO 85
SIOUXSIE & THE BANSHEESNO 86
KING CRIMSON

NO 87

BUDDY GUY

NO 88

ALLMAN BROTHERSNO 77
IRON MAIDEN

NO 78

KINKSNO 79
CHARLIE PARKERNO 80
YES

NO 81

TRAFFIC

NO 82

CHUCK BERRYNO 71
JOHN COLTRANE

NO 72

DUKE ELLINGTONNO 73
ELVIS COSTELLO
NO 74
JEFFERSON AIRPLANENO 77
TALKING HEADSNO 76
NEIL YOUNGNO 65
PETER GABRIEL

NO 66

ROXY MUSICNO 67
MARVIN GAYE
NO 68
BRIAN ENONO 69
PUBLIC ENEMYNO 70
JERRY LEE LEWISNO 59
ELLA FITZGERALD

NO 60

VAN MORISSONNO 61
MADONNA
NO 62
PATTI SMITHNO 63
BEACH BOYSNO 64
JOHNNY CASHNO 53
BILLIE HOLIDAY

NO 54

PEARL JAMNO 55
RAY CHARLES
NO 56
KRAFTWERKNO 57
LOU REEDNO 58
WHONO 47
SIMON & CARFUNKELNO 48
MILES DAVISNO 49
B.B. KING
NO 50
IGGY POP & THE STOOGESNO 51
FRANK ZAPPANO 52
LEONARD COHENNO 41
ANIMALSNO 42
STEVIE WONDERNO 43
PRINCE
NO 44
SCORPIONSNO 45
RAMONESNO 46
JOY DIVISIONNO 35
THE CLASHNO 36
ARETHA FRANKLINNO 37
JETHRO TULL
NO 38
THE SMITHSNO 39
NICK CAVE AND THE BAD SEEDSNO 40
BRUCE SPRINGSTEENNO 29
RADIOHEADNO 30
JANIS JOPLINNO 31
SEX PISTOLS
NO 32
BEE GEESNO 33
MASSIVE ATTACKNO 34
DAVID BOWIENO 23
ELTON JOHNNO 24
THE CURENO 25
ERIC CLAPTON
NO 26
LOUIS ARMSTRONGNO 27
JAMES BROWNNO 28
R.E.M.NO 17
NIRVANANO 18
DEPECHE MODENO 19
AC/DC
NO 20
BLACK SABBATHNO 21
RED HOT CHILI PEPPERSNO 22
ABBANO 11
METALLICANO 12
BOB MARLEYNO 13
FRANK SINATRA
NO 14
BOB DYLANNO 15
  JIMMY HENDRIXNO 16
U2NO 5
ELVIS PRESLEYNO 6
THE DOORSNO 7
QUEEN
NO 8
LED ZEPPELINNO 9
  DEEP PURPLENO 10
ROLLING STONESNO 4
PINK FLOYDNO 3
MICHAEL JACKSONNO 2
NO 1

100 – GUNS N’ ROSES

Με οδηγό τον frontman και συνιδρυτή τον Alex Rose και τον Slash στις υπέροχες κιθάρες, έδωσαν νέα πνοή στο hard rock από τη στιγμή που σχηματίστηκαν στο Los Angeles της California το 1985. Hart rock και sex appeal. Σταθερή συνταγή επιτυχίας για μια μπάντα με μέλη ομορφόπαιδα που πριν καούν στο αλκοόλ σκέφτηκαν να κερδίσουν εκατομμύρια. Οι Guns N’ Roses έγιναν συγκρότημα το 1985. Και γνώριζαν τι ήθελαν από την πρώτη στιγμή της ζωής τους. Το να προβοκάρουν ήταν μια από τις προθέσεις τους. Για να τοκαταφέρουν πήραν κάτι από το αμετροεπές αλήτικο ναρκισσιστικό punk-rock των New York Dolls και κάτι από το “λαϊκό” ροκ των Aerosmith. Οι Roses με τον ένα ή τον άλλο τρόπο κυκλοφόρησαν έξι άλμπουμ με, συνολικές, πωλήσεις που ξεπερνούν τα 90 εκατομμύρια αντίτυπα.


With guide the front man and co-founder Alex Rose and Slash in the exquisite guitars, they gave a new breath to hard rock from the moment they were formed in Los Angeles in 1985. Hart rock and sex appeal. A steadfast success recipe for a band with handsome young men for members, who before they burn themselves in alcohol, they thought ofmaking millions. The Guns N’ Roses were formed to a group in 1985. And from the first moment of their life they knew what they wanted. Provoking was one of their intentions. In order to accomplish it they took something from the verbose vagrant narcissistic punk-rock of New York Dolls and something from the “folk” rock of Aerosmith. In one way or another, The Roses recorded six albums with, total, sales that exceed the 90 million copies.

99 – STEELY DAN

Σοφιστικέ μελωδίες, φωνητικές αρμονίες και ορχηστρικοί επίλογοι, σόλο του σαξοφώνου και περφεξιονιστική παραγωγή συνθέτουν τη μουσική ταυτότητα ενός ιστορικού συγκροτήματος. Αν δυσκολεύεσαι ν’ απαντήσεις στην ερώτηση: “Τι είναι fusion μουσική;” μπορείς να βάλεις ένα δίσκο τους. Θα κάνει όλη τη δουλειά χωρίς να βγάλεις λέξη. Οι Steely Dan αποθέωσαν το πάντρεμα της τζαζ με τη ροκ μουσική… και ό,τι άλλο μπορούν να χωρέσουν εντός τους οι δύο παραπάνω μουσικοί όροι. Δημιουργήθηκαν το 1972 στη Νέα Υόρκη. Σαν να μην πήραν ποτέ στα υπόψη τους όσα συνέβαιναν στη Δυτική Ακτή των Η.Π.Α. (το κίνημα των χίπις για παράδειγμα) σκαρφίστηκαν ένα ήχο που αποθέωνε τη δεξιοτεχνία των μουσικών και απομακρύνονταν από τη rock, αντικομφορμιστική, ρητορεία.


Sophisticated melodies, vocal harmonies and orchestral epilogues, saxophone solo and perfectionist production compose the musical identity of a historic group. If you have difficulty answering the question: “What is fusion music;” you can put one of their records. It will do the whole work without you uttering a word. The SteelyDan praised excessively the marriage of τζαζ with the rock music… and whatever else could take within them the two terms mentioned above. They were formed in 1972 in New York. Like they never knew all that was happening in the West Coast of the U.S.A. (the hippies movement, for example) they sketched a sound that was praising excessively the virtuosity of the musicians and was moving away from the rock, nonconformist, eloquence.

98 – RORY GALLAGHER ( 2/3/1948 - 14/6/1995 )

Αγαπημένος κιθαρίστας του ελληνικού κοινού και βασικός πρωταγωνιστής μιας δεκαετίας όπου το blues δεν είχε την ίδια τύχη με το punk και το new wave. Είναι ο Ιρλανδός κιθαρίστας και τραγουδιστής που ο ήχος του έζησε στην κόψη ανάμεσα στο blues και στο hard rock. Ο Rory Gallagher ήταν λευκός στο δέρμα και μαύρος στην ψυχή. Έφυγε από τη ζωή το 1995 σε ηλικία 47 ετών. Αν και δεν του το αναγνώρισαν ποτέ, ανήκει σ’ εκείνη τη γενιά μουσικών που τίμησαν το rock δόγμα “Ζήσε γρήγορα – Πέθανε νέος”. Αυτοκαταστροφικός. Ανέμελος. Ίσως καινοτόμος. Αθόρυβα, έκανε πωλήσεις που ξεπερνούν τα 30 εκατομμύρια άλμπουμς.


A beloved guitar player of the Greek audience and basic leading man of a decade where blues didn’t have the sane luck with the punk and the new wave. He is the Irish guitar player and singer that his sound lived at the cutting edge of a razor blade in blues and  hard rock. Rory Gallagher was white in the skin and black in the soul. He left from life in 1995 at the age of 47. Although they never acknowledged this to him, he belongs in that generation of musicians who honored the rock dogma: “Live fast – Die young”. Self-destructive. Carefree. Maybe innovative. Quietly, he was making sales that exceeded 30 million albums.

97 – DIRE STRAITS

Εμφανίστηκαν μέσα στο new wave τσουνάμι των ’80ς αλλά σύντομα η μαεστρία του Mark Knopfler έλαμψε σε πολύ ευρύτερα πλαίσια, φέρνοντάς τους στην κορυφή. Επιτυχία πάνω στο πτώμα της βρετανικής punk-rock έκρηξης στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Οι Straits, το μουσικό όχημα του τραγουδιστή και κιθαρίστα Mark Knopfler, έγιναν διάσημοι κάνοντας ακριβώς το αντίθετο από το μουσικό δόγμα μιας εποχής που ήθελε στο rock να βασιλεύει ο αυθορμητισμός, έστω και ημιθανών, μουσικών και όχι η τεχνική κατάρτιση. Ο Knopfler ήταν αρκετά καλός κιθαρίστας γιανα κάψει το ταλέντο του σε κομμάτια των δύο ακομπανιαμέντων. Τελικά το συγκρότημά του στη διάρκεια της δεκαετίας του ’80 έγινε πλατινένιο σε Ευρώπη και Αμερική.


They appeared within the new wave tsunami of the ’80s but soon the mastery of Mark Knopfler shined in much more broader bounds, bringing them to the top. Success over the corpse of British punk-rock explosion towards the end of the decade of the ’70s. The Straits, the musical vehicle of the singer and guitar player Mark Knopfler, became famous by doing exactly the opposite from what the music dogma was in an era that wanted the spontaneity to reign in rock, even and half dead, musician and not the technical training. Knopfler was a good enough guitar player in order to burn his talent in pieces of two accompaniments. Eventually his group during the decade of the ’80s became platinum in Europe and in America.

95 – LITTLE RICHARD

Από τις σπουδαίες μορφές του rock n roll, ανακάτεψε το gospel με το R&B της ΝέαςΟρλεάνης και συνόδεψε το αποτέλεσμα με ένα πιάνο σχεδόν έτοιμο να εκραγεί. Με μια φωνή σπινθηροβόλα, με εκστατικούς λαρυγγισμούς, εκρηκτική μουσική και χαρισματική περσόνα, ο Little Richard άσκησε επιρροή στη soul, ενώ κομμάτια του θεωρούνται από τα πιο κλασικά του rock ρεπερτορίου. Υπεύθυνος για τη μετάλλαξη του R&B σε rock n roll, υπήρξε είδωλο για πολλούς καλλιτέχνες, όπως τον James Brown, τον Paul McCartney ή τον Ottis Redding. Τα τραγούδια του, πάντως, όπως το “Good Golly”, “Miss Molly” και το “Tutti Frutti”, γεμάτα ουρλιαχτά και ενέργεια, σε διατάζουν να χορέψεις.


One of the most significant images of rock n roll, he blended the gospel with the R&B of New Orleans and accompanied the result with a piano that was ready to explode. With a sparking voice, with ecstatic trills, with an explosive music and a charismatic persona, Little Richard exerted influence in the soul, while some of his pieces are considered as some of the most classic of rock’s repertoire. Responsible for the transformationof R&B to rock n roll, he was an idol for many artists, like James Brown, Paul McCartney or Ottis Redding. His songs, in any case, like “Good Golly”, “Miss Molly” and “Tutti Frutti”, full of screaming and energy, command you to dance.

96 – JOHN MAYALL

Μαζί με τους Bluesbreakers είναι υπεύθυνος για την ίδρυση της σχολής του βρετανικού blues, το οποίο γαλούχησε ένα πλήθος από σημαντικούς μουσικούς, μεταξύ άλλων και τον Mick Taylor των Stones. Ο 76χρονος σήμερα “παππούς του βρετανικού blues” υπήρξε πρωτοπόρος του είδους του στη δεκαετία του ’60. Multi-οργανίστας (παίζει κιθάρα, φυσαρμόνικα, πλήκτρα και κρουστά), ίδρυσε τους θρυλικούς Bluesbreakers στους οποίους θήτευσαν κιθαρίστες όπως ο Eric Clapton και ο Mick Taylor, διέδωσε την blues μουσική στην ευρωπαϊκή ήπειρο και ο διψήφιος αριθμός δίσκων του επηρέασε bluesmen από τον Peter Green μέχρι πιο σύγχρονους, όπως ο Walter Trout.


Together with the Bluesbreakers he is responsible for the founding of the school of British blues, which breast-fed a large number of significant musicians,  Mick Taylor of the Stones among them. The 76 years old today “grandfather of the British blues” was a pioneer of his kind in the decade of the ’60s. Multi-organist (he plays guitar, harmonica, keys and percussions), he formed the legendary Bluesbreakers with whom  professionally guitar players like Eric Clapton and Mick Taylor engaged, spread the blues music in the European continent and the double-digit in sales of his records affected bluesmen from Peter Green up to more modern, like Walter Trout.

94 – FATS DOMINO ( 26/2/1928 - 24/10/2017 )

Γεννημένος σε έναν τόπο που είναι ταυτισμένος με τη μουσική, τη Νέα Ορλεάνη, ο Fats Domino ήξερε πως για να διεκδικήσει μια θέση στην ιστορία έπρεπε να δημιουργήσει το δικό του μουσικό στίγμα. Δεν θέλει να φύγει από τη ζωή. Είναι “μόλις” 81 ετών. Είναι η “ψυχή” της rock n rollμεριάς της Νέας Ορλεάνης. Ο Fats Domino κατάφερε να ζήσει μια ζωή εντός της μουσικής χωρίς να χάσει κάτι απόν την ψυχή του. Ο Domino, που θεωρήθηκε νεκρός όταν ξέσπασε ο τυφώνας Καντίνα στη Νέα Ορλεάνη, είναι η εξευγενισμένη πλευρά του blues. Στα hits που “πρωταγωνίστηκε” ο πιανίστας και ερμηνευτής μ’ αυτό το σχεδόν αστείο όνομα μπορούσες ν’ ακούσεις μια φωνή γεμάτη γενναιοδωρία.


Born in a place that was identified with the music, in New Orleans, Fats Domino knewthat if he was going to claim a place in history he would have to create his own musical stigma. He doesn’t want to leave life. He is “just” 81 years old. He is the “soul” of rock n roll side of New Orleans. Fats Domino managed to live a life inside the music without losing something from his soul. Domino, who was considered dead when the typhoonKatrina hit the New Orleans, is the ennoblement side of blues. In the hits that he “played a leading part” the pianist and performer with this almost funny name you could hear a voice full of generosity.

93 – BUDDY HOLLY ( 7/9/1936 - 3/2/1959 )

Αν αναλογιστεί κανείς τα χρόνια της καριέρας του, μόλις δύο, και την αναγνωρισμένη επιρροή του σε δεκάδες συγκροτήματα, τότε ο Buddy Holly διεκδικείτον τίτλο του πιο επιδραστικού καλλιτέχνη του rock n roll. Φινέτσα nerd. Φορούσε γυαλιά με βαρύ σκελετό που “μέσα” τους ζούσε βλέμμα μελαγχολικό. Στη σκηνή μετρημένος. “Απαλά” κυνικός. Σημαντικός για τη γέννηση του rock n roll όσο ο Elvis. Ο Buddy Holly είχε τραγικό τέλος. Έφυγε τη στιγμή που δεν έπρεπε, το 1959, σε ηλικία 22 ετών σε αεροπορικό δυστύχημα. Η επιτυχία του ήταν στιγμιαία. Ταυτόχρονα αφάνταστα σημαντική. Το 1957 έκανε το πρώτο του χιτ. Το “That’ll Be the Day” έφτασε στην πρώτη θέση του βρετανικού chart και στη δεύτερη εκείνου των Η.Π.Α. Μια γενιά συγκροτημάτων σαν τους Beatles, τους Beach Boys, τους Rolling Stones τον αναφέρουν ως επιρροή τους. Σκεφτείτε το, ο Holly (που ο Elvis Costello του χρωστά το στυλ του) κατάφερε στην μόλις δύο ετών καριέρατου να γίνει καλλιτέχνης αναφοράς για μια ολόκληρη φουρνιά καλλιτεχνών της rock μουσικής.


If someone thinks the years of his career, just two, and his renowned influence in tens of groups, then Buddy Holly claims the title of the most influential rock n roll artist. Finesse nerd. Wearing glasses with a heavy frame that “inside” them existed a melancholic look. On the stage he was moderate. “Softly” cynical. Significant for the birth of rock n roll just as much as Elvis. Buddy Holly had a tragic end. He left the moment that he shouldn’t, in 1959, at the age of 22 in an airplane accident. His success was momentarily. At the same time incredibly important. In 1957 he made his first hit. The “That’ll Be the Day” reached the first place of the British chart and the second at the equivalent of the U.S.A. A generation of group like the Beatles, the Beach Boys and the Rolling Stones speak of him as their influence. Think about it, Holly (to whom Elvis Costello owes his style) managed in his carrier of just two years to become an artist of reference for a whole batch of artists of the rock music.

92 – THE BAND

Η παρακαταθήκη τους, ένα μείγμα country μουσικής, κιθαριστικού rock και μαύρων επιρροών, συγκαταλέγεται σήμερα ανάμεσα στις σημαντικότερες στιγμές της μουσικής. Μοναδική περίπτωση rock κολεκτίβας στην ιστορία, οι The Band υπήρξαν δημιουργήματα τεσσάρων Καναδών (Robbie Robertson, Richard Manuel, Garth Hudson, Rick Danko) και ενός Αμερικάνου (Levon Helm). Ήταν το γκρουπ του συνόδευσε τον Bob Dylan στο πέρασμά του από τη folk στην ηλεκτρική του περίοδο. Το τελευταίο τους κονσέρτο, το 1976, κινηματογραφήθηκε από τον Μάρτιν Σκορσέζε με τον τίτλο “The Last Waltz” για να μείνει στην ιστορία ως ένα από τα κορυφαία μουσικά ντοκιμαντέρ όλων των εποχών. Από το 1983 μέχρι και το 1999, οι The Band ενώθηκαν ξανά για μια σειρά εμφανίσεων, τελειώνοντας οριστικά την καριέρα τους το 1996, τη χρονιά της 3οής επετείου από την ίδρυσή τους.


Their heritage, a mixture of country music, guitar playing rock and black influences,is numbered today amongst the most significant moments of music. A unique case of rock collectiveness in history, The Band were a creations of four Canadians (Robbie Robertson, Richard Manuel, Garth Hudson, Rick Danko) and of one American (Levon Helm). It was the group that accompanied Bob Dylan in his passing from folk to the electric period. Their last concert, in 1976, was filmed by Martin Scorsese with the title “The Last Waltz” and to remain in history as one of the most supreme musical documentary of all times. From 1983 up to 1999, The Band joined together again for a series of appearances, finishing for good their career in 1996, the year of their 30th anniversary since their founding.

91 – CAN

Η επιδεξιότητα, το θάρρος και η τόλμη τους έφεραν στην κορυφή του Krautrock, του γερμανικού κινήματος στη δεκαετία του ’70 που δίκαια θεωρείται από τα πιο σημαντικά βήματα στη rock. Χωρίς την Krautrock, μουσικό κίνημα που γεννήθηκε στην τότε Δ. Γερμανία, στα τέλη των ’60ς, η funk θα ήταν απλά μουσική διασκέδασης (ίσως και διαμαρτυρίας). Το rock είδος ήχου που οι κιθαρίστες θα σόλαραν ασταμάτητα χωρίς λόγο. Ίσως ο ήχος ambient να μην υπήρχε. Όπως και αν το δεις οι Can κατάφεραν επενδύοντας στον μινιμαλισμό να δώσουν στο rock της εποχής την ατμοσφαιρικότητα που του έλειπε. Οι ίδιοι δήλωναν πως η μουσική τους είναι αποτέλεσμα της ελευθερίας που έχει μια ομάδα μουσικών όταν τζαμάρει αυθόρμητα στο στούντιο εξελίσσοντας μία ιδέα. Οι Can έβαλαν τα θεμέλια για ήχους όπως το techno, η electronica, το υπνωτικό funk. Αν απουσίαζαν δεν θέλω να φανταστώ πού θα μπορούσε να έχει οδηγηθεί η σύγχρονη μουσική.


Their skill, their courage and their boldness brought them at the top of Krautrock, the German movement in the ’70s which rightly is consider as one of most significant steps in rock. Without Krautrock, the musical movement that was born then in West Germany, towards the end of the ’60s, funk would simply be entertaining music (and maybe for protest). The rock kind of sound that the guitar prayers would play continuously solo without a reason. Probably the ambient sound wouldn’t exist. No matter how you see it the Can by investing in minimalism managed to give to the rock of that time the atmosphere that it was missing. They stated that their music was the result of the freedom that a group of musician has when it impulsively jams in the studio when developing an idea. The Can laid the foundations for sounds like techno, electronica, hypnotic funk. If they were absent, I wouldn’t like to imagine where modern music could have been lead.

90 – MUDDY WATERS ( 4/4/1913 - 30/4/1983 )

Ο πατέρας του Chicago blues, μια σημαντική πηγή έμπνευσης για όλους και ειδικότερα για όλους τους Βρετανούς που μελετούσαν ή σπούδαζαν την αμερικανική δεξιοτεχνία στην κιθάρα. Στον ήχο του “κλειδώνει” όλη η μεταπολεμική σκηνή των Chicago blues και εμβαπτίζεται η ουσία της rhythm n blues, rock n roll, hip hop και pop μουσική. Γνήσιο παιδί του Δέλτα του Μισισιπή –που αρεσκόταν στο να παίζει με τη λάσπη– ο Muddy Waters ξαναχάραξε, από τα τέλη των ’40ς, με τα στομφώδη φωνητικά του, την επιθετική κιθάρα του και την εκφραστική φυσαρμόνικα την ιστορία των blues. Τα blues classics “Hoochie Coochie Man”, “I just want to make love to you” και “I’m a Man”, ηχογραφημένα στη θρυλική “Chess Records”, συγκαταλέγονται στα πιο “αρρενωπά” κομμάτια στην ιστορία της δισκογραφίας.


The father of Chicago’s blues, a significant fountain of inspiration for all and especially for all the British who were considering or studying the American virtuosity of the guitar. In his sound he “locks” the whole postwar scene of Chicago’s blues and immerses the substance of rhythm n blues, rock n roll, hip hop and pop music. Authentic child of Mississippi’s Delta –who was taking pleasure in playing with the mud– Muddy Waters inscribed again, since the end of the ’40s, with his pompous vocals, his aggressive guitar and the expressive harmonica the history of blues. The blues classics “Hoochie Coochie Man”, “I just want to make love to you” and “I’m a Man”, recorded with the legendary “Chess Records”, are amongst the most “masculine” pieces in the history of discography.

89 – JONI MITCHELL

Το Rolling Stone την έχει αποκαλέσει μια από τις μεγαλύτερες συνθέτριες όλων τωνεποχών. Ξεκίνησε από μικρά clubs στον Καναδά και σύντομα οι εύθραυστες μπαλάντες της άγγιξαν τους πάντες. Ασυμβίβαστη όσο λίγες γυναίκες της μουσικής βιομηχανίας, η Joni Mitchell υπήρξεκάτι περισσότερο από την πιο σημαντική και επιδραστική τραγουδοποιό του 20ου αιώνα. Η μουσική της θα στεκόταν προπομπός των ηχητικών πειραματισμών που θα κυριαρχούσαν στις δεκαετίες του ’80 και του ’90, διασχίζοντας με δημιουργική προσήλωση το folk, την jazz, την pop, ακόμη και τις μουσικές του κόσμου. Το άλμπουμ της “Blue” που κυκλοφόρησε το 1971, παραμένει ακόμη και σήμερα η στιγμή που ο κόσμος κατάλαβε τι ακριβώς έκρυβε μέσα της αυτή η ψηλόλιγνη Καναδέζα με την εύθραυστη φωνή. Και επίσης παραμένει ένας από τους πιο σημαντικούς δίσκους του 20ου αιώνα.


The Rolling Stone magazine had called her one of the greater composers of all times. She started from small clubs in Canada and soon her delicate ballads touched everybody. Uncompromised as few women of the music industry, Joni Mitchell was something more than the most important and affective songwriter of the 20th century. Her musicwould stand as the forerunner of the sound experimentations that would dominate inthe decades of the ’80s and ’90, crossing with creative devotion folk, jazz, pop, even the musics of the world. Her album “Blue”, which she recorded in 1971, remains even up to today the moment that the world understood what exactly was hiding inside her this gangling Canadian with the fragile voice. And it also remains as one of the most important records of the 20th century.

88 – BUDDY GUY

Ο βασιλιάς των blues του Σικάγου. Η επιφορτισμένη με ενέργεια κιθάρα του έχει αποτελέσει έμπνευση για μουσικούς όπως ο Eric Clapton, ο Jimi Hendrix και ο Jimmy Page. Τα πράγματα για τον Buddy Guy ήταν δύσκολα στην αρχή. Ύστερα, όμως, ηχογράφησε τρία άλμπουμς με τη Silverstone στη δεκαετία του ’90, τα οποία κέρδισαν βραβεία Grammy. Στη σκηνή εξιτάρει τους φαν του, κάνοντας κόλπα: παίζει κιθάρα με τις μπαγκέτες των ντραμς, ή κάνει σόλο και παράλληλα βόλτες ανάμεσα στο κοινό. Όσο για τα blues, δηλώνει ότι “θα σε κάνουν να γελάσεις αν είσαι χαρούμενος ή να κλάψεις αν είσαι λυπημένος, αφού σου διηγούνται τα γεγονότα της ζωής”.


The king of Chicago’s blues. His charged with energy guitar has become an inspiration for musicians like Eric Clapton, Jimi Hendrix and Jimmy Page. The things were difficult in the beginning for Buddy Guy. But later, he recorded three albums with Silverstone, in the decade of the ’90s, which won Grammy awards. On stage he excites his fans, by doing tricks: playing guitar with the drum-sticks, or doing a solo and at the same time walking amongst the audience. As for the blues, he states that “it will make you laugh if you are happy or to cry if you are sad, because it tells you the facts of life”.

87 – KING CRIMSON

Βασικοί ιδρυτές του progressive rock, οι King Crimson ενσωμάτωσαν στον ήχο τουςένα μεγάλο φάσμα επιρροών, από jazz μέχρι ψυχεδελικό rock και gamelan. To Βρετανικό γκρουπ που γεννήθηκε το 1969 από τον κιθαρίστα Robert Fripp και τον ντράμερ Michael Giles, αν και δεν συμβιβάστηκε με τους κανόνες της μουσικής βιομηχανίας, απέκτησε πολλούς φανατικούς οπαδούς. Το πρώτο άλμπουμ τους, “In the Court of the Crimson King”, θεωρείται ορόσημο του progressive rock. Οι μεγάλης διάρκειας ψυχεδελικές συνθέσεις τους, όπως το χαρακτηριστικό “21st Century Schizoid Man”, αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για πολλά μεταγενέστερα γκρουπς όπωςοι Tool.


Basic founders of the progressive rock, the King Crimson incorporated into their sound a large spectrum of influences, from jazz up to psychedelic rock and gamelan. The British group that was born in 1969 by the guitar player Robert Fripp and the drummer Michael Giles, although it never compromised with the rules of the industryof music, acquired many fanatical fans. Their first album, “In the Court of the Crimson King”, is considered a landmark of progressive rock. Their long psychedelic compositions, like the characteristic “21st Century Schizoid Man”, constituted a fountain of inspiration for many subsequent groups like the Tool.

86 – SIOUXSIE & THE BANSHEES

Έγιναν η αφετηρία για την εμφάνιση του gothic rock και η μήτρα για τη γέννηση ενός ολόκληρου μουσικού κινήματος με προστάτες τους Cure. Γέννημα-θρέμμα του βρετανικού punk οι Siouxsie & The Banshees, το γκρουπ που σχημάτισαν το 1976 η τραγουδίστρια Siouxsie Sioux και ο μπασίστας Stiven Severin έζησαν δόξες, με τους Cure να ξεκινούν την καριέρα τους ανοίγοντας τις συναυλίες τους. Ιέρεια των απανταχού ξωτικών, η Siouxsie θα συνέχιζε την προσωπική της διαδρομή ακόμη και μετά τη διάλυση του γκρουπ, το 1996, επηρεάζοντας καθοριστικά όποια γυναικεία φωνή προσπάθησε να αγγίξει έστω και αμυδρά τη μοναδική στην ιστορία της μουσικής ιδιοσυγκρασία της.


They became the starting point for the appearance of gothic rock and the womb for the birth of a new musical movement with the Cure as protectors. Born and bred of British punk the Siouxsie & The Banshees, the group that was formed in 1976 the female singer Siouxsie Sioux and the bass player Stiven Severin experienced glories, with the Cure beginning their career by opening their concerts. Priestess of elves everywhere, Siouxsie would continue her personal course even afterthe breaking up of the group, in 1996, affecting decisively whichever female voice tried to touch even indiscernibly the unique story of her musical temperament.

85 – VAN DER GRAAF GENERATOR

Η υπογραφή τους στο progressive rock κεφάλαιο ήταν ο συνδυασμός της φωνής του Peter Hamill με τα σαξόφωνα του David Jackson. Η βρετανική progressive μπάντα που δημιούργησε ο “ένθεος” Peter Hammill το 1967, άφησε εποχή με της μεγαλύτερης διάρκειας συνθέσεις, οι οποίες εκτός από την ποιητική φλέβα του Hammill, αποτέλεσαν και ένα ιδανικό πεδίο μουσικής έκφρασης και ηχο-αισθητικής αναζήτησης (από την ευφωνία ως την κακοφωνία) για τα μέλη του γκρουπ, όπως ο σαξοφωνίστας David Jackson, ο αναπάντεχος ντράμερ Guy Evans, ο οργανίστας Hugh Banton και κατά καιρούς ο κιθαρίστας των King, Robert Fripp.


Their signature on the chapter of progressive rock was the combination of the voice of Peter Hamill with the saxophones of David Jackson. The British progressive band that was created by the “God inspired” Peter Hammill in 1967, made history with the long duration compositions, which besides Hammill’s poetic vain, constituted also an ideal field of musical expression and sound-esthetic search (from the euphony up to cacophony) for the members of the group, like the saxophone player David Jackson, the unexpected drummer Guy Evans, the organ player Hugh Banton and at times the guitar player of the King, Robert Fripp.

84 – CROSBY, STILLS, NASH & YOUNG

Σημαιοφόροι του αντι-πολεμικού κινήματος του ’60, η επιρροή των CSN&Y τόσο στη μουσική όσο και στην κουλτούρα ήταν τεράστια. Η ιδιοφυής μουσική συνεργασία των David Crosby, Stephen Stills, Graham Nash και Neil Young είχε σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός από τα πιο επιτυχημένα γκρουπ των ’60ς και ’70ς, που με το ηχητικό κοκτέιλ από ακουστική folk, μελωδική pop και hard rock, κατέκτησε τα charts και μάγεψε το Woodstock. Τα τραγούδια τους ήταν καθρέφτες της αντι-κουλτούρας της δεκαετίας του ’60, ενώ οι ίδιοι χαρακτηρίζονταν από τον πολιτικό ακτιβισμό τους.


Flag bearers of the anti-war movement of the ’60s, the influence of CSN&Y in musicand also in culture was enormous. The musical genius co-operation of David Crosby, Stephen Stills, Graham Nash and Neil Young had as a result the creation of one of the most successful groups of the ’60s and ’70s, which with a sound cocktail from acoustic folk, melodious pop and hard rock, captivated the charts and fascinated Woodstock. Their songs were mirrors of the anti-culture of the decade of the ’60s, while they were characterized by their political activism.

83 – JAMES TAYLOR

Οι ποιητικές ροκ μπαλάντες του, ένα μείγμα από blues, folk, jazz και country, είναι η μουσική επένδυση μιας τρυφερής Αμερικής, εκείνης που τον αγάπησε για την ευαισθησία της μουσικής του. Οι απλές, γλυκές μελωδίες τραγουδιών όπως το “Fire and Rain” και το “Carolina on my mind” και ο τρόπος με τον οποίο ερμήνευσε τραγούδια όπως το “You ‘ve got a friend” της Carole King, τον κατέταξαν στους πιο αγαπημένους καλλιτέχνες της Αμερικής. Με δεκάδες βραβεία και συνεργασίες με κορυφαία ονόματα ο James Taylor, στα 61 του, συνεχίζει ακάθεκτος. Με τα νεανικά του χρόνια σημαδεμένα από την κατάθλιψη και την ηρωίνη είναι πάντα “σαν ένα παιδί που κάθεται μόνο του στο κρεβάτι και τραγουδάει τους μοναχικούς, εσωτερικούς του μονόλογους”.


His poetic rock ballads, a mixture of blues, folk, jazz and country is the musical investment of a tender America, the one who loved him for the sensitivity of his music. The simple, sweet melodies of songs like the “Fire and Rain” and the “Carolina on my mind” and the way he performed songs like the “You‘ve got a friend” of Carole King, classified him amongst the most beloved artists of America. With tenths of awards and co-operations with outstanding names like James Taylor, at the age of 61,he continues impetuous. Marked in his young age by depression and heroin, he is always “like a child who sits alone in bead and sings his lonely inward monologues”.

82 – TRAFFIC

Οι Traffic αποτελούν την εκδίκηση της βρετανικής περιφέρειας, αποδεικνύοντας ότι το σπουδαίο rock δεν δημιουργείται αποκλειστικά και μόνο στο Λονδίνο. Οι Traffic σχηματίστηκαν από τους Capaldi (πέθανε το 2005), Dave Mason, Steve Winwood και Chris Wood (πέθανε το 1983). Ο πιο δημοφιλής από τα τέσσερα μέλη του συγκροτήματος ήταν ο Steve Winwood που ξεκίνησε να κάνει μουσική από τα 15 του. Το συγκρότημα έδρασε σε μια εποχή πολύ πρόσφορη για αλλαγές στη rock μουσική: τα τέλη της δεκαετίας του ’60. Τότε ηχογράφησαν το υλικό για τα “Dear Mr.Fantasy” και “Traffic” που έγιναν γνωστά από τους πιο σημαντικούς δίσκους των ’60ς.


The Traffic makes up the revenge of the British region, proving that the significant rock is not created exclusively and only in London. The Traffic was formed by Capaldi (died in 2005), Dave Mason, Steve Winwood andChris Wood (died in 1983). The most popular of the four members of the group, was Steve Winwood, who started making music at the age of 15. The group became active at a time that was very appropriate for changes in the rock music: towards the end of the decade of the ’60s. It was then that they recorded material for the “Dear Mr. Fantasy” and “Traffic”, which became known as one of the most significant records ofthe ’60s.

81 – YES

Οι Yes σφράγισαν με τον ήχο τους τη δεκαετία του ’70. Και έμειναν στο πάνθεον του rock n roll αναμειγνύοντας την τεχνολογία με την κλασική μουσική. Ένα από τα χαρακτηριστικά του ήχου των Yes ήταν η μεγάλη διάρκεια των κομματιών τους, κατά τη διάρκεια των οποίων τα μέλη του συγκροτήματος έκαναν επίδειξη της μαεστρίας τους πάνω στο όργανο που έπαιζε ο καθένας. Σε αυτόν τον εμβληματικό ήχο των Yes, οφείλουμε να προσθέσουμε τα φωνητικά του Jon Anderson που σήμερα έχει αντικατασταθεί από τον Καναδό τραγουδιστή του progressive rock Benoit David.


The Yes stamped with their sound the decade of the ’70s. And they remained in the pantheon of rock n roll by blending the technology with the classical music. One of the characteristics of Yes’ sound was the long duration of their pieces, duringwhich the members of the group were exhibiting their mastery on the instruments that each one played. To this emblematic sound of Yes’, we must add the vocals of Jon Anderson who today has been replaced by the Canadian progressive rock singer Benoit David.

80 – CHARLIE PARKER ( 29/8/1920 - 12/3/1955 )

Μουσική ιδιοφυΐα, συνθέτης και βιρτουόζος σολίστας που επηρέασε και καθόρισε τις βάσεις της jazz με τις μελωδικές γραμμές του, τις μοναδικές εκτελέσεις του και τους αυτοσχεδιασμούς του. Η ταραγμένη ζωή του έγινε ταινία από τον Κλιν Ίστγουντ (“Bird”) και τα κομμάτια του jazz standards. Ο εθισμός του στα ναρκωτικά του στοίχισε τη ζωή σε ηλικία 34 ετών, όμως ο Charlie “Bird” Parker, υπήρξε μια σπάνια μουσική διάνοια ανάλογη τωνLouis Armstrong, Duke Ellington και Dizzy Gillespie. Συνθέτης και βιρτουόζος άλτο σαξοφωνίστας, όρισε στα ’50ς, το jazz ιδίωμα της be-bop jazz, εκτοξεύοντας με γρήγορα tempos τους καυτούς αυτοσχεδιασμούς του καταπάνω στην αιωνιότητα.


Music genius, composer and virtuoso soloist who influenced and defined the basis of jazz with his melodious lines, his unique performances and his improvisations. His troubled life became a movie by Clint Eastwood (“Bird”) and the pieces of jazz standards. His addiction with drugs cost him his life at the age of 34, however, Charlie “Bird” Parker, was an unusual music genius equal to Louis Armstrong, Duke Ellington and Dizzy Gillespie. Composer and virtuoso alto saxophonist, set in the ’50s, the jazz characteristic of be-bop jazz, launching with fast tempos his burning hotimprovisations right up to the eternity.

79 – KINKS

Μια από τις πιο σημαντικές μπάντες της βρετανικής σκηνής των ’60ς που με τη σειρά του επηρέασαν πολλά από τα συγκροτήματα των επόμενων γενιών, από τους Jam μέχρι τους Oasis. Οι Mods τους λατρεύουν. Θεωρούν το “You Really Got Me” των Kinks δικό τους τραγούδι. Εντάξει, μπορεί να μην έχει το μεγαλείο του “My Generation” των The Who, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως το τόσο πετυχημένο κομμάτι με τα χαρακτηριστικά ακόρντα δεν τους στέλνει στο κέντρο της πίστας. Οι Kinks είχαν χαρακτηριστικά που τους έκαναν απαραίτητους στις rock γενιές των ’60ς και ’70ς. Ο αρρενωπός τραγουδιστής τους Ray Davies ήταν βασικός δότης σεξ απίλ για εκείνους τους τινέιτζερς που αν και έβλεπαν τη rock ως μέσο εκτόνωσης δεν θα ήθελαν να φορούν τρύπια, βρώμικα τζιν.


One of the most significant bands of the British stage of the ’60s which in his turn affected many of the groups of the next generations, from the Jam up to the Oasis. The Mods adore them. They consider the “You Really Got Me” of the Kinks their own song. Ok, it may not have the grandeur of “My Generation” of The Who, but that doesn’t mean that the so successful piece with the characteristic accords does not send them to the center of the stage. The Kinks had characteristics that made them essential to the rock generations of the ’60s and ’70s. Their manly singer Ray Davies was basic a giver of sex appeal for those teenagers, who although they were seeing therock music as a means of defusing, they wouldn’t like to wear dirty jeans with holes.

78 – IRON MAIDEN

Ξεκίνησαν με εμφανή προβλήματα στην επιλογή ρούχων και κομμώσεων, κατάφεραν, όμως, να δημιουργήσουν το μεγαλύτερο κύμα που έφερε το βρετανικό heavy metal έξω από τα όρια του νησιού. Ηγέτες του νέου κύματος του βρετανικού metal, οι Iron Maiden άρχισαν να κερδίζουν δημοσιότητα στα μέσα των ’80ς πριν γίνουν ένα από τα πιο γνωστά συγκροτήματα του είδους, πριν κυκλοφορήσουν μερικά από τα πιο εμβληματικά άλμπουμς της ιστορίας –“The Number Of The Beast” (1982), “Seventh Son Of A Seventh Son” (1988)– και αγγίξουν τα 100 εκατομμύρια αντίτυπα σε πωλήσεις παγκοσμίως. Οι αλλαγές στη σύνθεσή τους και η μόδα του heavy metal που έδειξε να φθίνει στα ’00,ς, δεν εμπόδισε τους Maiden να μετρούν μέχρι και σήμερα 2.000 ζωντανές εμφανίσεις σε όλο τον κόσμο.


They started with obvious problems in their choice of clothing and hair styling, but they managed to create the largest wave that brought the British heavy metal outside the bounds of the island. Leaders of the new wave of British metal, the Iron Maiden starting gaining publicity in the middle of the ’80s before they become one of the most well-known groups of this kind, before they record some of the most emblematic albums in the history –“The Number Of The Beast” (1982), “Seventh Son Of A Seventh Son” (1988)– and touched 100 million copies in sales worldwide. The changes in their composition and the trend of heavy metal that started to decline in the ’00s, didn’t hinder Maiden to count up to this day 2.000 live appearances in the whole world.

77 – ALLMAN BROTHERS

Στις αρχές των ’70ς το περιοδικό Rolling Stone τους χαρακτήρισε ως το καλύτερο πράγμα που συνέβαινε στο rock n roll, ενώ το 2004 τους τοποθέτησε στην 52η θέση των 100 μεγαλύτερων καλλιτεχνών. Η διαδρομή του γκρουπ, που το 1971 ψηφίστηκε από το Rolling Stone ως η “πιο καταραμένα σπουδαία rock n roll μπάντα των τελευταίων πέντε χρόνων”, υπήρξε τόσο εκρηκτική όσο και η μουσική τους, ένα μείγμα καθαρού ροκ του Νότου με αναφορές στα μπλουζ και στο hard rock. Με έντεκα χρυσούς και πέντε πλατινένιους δίσκους από το 1971 μέχρι και το 2005, τα “αδέλφια Allman” κατάφεραν να φτάσουν στην κορυφή, να χαθούν από το προσκήνιο και να ξαναγεννηθούν μέσα από τις στάχτες τους συνεχίζοντας να ηχογραφούν και να περιοδεύουν μέχρι και σήμερα.


In the beginning of the ’70s the Rolling Stone magazine characterized them as the best thing that was happening to rock n roll, while in 2004 in placed them in the 52nd place of the 100 greatest artists. The course of the group, that in 1971 was voted by Rolling Stone as the “most damned important rock n roll band of the last five years”, was just as explosive as their music, a mixture of pure southern rock with references to blues and to hard rock. With eleven gold and five platinum records from 1971 and and 2005, the “Allman brothers” managed to reach the top, to vanish from the spotlight and to beborn again from within their ashes by continuing recording and keeping on going on tours till today.

76 – TALKING HEADS

Κατάφεραν, χρησιμοποιώντας τα όργανα του rock να ξεπεράσουν το ίδιο το rock φτάνοντας κατευθείαν στην πηγή της μουσικής, το ρυθμό και τη δόνηση. Στα τέλη των ’70ς, την εποχή του ατέρμονου progressive ήχου, οι “Talking Heads” έφεραν μια νέα –επαναστατική– πνοή: Οι κοφτές συνθέσεις που έμπλεκαν mod ακούσματα με νεανικές χορευτικές τάσεις (disco ή, ακόμη, μουσικές του κόσμου) και οι σκωπτικοί στίχοι του David Byrne, που μιλούσαν για ψυχικά ασταθείς χαρακτήρες (“Psycho Killer”) μέχρι μεσοαστικές κρίσεις ταυτότητας (“Once in a Lifetime”), καλλιέργησαν το νέο –ακομπλεξάριστο– πρότυπο ακροατή: Τον σκεπτόμενο ροκά.


They managed, by using the instruments of rock, to surpass rock itself going straight to the fountain of music, the rhythm and the vibration. Towards the end of the ’70s, the time of the endless progressive sound, the “Talking Heads” brought a new –revolutionary– breath: The abrupt compositions that were weaving mod hearings with tendencies of youthful dancing (disco or, yet, musics of the world) and the satirical lyrics of David Byrne, that were talking about mentally unsteady characters (“Psycho Killer”) up to middle class crisis of identity (“Once in a Lifetime”), cultivated the new –without complex– pattern of listener: The thinking rock lover.

75 – JEFFERSON AIRPLACE

Παίζοντας ένα μείγμα folk και rock, κυριάρχησαν στην αμερικανική μουσική σκηνήστα ’60ς και θεωρούνται πρωτοπόροι του ψυχεδελικού rock. Πρωτοπόροι της acid ψυχεδελικής σκηνής του Σαν Φρανσίσκο, δημιουργήθηκαν το 1965. Εμφανίστηκαν σε όλα τα θρυλικά festivals των ’60ς (Monterey το 1967, Woodstock και Altamont το 1969) και ήταν οι πρώτοι που γνώρισαν εμπορική επιτυχία, χάρη κυρίως στη φωνή της εμβληματικής τραγουδίστριάς τους, Grace Slick,και στο άλμπουμ τους “Surrealistic Pillow”, το 1967, που αποτελεί ηχογράφηση αναφοράς για το λεγόμενο “Καλοκαίρι της αγάπης” των χίπις και το οποίο τους επέφερε δύο mega-hits, τα “Somebody to Love” και “White Rabbit”, που ακούγονται μέχρι σήμερα.


Playing a blend of folk and rock, dominated the American music scene in the ’60s and they are consider pioneers of the psychedelic rock. Pioneers of the acid psychedelic scene of San Francisco, they were created in 1965. They appeared in all the legendary festivals of the ’60s (Monterey in 1967, Woodstockand Altamont in 1969) and they were the first to know the commercial success, due mainly to the emblematic voice of their singer, Grace Slick, and to their album “Surrealistic Pillow”, in 1967, that constitutes a recording reference for the so called “Summer of love” of the hippies and which brought to them two mega-hits, the “Somebody to Love” and “White Rabbit”, which are heard even today.

74 – ELVIS COSTELLO

Όταν μας συστήθηκε, ο κυνισμός και ο θυμός του τον συνέδεσαν με το new wave, αλλά η ιδιαίτερα εκφραστική του μουσική στην πορεία τον φέρνει ανάμεσα στους πιοδιαχρονικούς καλλιτέχνες της rock. Όταν εμφανίστηκε στη μουσική σκηνή της Βρετανίας στα μέσα των ’70ς, ο Έλβις Κοστέλο συνδέθηκε αυτόματα με το πανκ και το new wave κυρίως λόγω της οργής και του κυνισμού που διέτρεχε κάθε κλάσμα του δευτερολέπτου της μουσικής του. Τοπραγματικό χαρακτηριστικό του, όμως, υπήρξε το πάθος, που χρόνια αργότερα θα του έδινε τον τίτλο του πιο “εκλεκτικού” μουσικού των ’80ς, ενός καλλιτέχνη που κατάφερε να ενσωματώσει τόσο καλά το παρελθόν αλλά και σχεδόν ολόκληρη την εγκυκλοπαίδεια του ροκ στις μουσικές του ακροβασίες. Για πολλούς, παραμένει ένας από τους καλύτερους τραγουδοποιούς της ιστορίας μετά τον Ντίλαν και πρωτοπόρος σχεδόν όσο και ο Ντέιβιντ Μπόουι.


When he was introduced to us, his cynicism and his wrath connected him with the new wave, but in the course his particular expressive music brings him amongst the most timeless artists of rock. When he appeared on the music stage of Britain, in the midst of the ’70s, ο Elvis Costello automatically joined with the punk and the new wave mainly because of the wrath and the cynicism that run through every fraction of second of his music. But his real characteristic was the pathos, which years later would give him the title of themost “particular” musician of the ’80s, an artist who managed to incorporate so well the past and almost the whole encyclopedia of rock in his musical acrobatics. For many, he remains one of the best songwriters of the history after Bob Dylan and a pioneer almost just as much as David Bowie.

73 – DUKE ELLINGTON ( 29/4/1899 - 24/5/1974 )

Συνθέτης, ενορχηστρωτής και πιανίστας, εμβληματική προσωπικότητα της jazz. Του απονεμήθηκε το “Προεδρικό Μετάλλιο της Ελευθερίας”, ύψιστη τιμή για Αμερικανό, για τη συνολική συνεισφορά του στη μουσική. Μένοντας πιστός στην μπάντα που ο ίδιος δημιούργησε για πέντε ολόκληρες δεκαετίες, ο Ντιούκ Έλινγκτον πότισε την τζαζ με ισχυρές δόσεις μπλουζ και γκόσπελ, έφερε στο mainstream ένα περιθωριακό μέχρι τότε είδος για να αναγνωριστεί γρήγορα ως ένας από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους της τζαζ και να επηρεάσει καθοριστικά τη διαδρομή της μέσα στις δεκαετίες. Το 1989, μια δεκαετία περίπου μετά το θάνατό του, του απονεμήθηκε το βραβείο Pulitzer σε αναγνώριση της προσφοράς του στην ιστορία της μουσικής.


Composer, orchestrator and pianist, emblematic personality of jazz. He was awarded with the “Presidential Medal of Freedom”, the highest honor for an American, for his total contribution in music. By staying faithful to the band he created for five decades, Duke Ellington watered the jazz with strong doses of blues and gospel, he brought to mainstream a marginal kind, till then, soon to be recognized as one of the most important representatives of jazz and decisively to influence its route in the decades. In 1989, approximately a decade after his death, he was awarded with the Pulitzer Prize in recognition of his contribution in the history of music.

72 – JOHN COLTRANE ( 23/9/1926 - 17/7/1967 )

Το έργο του σημάδεψε την αφρο-αμερικανική μουσική παράδοση στο δεύτερο μισότου 20ου αιώνα. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους τζαζ συνθέτες και σαξοφωνίστες όλων των εποχών. Η φλογερή αυτοσχεδιαστική φλέβα του Αμερικανού συνθέτη και jazz master του σαξοφώνου –απλά– ανανέωσε ολόκληρη την τζαζ μουσική, ωθώντας την ως τις τελευταίες της επάλξεις. Οι νεωτερισμοί του –μακριές, δίχως αναπνοή φράσεις, με απότομες αλλαγές στις κλίμακες– πόλωσαν κοινό και κριτική: Ιδιοφυής ή βλάστημος;Αφού παρέλασε με το δεξιοτεχνικό του σόλο από το πολυθρύλητο “Kind of Blue” του Miles Davis, εξέθεσε το διαβολικό τέμπο του στο πειραματικό “Giant Steps” και τον βαθύ μυστικισμό του στο “A Love Supreme”.


His work marked the afro-American music tradition in the second half of the 20th century. He is considering as one of the most significant jazz composers and saxophonists of all times. The flaming improvising vein of the American composer and jazz master of saxophone –simply– renewed the whole music of jazz, pushing it up to its last battlements. His innovations –long phrases without breath, with abrupt changes in the ranges– polarized the public and the critics: Genius or a blasphemer? Having paraded with his virtuoso solo from the legendary “Kind of Blue” of Miles Davis, displayed his diabolic tempo in the experimental “Giant Steps” and his deep mysticism in the “A Love Supreme”.

71 – CHUCK BERRY ( 18/10/1926 - 18/3/2017 )

Πολλοί είναι εκείνοι που τον θεωρούν ως τον πραγματικό βασιλιά του rock n roll. Ένας πρωτοπόρος του είδους που έγραψε διαχρονικά τραγούδια όπως το “Johnny B. Good”. Ο άνθρωπος που μπορεί να διεκδικήσει με αξιώσεις την ευθύνη για τη γέννηση του rock n roll είδε το πρώτο φως της ημέρας στο Σεντ Λούις του Μιζούρι τη δεκαετία του’20 και ξεκίνησε την καριέρα του στα μισά της δεκαετίας του ’50 για να διανύσει τουλάχιστον πέντε δεκαετίες ως ένας ζωντανός θρύλος. Μοιράζοντας το χρόνο του στη φυλακή (για καταδίκες σεξουαλικής παρενόχλησης και φοροδιαφυγής), σε περιοδείες που έχουν μείνει στην ιστορία (στα ’70ς) και στις κορυφές του Billboard, οBerry υπήρξε από τους πρώτους καλλιτέχνες που μπήκαν στο Rock And Roll Hall Of Fame και σχεδόν “άγιος” από όσους θεωρούν πως χωρίς αυτόν τίποτα δεν θα είχε συμβεί στην ιστορία του ροκ.


Many are those who consider him as the real kings of rock n roll. A pioneer of the kind who wrote timeless songs like “Johnny B. Good”. The man who can claim with pretensions the responsibility for the birth of rock n roll saw the first light of the day in Saint Lewis of Missouri the decade of the ’20s and started his career in the middle of the decade of the ’50s to cover at least five decades as a living legend. Sharing his time in prison (with sentences for sexual harassments and tax evasions), in tours that have remained in the history (in the ’70s) and in the tops of Billboard, Berry was from the first artists who entered in the Rock And Roll Hall Of Fame and just about a “saint” by them who attest that without him nothing would have happened in the history of rock.

70 – PUBLIC ENEMY

Ποτίζοντας τη soul με άγριο funk και το rap με δολοφονικό χιούμορ, φρόντισαν κάθε τραγούδι τους να μοιάζει με ένα οργισμένο μανιφέστο. Έβαλαν την πολιτική στο hip-hop αλλάζοντας συλλήβδην την ιδέα που είχε ο κόσμος για το rap και μόνο γι’ αυτό θα μπορούσαν να μείνουν για πάντα στην ιστορίατης μουσικής ως υπεύθυνοι για τη μεταμόρφωση της μαύρης μουσικής σε μαζικό όπλο κοινωνικής αλλαγής. Ο Chuck D, όμως, και η παρέα του υπήρξαν ανέκαθεν πιο ανατρεπτικοί από όσο επέτρεπαν τα συντηρητικά ’80ς. Στην κορυφή του κόσμου μέχρι και το 1993 είδαν ωστόσο το hip-hop που οι ίδιοι αναγέννησαν να ξεπουλιέται στο βωμό του MTV, συνεχίζοντας μέχρι και σήμερα την καταιγιστική επίθεσή τους σεκάθε πολιτική ορθότητα.


Watering the soul with wild funk and rap with murderous humor, they made sure every song of theirs to be resembled with an angry manifesto. They put politics in to hip-hop changing collectively the idea that word had about rap and for that alone they could stay forever in the history of music as responsible for the metamorphosis of the black music into a mass weapon of social change. But Chuck D and his friends were all along more subversive than it was permitted by the conservative decade of the ’80s. Being at the top of the world until 1993, nevertheless,they saw the hip-hop that they gave it a new life to be sold out on the altar of MTV, continuing till today their heavy attack against every political correctness.

69 – BRIAN ENO

Οι καινοτόμες τεχνικές και οι απόψεις του για μια διακριτική ηχολογία δίκαια τον χαρακτηρίζουν ως τον παραγωγό με το μαγικό άγγιγμα. Μουσικός, συνθέτης, μυθικός παραγωγός, θεωρητικός της μουσικής, ο Βρετανός Brian Eno μπορεί να εμφανίστηκε μέσα στην έκρηξη του glam rock ως ιδρυτικό μέλος των Roxy Music (μαζί με τον Bryan Ferry) στις αρχές της δεκαετίας του ’70 αλλά θα έμενε στην ιστορία ως “πατέρας του ambient” με μια σόλο καριέρα που επηρέασε ολόκληρη τη σύγχρονη μουσική, ενώ οι παράλληλες δράσεις του (ως αρθρογράφος της “Observer”, εικαστικός και ανανεωτής της ηχοληψίας) τον κατατάσσουν αυτόματα στις μεγαλύτερες προσωπικότητες που γνώρισε ο 20ος αιώνας.


His innovating technics and his views for a discreet sound-ology rightly characterizehim as the producer with the magic touch. Musician, composer, mythical producer, theoretic of music, the British Brian Eno may appeared in the explosion of glam rock as a founding member of Roxy Music (together with Bryan Ferry) in the beginning of the decade of the ’70s but he was going to remain in history as “father of ambient” with a solo career that influenced the whole modern music, while his parallel activities (as a columnist of the “Observer”, representational and renewalist of sound recording) they automatically ranked him amongst the greatest personalities that the 20th century knew.

68 – MARVIN GAYE ( 2/4/1989 - 1/4/1984 )

Βαθιά ερωτική φυσιογνωμία, άκρως αισθησιακή φωνή –τρυφερή και στεντόρεια συνάμα– και κοινωνικά ευαισθητοποιημένη προσωπικότητα. Ένας ολοκληρωμένος καλλιτέχνης. Ο στεφανωμένος “πρίγκιπας της Motown” φέρει μοναδική ιστορική –και αισθηματική, να το πούμε– βαρύτητα στην ιστορία των rhythm n blues – από το doowop των ’50ς στη σύγχρονη soul των ’80ς. Η αισθησιακά βελούδινη φωνή του, την οποία χειριζόταν αβίαστα (έκταση 3 οκτάβων), ερμήνευσε άχρονα κοινωνικά (“What’s Going On”) και ερωτικά τραγούδια (“Sexual Healing”), παρακαταθήκη για μια δίχως τέλος σειρά καλλιτεχνών – από τον Barry White έως τον Justin Timberlake.


A deep erotic countenance, extremely sensual voice –tender and at the same time stentorian – and socially sensitive personality. A complete artist. The crown “prince of Motown” bears a unique historical –and sensational, we must say– heaviness in the history of rhythm n blues – from the doowop of the ’50s to the modern soul of the ’80s. His sensually velvet voice, which effortlessly he was controlling (with an extent of 3 octaves), performed eternally social (“What’s Going On”) and love songs (“Sexual Healing”), consignment for an endless series of artists –from Barry White up to Justin Timberlake.

67 – ROXY MUSIC

Ένα από τα συγκροτήματα που καθόρισαν τη σύγχρονη μουσική σκηνή, φέρνοντας στο punk το glamour και στο rock τη μόδα και δίνοντας έτσι έναν νέο ορισμό στη βρετανική avant-garde. Γνήσιοι απόγονοι του κινήματος του art rock των ’60ς αποτελούν το συνδυασμό τηςσοφιστικέ soul του Bryan Ferry στα φωνητικά και των πειραματισμών του Brian Eno στη σύνθεση. Το γκρουπ που γέννησε στην πραγματικότητα το glam rock θα έφτανε στο απόγειο της δόξας του το 1973 και ενώ ο Eno είχε αποχωρήσει μετά από δημιουργικές διαφωνίες με τον Ferry. Το άλμπουμ τους “Stranded” κατάφερε να φτάσει στο Νο 1 της Αγγλίας και να τους συστήσει στην Αμερική, δίνοντας έτσι ώθηση για ακόμη 4 επιτυχημένα albums.


One of the groups that determined the modern music stage, bringing into the punk the glamour and into the rock the fashion and giving this way a new definition to the British avant-garde. Genuine descendants of the art rock movement of the ’60s constitute the combination of the sophisticated soul of Bryan Ferry in the vocals and the experimentations of Brian Eno in the composition. The group that actually was born by the glam rock would reach the apex of its glory in 1973 and although Eno had left after some creative disagreements with Ferry. Their album “Stranded” managed to reach to Νο 1 of England and to introduce them to America, giving this way a thrust for 4 more successful albums.

66 – PETER GABRIEL

Ο Peter Gabriel πειραματιζόταν με διάφορα είδη μουσικής από την εποχή που ήταν στους “Genesis”, και συνέχισε και όταν έκανε σόλο καριέρα. Από τους “Genesis” μέχρι και το “Sledgehammer”, ο Βρετανός Peter Gabriel υπήρξε ένας από τους πιο δημιουργικούς καλλιτέχνες τις δεκαετίας του ’70 και του ’80. Ηγέτης των “Genesis” στις αρχές τις δεκαετίας του ’70, στη συνέχεια έκανε σόλο καριέρα, εμφυτεύοντας στο ροκ στοιχεία ηλεκτρονικής και avant-garde μουσική. Απότο κορυφαίο άλμπουμ του “So” αναδύθηκε το σινγκλ “Sledgehammer”, το οποίο και τον έκανε διεθνή σταρ. Κινητήριος δύναμη πίσω από το “WOMAN” και τη δισκογραφική “Real World”, ο Peter Gabriel είναι επίσης ιδρυτής του “WITNESS”, ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού για τα ανθρώπινα δικαιώματα.


Peter Gabriel was experimenting with different kinds of music since the time he waswith the “Genesis”, and continued when he made a solo career. From the “Genesis” till the “Sledgehammer”, the British Peter Gabriel was one of the most creative artists of the decades of the ’70s and ’80s. Leader of “Genesis” in the beginning of the decade of the ’70s, next he made a solo career, implanting into rock electronic elements and avant-garde music. From his supreme album “So” emerged the single “Sledgehammer”, which made him an international star. Motive power behind the “WOMAN” and the recording company “Real World”, Peter Gabriel is also the founder of “WITNESS”, a non-profitable organization for the human rights.

65 – NEIL YOUNG

Ο Neil Young είναι όπως το rock n roll: Δεν πεθαίνει. Κι αυτό γιατί γνωρίζοντας πως ό,τι δεν αλλάζει πεθαίνει, ο καναδικής καταγωγής τραγουδιστής αλλάζει συνεχώς. Ο Neil Young είναι ένας από τους μεγαλύτερους τραγουδοποιούς αλλά και ερμηνευτές στην ιστορία του rock n roll. Ξεκινώντας από τις αρχές του ’60 ο τραγουδιστής-σύμβολο διάλεξε να δοκιμάσει την περιπέτεια που θα τον οδηγούσε σε πολλά διαφορετικά σημεία στο χάρτη του rock n roll. Έτσι πέρασε από τη folk στην country κι από εκεί στο garage-rock και στην grunge – γι’ αυτό και τον θεώρησαν και “νονό της grunge”.


Neil Young is like the rock n roll: He doesn’t die. And that because he knows that whatever doesn’t change dies; the Canadian descent singer constantly changes. Neil Young is one of the greatest songwriter and also expressionist in the history of rock n roll. Starting at the beginning of the ’60s the singer-symbol chose to try the adventure that would lead him in many and different places on the map of rock n roll.That way, he passed from folk to country and from there to garage-rock and to the grunge – and this is the reason they considered him and “godfather of the grunge”.

64 – BEACH BOYS

Μια οικογενειακή υπόθεση και η πιο σημαντική pop surf μπάντα του πλανήτη, που δικαιολογημένα θεωρείται ως μια από τις πιο σημαντικές, αφού έκρυβε μέσα της την εφευρετική ιδιοφυΐα του Brian Wilson. Οι Beach Boys ήταν μία οικογενειακή υπόθεση. Το συγκρότημα αποτελούσαν τα τρία αδέλφια Wilson, ο εξάδελφός τους Like Love και ο φίλος τους Al Jardine. Ο Brian Wilson, που έδειξε από νωρίς τις μουσικές του ικανότητες, ήταν ο ηγέτης του συγκροτήματος, αυτός που έγραφε τη μουσική και έκανε την παραγωγή των δίσκων. Με τις συνθέσεις τους οι “Beach Boys” έγιναν οι “Beatles της Αμερικής”. Οι ηλιόλουστες μουσικές αρμονίες τους έγιναν η ηχηρή υπογραφή των μοντέρνων καιρών.


A family affair and the most important pop surf band of the planet, that justly is considered as one of the most important, since it was hiding inside it the inventive genius of Brian Wilson. The Beach Boys was a family affair. The group was constituted by the three Wilson brothers, their cousin Like Love and their friend Al Jardine. Brian Wilson, who very early showed his musical abilities, was the leader of the group, wrote the music and did the production of the records. With their compositions the “Beach Boys” became the “Beatles of America”. Their sun-drenched musical harmonies became the loud signature of modern times.

63 – PATTI SMITH 

Τραγουδίστρια, ποιήτρια, κιθαρίστρια, κάποτε μπλεγμένη, ιδιαίτερα όταν έφυγε από τη ζωή ο σύζυγός της, με ναρκωτικά, η Smith συνεχίζει να υπάρχει και να δημιουργεί μέσα από την τέχνη του rock n roll. Αν αντικρίσεις το βλέμμα της από κοντά θα δεις κάτι πολύ ιδιαίτερο. Αυτή η γυναίκα δεν είναι μόνο όσα διάβασες πως είναι. Ας πούμε, μια απλή τραγουδίστρια. Ή η ποιήτρια που γράφει αφαιρετικούς στοίχους. Τα μάτια της Patti Smith καίνε απόδύναμη και ζωή. Στο λέω έτσι, γιατί έτσι ένοιωσα όταν τα είδα. Η Smith δεν έγινε τραγουδίστρια γιατί το αισθανόταν. Τραγούδησε γιατί το rock n roll είναι “άσκηση” τέχνης. Η γυναίκα που κατάφερε να συνδεθεί σφιχτά με τη νεοϋορκέζικη punk rock σκηνή της δεκαετίας του ’70 παραμένει έως σήμερα μια φωνή αυθεντικότητας και απέραντης ευαισθησίας. Αιώνια ερωτευμένη, αν και δεν τον παντρεύτηκε ποτέ, με τον Tom Verlaine, κιθαρίστα και τραγουδιστή των “Television”, συνεχίζει να πλέκει το δικό της μουσικό (κυρίως) ιστό, χωρίς να περιμένει κάτι απ’ τη δόξα.


Singer, poet, guitar player, once involved, especially when her husband died, in drugs, Smith continues to exist and to create out of the art of rock n roll. If you ever see her eyes at a close range, you will see something very peculiar. This woman is not only all that you have read that she is. Let’s say, a simple singer. Or the poet who writes abstractive lyrics. The eyes of Patti Smith are burning with power and life. I am saying it like that, because that is how I felt when I saw them. Smith didnot become a ginger because she was feeling it. She sung because rock n roll is an “exertion” of art. The woman who managed to connect herself firmly with the New Yorker stage of punk rock of the decade of the ’70s, remains even to this day a voice ofauthenticity and infinite sensitivity. Eternally in love, although she never married him, with Tom Verlaine, guitar player and singer of the “Television”, continues to weave her own musical (mainly) wed, without expecting something from glory.

62 – MADONNA

Η βασίλισσα της pop που κατάφερε να έχει πλήρη έλεγχο τόσο της μουσικής της όσο και της εικόνας της βρέθηκε στους 100 κορυφαίους, παρότι δεν υπήρχε στην αρχική λίστα. Η δύναμη των θαυμαστών… Το 1984, η Madonna εκτοξεύτηκε στη δημοσιότητα με ταχύτητα διαστημικού λεωφορείου. Από τότε και μετά, συνέχισε ακάθεκτη και δεν σταμάτησε ποτέ να παράγει στυλ και μουσική. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο κόσμος άρχισε να συζητάει περισσότερο για την εικόνα και την ξέφρενη σεξουαλικότητά της και λιγότερο για τη μουσική της. Τραγούδια, πάντως, όπως το “Into the Groove” από το άλμπουμ “Like a Virgin” έχουν μπει στην κλασική δισκοθήκη της pop κουλτούρας.


The queen of pop who managed to have a thorough control just as much of her music as also and her image, found herself amongst the 100 most outstanding, although she was not in the initial list. The power of the admirers… In 1984, Madonna launched in the publicity with the speed of a shuttle space. Since then and afterwards, she continued impetuous and she never stopped producing styleand music. The result is that the world begun to asked more of her image and her delirious sexuality and less for her music. But songs like “Into the Groove” from the album “Like a Virgin” have entered in the classic record library of pop culture.

61 – VAN MORRISON

Ο μουσικός αλχημιστής από το Μπέλφαστ, που ανακάτεψε R n B, jazz και κέλτικο folk κέρδισε έξι βραβεία Grammy και τη δική του θέση στο Rock and Roll Hall of Fame. Οι οπαδοί του τον φωνάζουν “Van the Man”. Έγινε διάσημος στα μέσα της δεκαετίας του ’60 ως τραγουδιστής των “Them”, με το περίφημο “Gloria”. Η σόλο καριέρα του ξεκίνησε το 1967, όταν κυκλοφόρησε το σινγκλ “Black Eyed Girl”, ενώ τοάλμπουμ που τον καθιέρωσε ήταν το “Moondance”. Οι συναυλίες είναι σαν πνευματικά μουσικά ταξίδια που αντανακλούν τόσο τις jazz επιρροές του όσο και εκείνες της κέλτικης παράδοσης.


The musician alchemist from Belfast, who blended R n B, jazz and Celtic folk won six Grammy awards and his own place in the Rock and Roll Hall of Fame. His followers call him “Van the Man”. He became well known in the middle of the decade of the ’60s as ginger of “Them”, with the famous “Gloria”. His solo career started in 1967, when he recorded the single “Black Eyed Girl”, while the album that established him was the “Moondance”. His concerts are like spiritual music journeys that reflect just as much his jazz influences as and those of the Celtic tradition.

60 – ELLA FITZGERALD ( 25/4/1917 - 15/6/1996 )

Με το ψευδώνυμο “The First Lady of Songs”, η Ella, κατά την 50χρονη καριέρα της,κέρδισε 13 βραβεία Grammy, πούλησε πάνω από 40 εκατομμύρια άλμπουμ και δούλεψε με όλους τους μεγάλους μαέστρους της jazz. Αρκεί να ακούσει κανείς το δίσκο “Ella in Berlin: Mark The Knife” που αποτελεί ζωντανή ηχογράφηση της ιστορικής συναυλίας που έδωσε η Ella Fitzgerald στις 13 Φεβρουαρίου του 1960 στο Βερολίνο για να καταλάβει το μεγαλείο της φωνής της. Διάφορα συνέβησαν κατά τη διάρκειά της: Η Ella ξεχνάει τα λόγια του “Mark The Knife” και αυτοσχεδιάζει με δικούς της στοίχους, ενώ στο “How High The Moon” κάνει ένα από τα καλύτερα scat σόλο τόσο στην καριέρα της όσο και στην ιστορία της jazz. Τραγούδησε τα πάντα αφού η φωνή της ήταν γλυκιά, κοριτσίστικη, ευέλικτη, μεγάλου εύρους και αγέραστη. Μια φωνή που μπορούσε να μιμηθεί κάθε όργανο της ορχήστρας. “Έκλεβα ιδέες από οτιδήποτε άκουγα, κυρίως όμως από τα πνευστά”.


With the pseudonym “The First Lady of Songs”, Ella, during her career of 50 years, won 13 Grammy awards, sold over 40 million albums and worked with all the great maestros of jazz. It is enough for someone to listen to the record “Ella in Berlin: Mark The Knife”, which is a live recording of the historic concert that Ella Fitzgerald gave on February the 13th 1960 in Berlin, to understand the greatness of her voice. Many things happened during this concert: Ella forgot the lyrics of “Mark The Knife” and improvised with her own lyrics, while in the “How High The Moon” does one of the best scat solo in her career and also in the history of jazz. She sung everything since her voice was sweet, girlish, flexible, with great breath and ageless. Her voice could mimic every organ of the orchestra. “I was steeling ideas from whatever I was hearing, but mainly from the wind instruments”.

59 – JERRY LEE LEWIS

Το 1957 οι Αμερικανοί γονείς έβλεπαν στους εφιάλτες τους τον Jerry Lee Lewis να τραγουδάει το “Whole Lotta Shakin’ Goin’ On”. Τελικά η καριέρα του ήταν ονειρεμένη. Ένας τρελός που παίζει πιάνο παράφορα, ξεφαντώνοντας με την ίδια του τη σεξουαλικότητα, φτύνοντας ενέργεια στο κοινό. Ο Jerry Lee Lewis είχε το δικό του μουσικό στυλ, ένα κράμα από country, boogie-woogie και rhythm and blues. Από τους ιδρυτές του rock n roll, είχε το παρατσούκλι “Killer” και έζησε μια ζωή γαρνιρισμένη με χάπια, αλκοόλ και καταστροφικές σχέσεις – με κορυφαίο σκάνδαλο το γάμο του με την 13χρονη ξαδέλφη του. Κομμάτια όπως το “Great Balls of Fire” τον τοποθέτησαν στο “Rock n Roll Hall of Fame” όσο και στο πάνθεον των Αμερικανών μουσικών του 20ου αιώνα.


In 1957 the American parents where seeing in their nightmares Jerry Lee Lewis singing “Whole Lotta Shakin’ Goin’ On”. After all, his career was dreamy. A crazy man who was playing the piano intensely, having a roaring time with his own sexuality, spitting energy to the audience. Jerry Lee Lewis had his own music style, a mixture of country, boogie-woogie and rhythm and blues. From the founders of rock n roll, he had the nickname “Killer” and lived a life garnished with pills, alcohol and destructive relationships – with the supreme scandal his marriage with his 13 years old cousin. Pieces like “Great Balls of Fire” put him in “Rock n Roll Hall of Fame” and also in the pantheon of the American musicians of the 20ου century.

58 – LOU REED ( 2/3/1942 - 27/10/2013 )

Μέσα σε πέντε δεκαετίες ο Reed μεταμορφώθηκε από πάπα του glam rock σε παρακμιακό ερμηνευτή και από πειραματιστή σε καθαρό ρόκερ, διασχίζοντας κάθε πιθανή διαδρομή του rock. Μοιάζει δύσκολο να καταχωρίσεις την προσωπικότητα του Lou Reed μέσα σε συμβατικές περιγραφές. Μετά τη διάλυση των “Velvet Underground”, ο Reed κυκλοφόρησε τον πρώτο του δίσκο που γρήγορα θα γινόταν η εμβληματική στιγμή του glam rock της δεκαετίας του ’70 και θα έκανε τον δημιουργό του διάσημο εντός και εκτός Αμερικής. Το “Transformer” του 1972 (εκεί περιλαμβανόταν και το σήμα κατατεθέν του Reed “Walk On The Wild Side”), έκανε διάσημο τον δημιουργό του. Θέματα όπως η ομοφυλοφιλία, η πορνεία, η χρήση ναρκωτικών, ο τραβεστισμός, η κατάθλιψη και η αυτοκτονία θα έβρισκαν τη θέση τους μέσα σε μια μείξη του punk με το κλασικό rock, φέρνοντας συχνά τον Reed πρώτο στη λίστα όσων θα άλλαζαν τη σύγχρονη μουσική για πάντα.


Within five decades Reed was transformed from Pope of the glam rock to a decadent performer and from an experimentalist to a pure rocker, crossing every possible course of rock. It seems difficult to insert the personality of Lou Reed within conventional descriptions. After the breakup of the “Velvet Underground”, Reed recorded his first disk which fast would be the emblematic moment of glam rock of the decade of the ’70s and it would make its creator famous inside and outside of America. The “Transformer” of 1972 (there was included and the trademark of Reed “Walk On The Wild Side”), made its creator famous. Issues like homosexuality, prostitution, the use of drugs, transvestitism, depression and suicide would find their place in a mixture ofpunk with the classical rock, often bringing Reed first in the list all of them who would change modern music forever.

57 – KRAFTWERK

Έβαλαν τους υπολογιστές στη μουσική τους, όταν ακόμα οι μηχανές είχαν το μέγεθος μιας ντουλάπας, και κατάφεραν να γράψουν ιστορία ακριβώς επειδή έμαθανστις μηχανές πώς να τραγουδούν. Αγάπησαν τη σιωπή, αλλά εστίασαν την προσοχή τους στους ήχους που τους περιτριγύριζαν. Με πίστη στην ιδέα ότι “η μουσική πηγάζει από τη μουσική”, οι δύο συμφοιτητές Ralf Hutter και Florian Schneider έχτισαν το μύθο γύρω από το όνομά τους, προσθέτοντας σταδιακά και διαφορετικά μέλη για να συμπληρώσουν την εικόνα ενός pop κουαρτέτου. Η διεθνής φιλοσοφία των στοίχων τους σε συνδυασμό με το καθαρά γερμανικό όνομά τους, η μηχανική μουσική τους και η εντυπωσιακή ρομποτική τους στάση, τους φέρνουν στην κορυφή της πυραμίδας της ηλεκτρονικής pop, με άλμπουμ-σταθμούς (“Autobahn”, “Radio-Activity”, “Trans Europe Express”, “Man Machine”), που μέχρι σήμερα ακούγονται πρωτοποριακά και θεμελιώδη.


They put the computers in their music, even when the machines had the size of a wardrobe case, and managed to write history just because they learned the machines how to sing. They loved the silence, but focused their attention to the sounds that surrounded them. By faith in the idea that “music springs from music ”, the two university fellow students Ralf Hutter and Florian Schneider build the myth around their names, gradually adding different members to complete the picture of a pop quartet. The international philosophy of their lyrics in combination with their clearly German name, their mechanical music and their impressive robotic posture, brings them to the top of the pyramid of the electronic pop, with albums-landmarks (“Autobahn”, “Radio-Activity”, “Trans Europe Express”, “Man Machine”), that even today their heard innovatively and foundationally.

56 – RAY CHARLES ( 23/9/1930 - 10/6/2004 )

Στις ρίζες του οικογενειακού δέντρου της soul βρίσκεται ο Ray Charles, υπεύθυνος για τη δημιουργία και την εξέλιξη του μουσικού αυτού είδους. Τα τραγούδια που ηχογράφησε στην “Atlantic Records” τη δεκαετία του ’50, ήταν ένα πρωτοποριακό μείγμα από R n B, gospel και blues. Το κομμάτι, όμως, που ξεσήκωσε τα πλήθη ήταν το “What I’d say” – ακούγοντάς το έχεις την αίσθηση ότι βρίσκεσαι σε μια rock n roll εκκλησία. Τυφλός από τα 6 του χρόνια, ο Ray Charles θα μείνει στην ιστορία της μουσικής του 20ου αιώνα, τόσο για το παίξιμό του στο πιάνο όσο και για τη φωνή του, χαρακτηριστική όσο της Billie Holiday ή του Elvis Presley.


In the roots of the family tree of soul lies Ray Charles, responsible for the creation and the progress of this kind of music. The songs he recorded with “Atlantic Records” in the decade of the ’50s were a pioneering blend of R n B, gospel and blues. But the piece that aroused the crowds was the “What I’d say” – listening to it you have the sense that you find yourself in a rock n roll church. Blind since the age of 6, Ray Charles would remain in the history of music of the 20ου century, for his playing on the piano and for his voice, that was socharacteristic as Billie Holiday’s or Elvis Presley’s.

55 – PEARL JAM

Ιδρυτές του κινήματος της grunge, το συγκρότημα από το βροχερό Σιάτλ, ανακάτεψε το heavy rock του ’70 με το θυμό του post punk του ’80. Γεννημένο από τις στάχτες του συγκροτήματος “Mother Love Bone”, οι “Pearl Jam”, ήτοι οι Eddie Vedder, Jeff Ament, Stone Gossard, Mike McCready και Matt Cameron, θεωρούνται ένα από τα πιο σημαντικά αμερικανικά γκρουπ της δεκαετίας του ’90. Αντισυμβατικοί και ανυπάκουοι, αφού αρνήθηκαν να υποταχθούν στις προσταγές της μουσικής βιομηχανίας (για το δεύτερο άλμπουμ τους δεν έβγαλαν βίντεοκλιπ, ενώ δεν έδιναν συναυλίες σε μεγάλα στάδια), το περιοδικό “Rolling Stone” έγραψε γι’ αυτούς το 2006 ότι “πέρασαν τον περισσότερο καιρό της προηγούμενης δεκαετίας σκίζοντας σκόπιμα τη φήμη τους”.


Founders of the grunge movement, the group from the raining Seattle, mixed the heavy rock of the ’70s with the anger of post punk of the ’80s. Born out of the ashes of the group “Mother Love Bone”, the “Pearl Jam”, namely, Eddie Vedder, Jeff Ament, Stone Gossard, Mike McCready and Matt Cameron, are consider one of the most significant American groups of the decade of the ’90s. Unconventional and disobedient, having refused to submit to the commands of the music industry (for their second album did not make a video-clip, while they were notgiving concerts in large stadiums), the “Rolling Stone” magazine wrote for them in 2006 that the “passed most of the time of the previous decade tearing their fame purposely”.

54 – BILLIE HOLIDAY ( 7/4/1915 - 17/7/1959 )

Η τραγουδίστρια με τις λευκές γαρδένιες στα μαλλιά και την πιο χαρακτηριστική φωνή στην ιστορία της τζαζ ήταν επίσης μια σπουδαία, αν και εύθραυστη, προσωπικότητα. “Εγώ είμαι αυτή που πήγε στη Δύση το 1937 με δεκάξι λευκούς μάγκες, τον Άρτι Σο και τη Rolls Royce του – οι λόφοι ήτανε γεμάτοι λευκούς βρωμοχωριάτες”, θυμάται ηBillie Holiday στην αυτοβιογραφία της. Εξοπλισμένη με μια μοναδική, διαπεραστική,συναισθηματική φωνή, η Holiday καθετί που τραγουδούσε το έκανε δικό της· το τραγούδι της παρήγαγε νόημα. Ακούγοντάς την να τραγουδάει το “Strange Fruit”, ένα από τα πρώτα αντιρατσιστικά τραγούδια, νιώθει κανείς την ικανότητά της να μετατρέπει τον πόνο σε τραγούδι.


The singer with the white gardenias in her hair and the most characteristic voice in the history of jazz was also a significant, although a delicate, personality. “I am the one who went to the West in 1937 with sixteen white hard men, Artie Shaw and his Rolls Royce – the hills were full with white dirty farmers”, Billie Holiday remembers in her autobiography. Armed with a unique, penetrating, emotional voice, everything Holiday was singing was making it hers; her song was producing meaning. Listening to her singing the “Strange Fruit”, one of the first antiracism songs, someone feels he ability to transform pain in to a song.

53 – JOHNNY CASH ( 26/2/1932 - 12/9/2003 )

Ο Johnny Cash χρειάστηκε να περιμένει μέχρι να έρθει η επιτυχία. Η οποία ήρθε με το single “Walk The Line” που έφτασε στην κορυφή του Billboard – πουλώντας πάνω από δύο εκατομμύρια αντίτυπα. Ο Johnny Cash είναι ένας folk ήρωας. Για τα εκατομμύρια των οπαδών του, ήταν ο άνθρωπος που ήταν μονίμως ντυμένος στα μαύρα και τραγουδούσε με τη χαρακτηριστικά βαριά φωνή για τη ζωή αυτών που δούλευαν σκληρά αλλά και των καταπιεσμένων. Ο Johnny Cash έζησε τη γέννηση του rock n roll όταν έγινε ένας από τους πρώτους που υπέγραψαν στη “Sun Records” το 1955. Υπογράφοντας στη συγκεκριμένη εταιρία ο Αμερικανός σταρ μπήκε στο κλαμπ των πρωτοπόρων του rock n roll μαζί με τον Elvis Presley, τον Carl Perkins και τον Jerry Lee Lewis.


Johnny Cash needed to wait till the success would come. Which came with the single “Walk The Line” that reached to the top of the Billboard – selling over two million copies. Johnny Cash is a folk hero. For the millions of his followers, he was the man who constantly was dressed in black and was singing with his characteristic deep voice for the lives of them that were working hard and also for the ones that they are oppressed. Johnny Cash lived the birth of rock n roll when he became one of the first who signed with “Sun Records” in 1955. Signing with this specific company the American star entered into the club of the pioneers of rock n roll along with Elvis Presley, Carl Perkins and Jerry Lee Lewis.

52 – FRANK ZAPPA ( 21/12/1940 - 4/12/1993 )

Συνθέτης, κιθαρίστας, παραγωγός και σκηνοθέτης ταινιών και βίντεοκλιπ έγραψε μουσική, περιφρονώντας τα στυλ, από rock και jazz μέχρι συμφωνική μουσική και misique concrete. Πολλοί αποδίδουν το ανατρεπτικό πνεύμα και το αριστοφανικό χιούμορ του σε κάποιες μακρινές ελληνικές του ρίζες, ωστόσο, ο Frank Zappa (1940-1993) γεννήθηκε και έδρασε στην Αμερική. Σε μια καριέρα που υπερβαίνει τα 30 χρόνια, συνδυάζοντας rock φόρμες με αυτοσχεδιασμό και ηχητικά κολάζ, γράφοντας ο ίδιος τους στοίχους – ενίοτε χλευαστικούς απέναντι σε εδραιωμένες πολιτικές και σεξουαλικές αντιλήψεις– ο Zappa κατάφερε να τον μνημονεύουν οι εγκυκλοπαίδειες ως έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους συνθέτες, δίπλα σε ονόματα όπως του Igor Stravinsky ή του Ιάννη Ξενάκη.


Composer, guitar player, producer and director of movies and video clips, he wrote music despising the styles, from rock and jazz up to symphony music and misique concrete. Many render his subversive spirit and his aristophanic humor to some distant Greek roots of his; however, Frank Zappa (1940-1993) was born and active in America. In a career that exceeded over 30 years, combining rock forms with improvisations and sound collage, writing his own lyrics –at times scoffing against the established political and sexual conceptions– Zappa managed to be mention (mentioned) by the encyclopedias as one of the most significant modern composers, besides names like Igor Stravinsky or Yannis Xenakis.


51 – IGGY & THE STOOGES

Με περίπου 40 χρόνια δράσης και εκτόνωσης πάνω στη σκηνή, μπορεί να περηφανεύεται, απολογιστικά, για μια ωμή rock παρακαταθήκη αφετηρίας της punk μουσικής και των σκληρών live εμφανίσεων. Δεν υπήρχε punk ή hard rock συγκρότημα, στα μέσα των ’70, που να μην είχε ξεπατικώσει τον πρωτόγονο, σπινταριστό ήχο ή/και την εκρηκτική σκηνική περφόρμανς του Iggy Pop και της μπάντας του “The Stooges”. Εμπνευσμένος από τις επιδόσεις των Lou Reed και Jim Morrison επί σκηνής, ο Iggy μεταμορφώθηκε στον τραγουδιστή με την αστείρευτη ενέργεια, και επιτίθεται λεκτικά στο κοινό, εκτίθεται (ημί)γυμνος και κάνει stage diving – η “παράδοση” θέλει να το έχει εισάγει εκείνος. Με χέρι βοηθείας από τον Bowie στα ’70ς και από το Trainspotting στα ’90, ο αγέραστος Iggy μπορεί να συνεχίζει μέχρι σήμερα το εκρηκτικό του έργο.


With approximately 40 years of action and defusing on the stage, he can be feeling proud by reviewing it, for a brutal rock as a consignment starting point of the punk music and of the hard live appearances. There wasn’t a punk or hard rock group, in the middle of the ’70s, that didn’t have imitated the unprecedented, tensed up sound or/and the explosive stage performance of Iggy Pop and his band “The Stooges”. Inspired by the achievements of Lou Reed and Jim Morrison on stage, Iggy was transformed to the singer with the inexhaustible energy, who was attacking verbally the audience, exposed himself (half)-naked and did stage diving – “tradition” says that he first started it. With a helping hand from Bowie in the ’70s and from the Trainspotting in the ’90s, the ageless Iggy can continue till today his explosive work.



50 – B.B. KING ( 16/9/1925 - 14/5/2015 )

Ο χαρακτηριστικός του κιθαριστικός ήχος είναι αναγνωρίσιμος είτε ακούγεται στο “Thrill Is Gone”, είτε στο “When Love Comes to Town” των “U2”, γιατί απλούστατα είναι από τους κορυφαίους κιθαρίστες. Με το όνομα B.B. (εκ του “Blues Boy”) King –οξύμωρο λόγω των 84 σήμερα χρόνων του– ο Αμερικανός bluesman συνεχίζει ακάθεκτος να δισκογραφεί με την εμβληματική μαύρη κιθάρα του, τη Lucille, “δανείζοντας” μάλιστα συχνά τον καταλυτικό του ήχο σε δίσκους καλλιτεχνών όμως οι Eric Clapton, Dr. John, Koko Taylor και Bo Diddley. Γεννημένος στο Μισισίπι το 1925, ο Νο 3 κιθαρίστας όλων των εποχών σύμφωνα με το περιοδικό “Rolling Stone”, εκτός από κεφαλαιώδους σημασίας πρόσωπο της
μαύρης μουσικής, αποτελεί και έναν μοναδικό στο είδος του καλλιτέχνη.


His characteristic guitar sound is recognizable whether is heard in the “Thrill Is Gone”, or in the “When Love Comes to Town” of “U2”, simply because he is one of the (most) supreme guitar players. With the name B.B. (from “Blues Boy”) King –oxymoron because today he is 84 years old– the American bluesman continues unrestrained to record (recording) disks with his emblematic black guitar, Lucille, in fact often “lending” his catalytic sound to the disks other artists like Eric Clapton, Dr. John, Koko Taylor and Bo Diddley. Born in Mississippi in 1925, the Νo3 guitar player of all times according to the “Rolling Stone” magazine, besides that he is a vital meaning person of the black music, he is also a unique artist of his kind.



49 – MILES DAVIS ( 26/5/1926 - 28/9/1991 )

Τόσο τα προσωπικά, βιρτουόζικα sessions του όσο και τα σχήματα υπέρ-μουσικών που διηύθυνε έδωσαν θρησκευτική διάσταση στην jazz και στον ορισμό του cool στους μύστες της. Η ιστορία του αδιαφιλονίκητου jazz master είναι η ίδια η επιτομή της ιστορίας της jazz από τα μέσα των ’40ς ως τις αρχές των ’90ς. Μετατρέποντας με τη γόνιμη μουσική φαντασία του τις όποιες τεχνικές ατέλειες σε ατού, ο Davis πειραματίστηκε με τις αρμονίες, τους ρυθμούς και τις εναλλαγές των φράσεων των αυτοσχεδιασμών του και θεμελίωσε ένα οικοδόμημα που, ιστορικά, έχει τη συνέχειά του στη μουσική οποιουδήποτε τζαζίστα. Το “King of Blue” άλλαξε την πορεία της μοντέρνας jazz και θα γινόταν το άλμπουμ με τις μεγαλύτερες πωλήσεις (3 εκατομμύρια) και η πιο ολοκληρωμένη μουσική πράξη στην ιστορία της jazz.


Just as his personal, virtuoso sessions as well as the forms of super- musicians that he conducted gave a religious dimension to jazz and the definition of cool to its adepts. The story of the unquestionable jazz master is the synopsis itself of the history of jazz from the middle of the ’40s till the beginning of the ’90s. Transforming with his productive musical imagination whichever of the technical imperfections into advantage, Davis experimented with the harmonies, the rhythms and the alternations of the phrases of his improvises and he laid the foundation for a structure that, historically, has its continuation in the music (for) whoever modern jazz player. The “King of Blue” changed the course of modern jazz and it was going to be the album with the highest sales (3 million) and the most completed music action in the history of jazz.



48 – SIMON & GARFUNKEL

Δημιουργήθηκαν το 1964 στη Νέα Υόρκη και έμειναν στην ιστορία σαν “διανοούμενοι” και ας μην δέχτηκαν ποτέ οι ίδιοι αυτό τον ορισμό. Το πιο επιτυχημένο φολκ ντουέτο των ’60ς μπορεί να κατηγορήθηκε ως συντηρητικό για την εποχή του, αλλά στην πραγματικότητα οι συνθετικές ικανότητες του Paul Simon και οι φωνητικοί ακροβατισμοί του Art Garfunkel υπήρξαν οι προπομποί για την έξυπνη ποπ της δεκαετίας του ’70. Κυκλοφόρησαν πέντε άλμπουμ γεμάτα επιτυχίες και είδαν το τέλος των ’60ς να τους βρίσκει στο απόγειο της δόξας τους αλλά και στην πιο κρίσιμη καμπή της δημιουργικής τους συνεργασίας. Ο Paul Simon θα ξεκινούσε μετά τη διάλυση του ντουέτου μία ιδιοσυγκρασιακή σόλο
καριέρα και ο Art Garfunkel θα αναζητούσε διέξοδο στον κινηματογράφο σε καριέρα ηθοποιού.


They were formed in 1964 in New York and remained in history as “intellectuals” even if they never accepted this definition. The most successful folk duet of the ’60s could be accused as conservative for its time, but in reality the composing abilities of Paul Simon and the vocal acrobatics of Art Garfunkel were the forerunners for the smart pop of the decade of the ’70. They recorded five albums full of successes and saw the end of the ’60s finding them at the
apex of their glory and also in the most crucial turning point of their creative co-operation. Paul Simon, after the breaking up of the duet, would start a temperamental solo career and Art Garfunkel would be looking a way out in the cinema in the career of an actor.




47 – WHO

Μέσα από τη rock όπερα, τους mods, το Rhythm n blues και το punk οι “Who” αναδείχτηκαν σε μία από τις πιο επιδραστικές μπάντες όλων των εποχών. Οι “Who” είναι ένα από τα σημαντικότερα συγκροτήματα που γνώρισε ποτέ η Μεγάλη Βρετανία. Σχηματίστηκαν το 1964 για να εξελιχθούν σε σύγχρονους πατέρες της rock όπερας και του στυλ των mods. Τα συγκροτήματα που επηρεάστηκαν από τους “Who” είναι από τους “Greenday” μέχρι τους “U2”. Η επιτυχία τους είναι τόσο σημαντική που τα “Greatest hits” του συγκροτήματος γνωρίζουν μεγάλη επιτυχία μέχρι και σήμερα.


Through the opera, the mods, the Rhythm n blues and the punk the “Who” were raised to prominence as one of the most influential bands of all time. The “Who” is one of the most significant groups the Great Brittan even knew. They
were formed in 1964 to be developed as the modern fathers’ of rock όπερας and of the style of mods. The groups that were influenced by the “Who” are from the “Greenday” to “U2”. Their success is so significant that the group’s “Greatest hits” are still experiencing great success till today.




46 – RAMONES

Από τους πρώτους σαματατζήδες που επέστρεψαν στο rock n roll την πρωτοεπίπεδη ομορφιά του, φέρνοντας την επανάσταση, την ενέργεια. Η μουσική τους ήταν τόσο επιδραστική που δεκάδες συγκροτήματα “πάτησαν” πάνω στον δικό τους ήχο για να βρουν το δρόμο τους. Όταν εμφανίστηκε –το 1976– το punk rock κουαρτέτο από το Κουήνς στη
νεοϋορκέζικη “φωλιά” του punk CBGB, η rock σκηνή είχε ήδη γίνει ναρκισσιστική. Η απάντηση στο γκλίτερ ήταν η απογύμνωση της μουσικής φόρμας, τόσο σε επίπεδο δομής όσο και περιεχομένου. Τέσσερα –μόλις– ακόρντα, μανιακό
τέμπο και καρτουνίστικη ευδιαθεσία δίλεπτης –το πολύ– διάρκειας. Όλος αυτός ο θόρυβος –ξένος μέχρι πρότινος– φάνταζε επαναστατικός και όφειλε πολλά στα ασυνήθιστα φωνητικά του Joey – οι υπόλοιποι τραγουδιστές στη Νέα Υόρκη
αντέγραφαν τον David Johansen (των “New York Dolls” ), ο οποίος κόπιαρε τον Mick Jagger. Η αλήθεια είναι ότι η νέα πνοή που έφεραν οι “Ramones” δεν έγινε αντιληπτή –ούτε εμπορικά– και εν τέλει το mainstream rock κοινό στις ΗΠΑ
αγκάλιασε το punk rock στη μορφή νεαρών συγκροτημάτων όπως οι “Green Day” και οι “Offspring”. Όμως, τα πρώτα 4 άλμπουμς τους –“Ramones” (1976), “Leave Home” (1977), “Rocket to Russia” (1977), “Road to Ruin” (1978)– δικαιώθηκαν ιστορικά καθώς έριξαν τη βαριά σκιά τους στη βρετανική punk (“Sex Pistols”, “Clash”, και “The Damned”), την Californian punk (“Black Flag”, “Dead Kennedys”, “Social Distortion” και “Bad Religion”), την indie μουσική καθώς και τη heavy metal (“Metallica”, “Motorhead”).


They are one from the first racket makers that returned rock’ n’ roll in its first level beauty, bringing the revolution; the energy. Their music was so influential that tenths of groups “stepped” on their sound to find their way. When it first appeared –in 1976– the punk rock quartet from Queens in the nest of punk CBGB in New York, the rock stage had already become narcissistic. The answer to the glitter was the stripping of the music form, not only to the structure level but also in its content. Just four accords, a mad tempo and a cartoonist cheerfulness of two minutes –the most– duration. All this noise –strange till recently– was fantasized as revolutionary and owed much to the unusual vocals of Joey – the rest of the singers in New York were copying David Johansen (of “New York Dolls”), who copied Mick Jagger. The truth is that the new breath the “Ramones” brought wasn’t noticed –not even commercially– and finally the mainstream rock public in the USA embraced the punk rock in the form of four young groups like the “Green Day” and the “Offspring”. Yet, their first 4 albums –“Ramones” (1976), “Leave Home” (1977), “Rocket to Russia” (1977), “Road to Ruin” (1978)– were vindicated historically as they threw their heavy shadow on the British punk (“Sex Pistols”, “Clash”, and “The Damned”), on Californian punk (“Black Flag”, “Dead Kennedys”, “Social Distortion” and “Bad Religion”), on indie music as well as the heavy metal (“Metallica”, “Motorhead”).They are one from the first racket makers that returned rock’ n’ roll in its first level beauty, bringing the revolution; the energy. Their music was so influential that tenths of groups “stepped” on their sound to find their way. When it first appeared –in 1976– the punk rock quartet from Queens in the nest of punk CBGB in New York, the rock stage had already become narcissistic. The answer to the glitter was the stripping of the music form, not only to the structure level but also in its content. Just four accords, a mad tempo and a cartoonist cheerfulness of two minutes –the most– duration. All this noise –strange till recently– was fantasized as revolutionary and owed much to the unusual vocals of Joey – the rest of the singers in New York were copying David Johansen (of “New York Dolls”), who copied Mick Jagger. The truth is that the new breath the “Ramones” brought wasn’t noticed –not even commercially– and finally the mainstream rock public in the USA embraced the punk rock in the form of four young groups like the “Green Day” and the “Offspring”. Yet, their first 4 albums –“Ramones” (1976), “Leave Home” (1977), “Rocket to Russia” (1977), “Road to Ruin” (1978)– were vindicated historically as they threw their heavy shadow on the British punk (“Sex Pistols”, “Clash”, and “The Damned”), on Californian punk (“Black Flag”, “Dead Kennedys”, “Social Distortion” and “Bad Religion”), on indie music as well as the heavy metal (“Metallica”, “Motorhead”).




44 – PRINCE (June 7, 1958 – April 21, 2016)

Τα άλμπουμ του δεν έχουν χώρο σε σπίτια με “χριστιανικά” ήθη. Όταν, όμως, ακούς το “When Doves Cry”, δεν μπορείς παρά να συμφωνήσεις ότι δεν υπάρχει χρόνος για μίση και αλληλοσπαραγμούς. Τι πιο αληθινά χριστιανικό από αυτό;
Μια πολύπλευρη καλλιτεχνική ιδιοφυΐα που βρίσκεται πίσω και μέσα σε αμέτρητες πτυχές της μουσικής R n B, soul, funk, rock, blues, new wave, psychedelia, folk, jazz και hip hop. O Prince –καταχρηστικά, διότι το καινούργιο του “όνομα” είναι ένα σύμβολο που δεν προφέρεται– χάραξε μια πορεία γεμάτη υπερβάσεις: Το άλμπουμ “Purple Rain” (με 13 και πλέον εκατομμύρια αντίτυπα στις ΗΠΑ) άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο το MTV και το κοινό αντιλαμβάνονταν τους έγχρωμους καλλιτέχνες στα ’80ς, καθιστώντας τον το καλλιτεχνικό ισοδύναμο του Michael Jordan. Προτού πλάσει την περσόνα με τη “θηλυκίζουσα” φωνή στο άλμπουμ του “Carmile”, ο Prince δημιούργησε το αριστουργηματικό “When Doves Cry”, ένα από τα πιο ριζοσπαστικά Νο 1 singles της τελευταίας εικοσαετίας –κατά βάση– μόνο με ντραμς, και το
“άσεμνο” “Darling Nikki”, το οποίο εγκαινίασε –χάρη στην πρωτοβουλία της υπερπροστατευτικής μαμάς Tipper Gore (σύζυγο του Al Gore)– την προειδοποιητική ένδειξη “Parental Advisory: Explicit Lyrics” στα εξώφυλλα των άλμπουμ.


His albums have no place in homes with “Christian” ethics. But when you hear the “When Doves Cry”, you can’t but to agree that there is no time for hatred and fighting one another. Truly, what is more Christian that that? A multifarious artistic genius that is found behind and inside in the countless aspects of the R’ n’ B music, soul, funk, rock, blues, new wave, psychedelia, folk, jazz and hip hop. Prince –misused, because his new “name” is a symbol that cannot be pronounced– traced a course full of excesses: The album “Purple Rain” (with over 13 million copies in the USA) changed the way that MTV and the public perceived the colored artists in the ’80s, appointed him as the artistic equivalent of Michael Jordan. Before he fashioned the persona with the “feminish” voice in his album “Carmile”, Prince created the excellent “When Doves Cry”, one of the more radical Νo1 singles of the last twenty years –basically– only with drums, and the “obscene” “Darling Nikki”, which inaugurated –with all respect to the initiative of the over protective mother Tipper Gore (wife of Al Gore) – the warning indication “Parental Advisory: Explicit Lyrics” on the covers of the albums.





43 – STEVIE WONDER

Ο εκ γενετής τυφλός Αμερικανός μουσικός είναι δημιουργός μιας πολύχρωμης και  ολοζώντανης μουσικής, που έχει βραβευτεί με 22 βραβεία Grammy. Κάθε δίσκος και τραγούδι που έχει ηχογραφήσει με τη Motown –με την οποία
υπέγραψε μόλις έντεκα ετών– φέρνει τη σφραγίδα της χαράς και της αισιοδοξίας, ακόμα και αν το θέμα του είναι τα φυλετικά ζητήματα ή οι ραγισμένες καρδιές. Ο ήχος του συνθεσάιζερ που εισήγαγε στη μουσική του τη δεκαετία του ’70 άλλαξε το προφίλ της R n B, ενώ τραγούδια όπως το “You are the sunshine of my life” είναι διαποτισμένα από την ηλιόλουστη φύση της ψυχής του.


The born blind American musician is the creator of a multicolor, alive and kicking music that has been awarded with 22 Grammys. Every disc and song he has recorded with Motown –with which he signed a contract just at the age of eleven– brings the stamp of delight and hopefulness, even if his theme is the racial issues or the broken hearts. The sound of the synthesizer that he ushered in his music during the decade of the ’70s changed the profile of R’ n’ B, while songs like “You are the sunshine of my life” are saturated in the sundrenched nature of his soul.




42 – ANIMALS

Το πρώτο πράγμα που μπορεί να μάθει κανείς όταν πάρει στα χέρια του μια κιθάρα είναι το “House Of The Rising Sun”. Τόσο απλή είναι η επιτυχία –κι αυτό είναι το προσόν της– που έβγαλε ένα από τα μεγαλύτερα συγκροτήματα του rock n roll. Οι “Animals” καταγράφηκαν στο Rock n Roll Hall Of Fame ως ένα από τα μεγαλύτερα συγκροτήματα που γνώρισε η βρετανική μουσική σκηνή των early ’60s. Γι’ αυτό και αποτέλεσαν μέρος της λεγόμενης “βρετανικής εξάπλωσης”, ένας όρος που περιγράφει την επέκταση της βρετανικής μουσικής σκηνής στην Αμερική αλλά και σε όλο τον υπόλοιπο πλανήτη. Ένα συγκρότημα σαν τους “Animals” συνέβαλε στο να χαρακτηριστεί το Λονδίνο πρωτεύουσα της μουσικής – ακόμα και αν το συγκρότημα σχηματίστηκε στο Newcastle-on-Tyne. Η πόλη τους είναι ένα λιμάνι της Βορειοανατολικής Αγγλίας γνωστό για τα ορυχεία του άνθρακα. Εκεί το συγκρότημα κατάφερε να αναμείξει τα αγαπημένα του αμερικάνικα μπλουζ και rhythm and blues με την καθημερινότητά τους που είναι η ζωή της ντόπιας εργατικής τάξης. Μέσα σε αυτό το κλίμα το βρετανικό συγκρότημα –του οποίου τα μέλη σήμερα βρίσκονται στα late ’60s– γνώρισε μεγάλη επιτυχία βγάζοντας τραγούδια όπως το “We Gotta Get Out Of This Place” ή το “Don’t Let Me Be Misunderstood”.


The first thing someone can learn when he takes into his hands a guitar is the “House Of The Rising Sun”. Success is so simple –and that is its virtue– that brought out one of the greatest groups of rock n roll. The “Animals” were registered in the Rock’ n’ Roll Hall Of Fame as one of the greatest groups that the British music stage became familiar with in the early ’60s. That is the reason they became part of the so called “British dissemination”, a term that describes the expansion of the British music stage in America and in the entire rest of the planet. A group like the “Animals” contributed in the characterization of London as the capital of music – even if the group was formed in Newcastle-on-Tyne. Their city is a seaport in Northeast England known for the coal mines. There the group managed to blend its beloved American blues and rhythm and blues with their daily routine that is the life of the local working class. In this climate the British group – whose members today find themselves in the late ’60s– became acquainted with a great success by recording songs like the “We Gotta Get Out Of This Place” or the “Don’t Let Me Be Misunderstood”.




41 – LEONARD COHEN ( 21/9/1934 - 7/11/2016 )

Συνθέτης, τραγουδιστής, ποιητής και συγγραφέας, ο Leonard Cohen, μέσα από μια σαγηνευτική προσέγγιση, υμνεί με τα τραγούδια του τις γυναίκες της ζωής του, το ερωτικό πάθος και τον πόνο, τη θλίψη του θανάτου, αλλά και την ελπίδα.
Από την ηλικία των 15 έως 22 ετών του, έγραψε την πρώτη του ποιητική συλλογή, “Let Us Compare Mythologies”, που εκδόθηκε προτού καν αποφοιτήσει από το πανεπιστήμιο, το 1956. Το 1963 θα ανακαλύψει την Ύδρα όπου και εγκαθίσταται συνεχίζοντας να γράφει μελαγχολικές μπαλάντες, ποιήματα καθώς και το μυθιστόρημα “Beautiful Losers” (1966). Το 1967 ο Κοέν επέστρεψε στην Αμερική όπου και κυκλοφόρησε τον πρώτο του δίσκο, “Songs Of Leonard Cohen”, στον οποίο συμπεριλαμβάνονται μερικά από τα πιο κλασικά του κομμάτια (“Suzanne”, “Sisters Of Mercy”, “So Long”, “Marianne”). Αν και η φωνή του δεν χαρακτηρίζεται “ωραία” με βάση τα συνηθισμένα κριτήρια, από την αρχή της δισκογραφικής του καριέρας, αλλά και νωρίτερα όταν έπαιζε μουσική σε κλειστούς κοινωνικούς κύκλους και στο
ραδιόφωνο, ο Κοέν ξεχώρισε και ξεχωρίζει ακόμα για την ικανότητά του να “υποτάσσει” τους ακροατές του με τη φωνή του και τον μοναδικό του τρόπο ερμηνείας των τραγουδιών του, κάτι ανάμεσα σε απαγγελία και τραγούδι.


Composer, singer, poet and author, Leonard Cohen, through a charming approach, praises with his songs the women of his life, the erotic passion and the pain, the grief of death, but also the hope. From the age of 15 until 22 years old, he wrote his first poetic collection, “Let Us Compare Mythologies”, which was published before even he graduated from university, in 1956. In 1963 he will discover the island of Hydra where he settled down continuing writing melancholic ballads, poems and also the novel “Beautiful Losers” (1966). In 1967 Cohen returns to America, where he recorded his first disc, “Songs Of Leonard Cohen”, in which were included some of his classical pieces (“Suzanne,” “Sisters Of Mercy”, “So Long”, “Marianne”). Although his voice is not characterized as “beautiful” according to the usual criteria, from the beginning of his recording career, but even earlier when he was playing music in closed social circles and on the radio, Cohen was distinguished and he is still distinguishes for his ability to “subdue” his listeners with his voice and with his unique way of performing his songs, something between reciting and singing.




40 – NICK CAVE & THE BAD SEEDS

Ποιητής, συγγραφέας, σεναριογράφος και περισσότερο απ’ όλα σπουδαίος μουσικός, ο Αυστραλός Nick Cave ξεκίνησε την ιδιοσυγκρασιακή του πορεία το 1977 ως ηγέτης των Birthday Party, και, μετά τη διάλυσή τους, με μια από τις καλύτερες
επί σκηνής μπάντες, τους Bad Seeds. Μετά τη διάλυση των Birthday Party, το 1983, ο Cave θα σχημάτιζε τους Bad Seeds, ένα γκρουπ αποτελούμενο από τον κιθαρίστα των Birthday Party Mick Harvey στα ντραμς, τον πρώην μπασίστα των Magazine Barry Adamson και τον κιθαρίστα των Einsturzende Neubauten Blixa Bargeld. Μαζί τους θα ξεκινούσε ένα ταξίδι στη σκοτεινή πλευρά του ροκ με αποσκευές τις εμμονές του για τον θάνατο, την αγάπη, την Αμερική αλλά και τις μουσικές επιρροές του από τα blues, το gospel, το πανκ και τον Elvis Presley. Με τη χαρακτηριστική φωνή του, κάτι ανάμεσα στον Leonard Cohen και στον Scott Walker, ο Cave έχει αφηγηθεί μερικές από τις πιο καταραμένα ρομαντικές στιγμές των ’80ς και θα έφτανε στα ’90ς αναγνωρισμένος ως ένας από τους σημαντικότερους crooners του ροκ. Η πορεία του, που μετράει μέχρι σήμερα 14 άλμπουμς και μερικές από τις πιο εκρηκτικές ζωντανές εμφανίσεις καλλιτέχνη τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, δεν μπορεί κανείς παρά να αναγκάσει οποιονδήποτε να παραδεχτεί πως στο πρόσωπο του Κέιβ καθρεφτίζεται η φιλοσοφία του ροκ έτσι όπως θα έπρεπε να υπηρετείται από όσους δηλώνουν νοσταλγοί του rock n roll.


Poet, writer, scriptwriter and above all, an excellent musician, the Australian Nick Cave started his temperamental way in 1977 as a leader of the Birthday Party, and, after their break up, with one of the best bands on stage, the Bad Seeds.
After the break up of the Birthday Party, in 1983, Cave would form the Bad Seeds, a group that was constituted by the guitar player of the Birthday Party, Mick Harvey on drums, the former bassist of the Magazine Barry Adamson and the guitar player of the Einsturzende Neubauten Blixa Bargeld. Together with them he would start a journey on the dark side of rock equipped with his persistence for death, for love, for America and also with his musical influence from the blues, the gospel, the punk and Elvis Presley. With his characteristic voice, something between Leonard Cohen and Scott Walker, Cave had narrated some of the most cursed romantic moments of the ’80s and he would reach the ’90s identified as one of the most significant crooners of rock. His course counts up to today 14 albums and some of the most explosive live appearances of an artist in the last three decades, and no one can but to compel whoever in admitting that the face of Cave reflects the philosophy of rock the way that it should be served by all that state themselves as nostalgics of rock’ n’ roll.




39 – THE SMITHS

Η συνάντηση του Morrissey και του Johnny Marr, ενός μουσικού που ήταν αποφασισμένος να αλλάξει τον κόσμο με τις κιθάρες του, υπήρξε το σημείο μηδέν για τη βρετανική μουσική της δεκαετίας του ’80. Ενώνοντας τη μοναξιά και την εργατική τους καταγωγή, οι δύο αταίριαστοι φίλοι θα στρατολογούσαν τον Μίκ Τζόις στα ντραμς και τον Άντι Ρουρκ στο μπάσο για να σχηματίσουν την ίσως πιο εμβληματική μπάντα της δεκαετίας του ’80 για τη Μεγάλη Βρετανία. Καταδικασμένοι να ενστερνιστούν τις αντιδραστικές απόψεις του ηγέτη τους, μεγαλούργησαν στις παρυφές της μουσικής βιομηχανίας (κυκλοφορώντας περισσότερα singles από ό,τι άλμπουμς και έχοντας αρνηθεί οποιαδήποτε προβολή τους είτε στα εξώφυλλα των δίσκων τους είτε σε video clips), επιτέθηκαν με οργή στο καθεστώς της βασιλείας αλλά και στον συντηρητισμό της Μάργκαρετ Θάτσερ, προκάλεσαν θόρυβο με τη χορτοφαγική ιδεολογία τους και προκάλεσαν πολλές φορές την κοινή γνώμη με τις δηλώσεις του Μόρισεϊ γύρω από την ανύπαρκτη σεξουαλική του ζωή. Η διάλυσή τους, το 1987, μετά από μόλις τέσσερα άλμπουμ (“The Smiths”, “Meat Is Murder”, “The Queen Is Dead”, “Strangeways Here We Come”), θα σηματοδοτούσε το τέλος μιας ολόκληρης εποχής για τη ροκ μουσική, ακριβώς την εποχή που τα ηλεκτρονικά μπιτς κέρδιζαν όλο και περισσότερους οπαδούς ανά τον κόσμο, αλλά και ένα νέο κεφάλαιο στην καριέρα του Μόρισεϊ και του Μαρ, οι οποίοι θα ακολουθούσαν προσωπικές πορείες με τον πρώτο να κρατάει ακόμη και σήμερα ζωντανό τον θρύλο της νεότητάς τους. Όσο για τη μουσική παρακαταθήκη των Smiths, και πέρα από την αμίμητη περσόνα του Μόρισεϊ στις ζωντανές τους εμφανίσεις, δύσκολα μπορεί να συναντήσεις κανείς στη σύγχρονη ιστορία της μουσικής έναν τόσο εκρηκτικό συνδυασμό ποίησης, μελαγχολίας, αθυροστομίας ποπ κουλτούρας και κιθαριστικών ακροβασιών μέσα σε 3 λεπτά ενός και μόνο τραγουδιού.


The encounter of Morrissey and Johnny Marr, a musician who was determined to change the world with his guitars, it was the point zero for the British music of the decade of the ’80s. Uniting their solitude and their working descent, the two unmatched friends would recruit Mike Joyce on drums and Andy Rourke on bass to form probably the most emblematic band of the ’80s for Great Britain. Doomed to embrace the reactionary views of their leader, accomplished great things on the fringe of the music industry (recording more singles than albums and having rejected whatever projection of theirs either on the covers of their records or on video clips), they attacked viciously the regime of monarchy and also the conservatism of Margaret Thatcher, they caused racket with their vegetarian ideology and many times they provoked the public opinion with Morrissey’s statements around his imaginary sexual life. Their break up, in 1987, just after four albums (“The Smiths”, “Meat Is Murder”, “The Queen Is Dead”, “Strangeways Here We Come”), would signal the end of a whole era for the rock music, exactly (at) the time that the electronic bits were gaining followers all the more around the world, and also a new chapter in the career of Morrissey and Marr, who would follow their own personal courses with the first one keeping even today alive the legend of their youth. As for the musical heritage of Smiths, and beyond the inimitable persona of Morrissey in their live appearances, it’s difficult for someone to meet in the modern history of music such an explosive combination of poetry, melancholy, foul-mouthing, pop culture and guitaristic brinkmanship within the 3 minutes of one and only song.




38 – JETHRO TULL

Με περισσότερες από 70 εκατομμύρια πωλήσεις και δημοτικότητα που έβρισκε διαχρονικά ανταπόκριση στο κοινό, από το art/progressive rock των ’70ς μέχρι τις πιο μπιτάτες εποχές των ’80ς και των ’90ς, οι Jethro Tull άφησαν εποχή με albums που κάλυψαν μια ευρύτατη μουσική γκάμα. Το συγκρότημα που ίδρυσε ο φλαουτίστας, συνθέτης και τραγουδιστής, Ian Anderson, το 1967 με στόχο –κατά δήλωσή του– “να μην είναι άλλο ένα blues συγκρότημα της αγγλικής σκηνής μαζί με εκείνα των Mayall, Clapton και σια”, κατάφερε κάτι εντελώς ιδιαίτερο: να μην μπορεί να το κατατάξει κάποιος ούτε το ίδιο ούτε τη μουσική του σε κάποιο συγκεκριμένο είδος. Δεν είναι blues ούτε συγκρότημα της αγγλικής folk, δεν παίζει καθαρόαιμη rock – κι ας έχει στοιχεία και από τα τρία αυτά είδη. Έχοντας πάρει το όνομά τους από τον Βρετανό αγρονόμο και μηχανικό Jethro Tull (1674-1741), που εφεύρε τη μηχανή της σποράς, ο Anderson και
το γκρουπ αυτό από τις τάξεις του οποίου πέρασαν ουκ ολίγα μέλη στη διάρκεια των τελευταίων 40 χρόνων, δημιούργησε ένα μουσικό φαινόμενο χάρη στη συνθετική ικανότητά του να αναμειγνύει με ιδανικό και εύληπτο τρόπο, στοιχεία κλασσικής ή αναγεννησιακής μουσικής με rock. Όταν το 1962 ο Ian Anderson ίδρυσε το συγκρότημά του, δεν το είχε ονομάσει “Jethro Tull”, αλλά “The Blades” (“Λεπίδες”). Το γκρουπ, όμως, δεν έγινε εξαρχής δημοφιλές. Τα ονόματα των γκρουπ επιλέγονταν συχνά τότε από τον ατζέντη του συγκροτήματος ή το προσωπικό του. Ένα μέλος του προσωπικού λοιπόν, που ήταν φανατικός της ιστορίας, ονόμασε το γκρουπ “Jethro Tull”, εξαιτίας του θαυμασμού που έτρεφε για τον συγκεκριμένο μηχανικό. Ποιος όμως ήταν ο Jethro Tull; Σπούδασε στο “St John’s College” της Οξφόρδης (από όπου λέγεται πάντως ότι δεν πήρε ποτέ πτυχία) και αργότερα στο “Gray’s Inn”. Αρχικά τον έθελξε η καριέρα του νομικού, αλλά η έλλειψη χρημάτων στην οικογένειά του, τον έστρεψε εκ νέου στη γη και τη γεωργία.


With more than 70 million sales and a publicity that was finding a timeless response from the public, from the art/progressive rock of the ’70s till the most beat seasons of the ’80s and the ’90s, Jethro Tull left an era with albums that covered a very wide spread in the musical spectrum. The group that the flute player, composer and singer, Ian Anderson, founded in 1967 with objective –as he stated– “not to be one more blues group of the English stage along with those of Mayall, Clapton etc.”, managed to succeed something entirely peculiar: that no one can classify it, neither its music, with some specific kind. It is not blues neither a group of the English folk, they don’t play purebred rock – even if it has elements from all these three kinds. Having taken their name from the British agronomist and mechanic Jethro Tull (1674-1741), who invented the sowing machine, Anderson and this group that not a few members passed from its ranks during the last 40 years, created a musical phenomenon because of its composition ability to blend in an ideal and understandable way, elements of classical or renaissance music with rock. When in 1962 Ian Anderson formed his group, he didn’t name it “Jethro Tull”, but “The Blades”. The group however did not become popular from the beginning. In those days the names of the groups were often chosen by the manager of the group or from its staff. One member of the staff then, who was a fanatic of history, named the group “Jethro Tull”, because of this admiration that he had for this specific mechanic. But who was Jethro Tull? He studied at the “St John’s College” of Oxford (and as they say, he never got a degree) and later at the “Gray’s Inn”. Initially he was fascinated with the career of a lawyer, but the lack of money in his family turned him anew to the agriculture.




37 – ARETHA FRANKLIN

Για τη μεγάλη κυρία της soul που όχι άδικα ανακηρύχθηκε από το περιοδικό Rolling Stone, σε μια ψηφοφορία του 2008, η σπουδαιότερη τραγουδίστρια όλων των εποχών, θα μπορούσαν να μιλήσουν καλύτερα οι αριθμοί και τα αμέτρητα
βραβεία που έχει κατακτήσει. Τα βραβεία της Aretha μαρτυρούν μια λαμπρή καριέρα – 18 βραβεία Grammy, 20 Νο 1 τραγούδια στο R & B Singles Chart του Billboard, 45 τραγούδα στα σαράντα πρώτα του καταλόγου του Billboard, η πρώτη γυναικά που το 1987 μπήκε στο Rock And Roll Hall Of Fame και η μόνη τραγουδίστρια που συμμετείχε στην ορκωμοσία του Μπαράκ Ομπάμα το 2009. Αλλά ακόμη και για έναν ζωντανό θρύλο του τραγουδιού όπως η Aretha Franklin, αυτό που είχε πάντοτε μεγαλύτερη σημασία, ήδη από τα παιδικά της χρόνια στο Μέμφις, ήταν η μουσική. Μεταπηδώντας από τη soul στο gospel και από την pop στην jazz, η Franklin υπήρξε μια από τις παγκόσμια πιο επιτυχημένες γυναίκες στην ιστορία της μουσικής αλλά και ένα σύμβολο της χαμένης τιμής των Αφροαμερικανών σε δεκαετίες που η μαύρη κοινότητα προσπαθούσε με αιματηρούς αγώνες να διευκρινίσει τη θέση της σε μια λευκοκρατούμενη Αμερική. Στα τέλη των ’60ς θα έφτανε στο απόγειο της καριέρας της στέλνοντας δέκα από τα τραγούδια της στο τοπ τεν των επιτυχιών μέσα σε διάστημα 18 μηνών (1967-1968), ενώ η συνεργασία της με την Atlantic παραμένει μέχρι σήμερα ιστορική. “Βασίλισσα” και στη δεκαετία του ’70, η Franklin θα έμπαινε στα ’80ς χάνοντας για πρώτη φορά το θαυμασμό κριτικών και κοινού που θα συμφωνούσαν πως οι δισκογραφικές επιλογές της υπήρξαν κατώτερες των φωνητικών δυνατοτήτων της, αλλά και πως η επιστροφή της στην gospel μουσική, με την οποία ξεκίνησε την καριέρα της, δεν ανταποκρίνονταν στη νέα εποχή. Θα ήταν όμως οι ίδιοι που ομολογούσαν πως όταν έχεις καθορίσει τόσο επιδραστικά την ιστορία της μουσικής, μπορείς απλά να υπάρχεις.


For the great lady of soul music whom rightly was pronounced from the Rolling Stone magazine, in a voting of 2008, as the most significant female singer of all times, the numbers and the innumerable awards that she has achieved could talk for themselves. Aretha’s awards testify a bright career – 18 Grammy awards, 20 Νο1 songs on the R & B Singles Chart of Billboard, 45 songs in the first forty of the catalogue of Billboard, the lady who first entered in 1987 the Rock And Roll Hall Of Fame and the only female singer who participated in the swearing-in ceremony of Barak Obama in 2009. But even for a living legend of songs like Aretha Franklin, what always had a greater meaning, even from her childhood in Memphis, was the music. Switching over from soul to gospel and from pop to jazz, Franklin was one of the internationally most successful women in the history of music and also a symbol of the lost honor of the Afro-Americans in decades that the black community was trying with bloody struggles to clarify and explain its position in a white-detained America. At the end of the ’60ς she would reach the apex of her career sending ten of her songs to the top ten successful songs within 18 months (1967-1968), while her co-operation with Atlantic remains historic till today. Still a “Queen” during the decade of the ’70s, Franklin would enter the ’80s loosing for the first time the admiration of the critics and the public who would agree that her choices in discography were lower than her phonetic capability, and that her return to the gospel music, with which she started her career, did not respond to the new age. But it would be the same people who admitted that when you have determined so effectively the history of music, you have the right simply to exist.




36 – THE CLASH

Πολέμιοι του ρατσισμού, της μοναρχίας και δηλωμένοι “αριστεροί”, οι The Clash εισήγαγαν το σκεπτόμενο ροκ ως αντίδοτο στην αναρχία και έφτασαν στην κορυφή της δημοτικότητάς τους το 1982, όταν κυκλοφόρησαν το πέμπτο άλμπουμ “Combat Rock”. Αντίβαρο στον μηδενισμό των Sex Pistols, οι Clash υπήρξαν οι επαναστάτες με αιτία του βρετανικού πανκ. Ατρόμητοι μπροστά στις μουσικές προκλήσεις της εποχής που τους γέννησε, οι Mick Jones, Joe Strummer, Paul Simonon και Nickey Headon πότισαν το σκληρό ροκ με ισχυρές δόσεις reggae, dub, funk, ska και rap
ολοκληρώνοντας ένα ηχητικό στιλ που θα έμενε διαχρονικό για τον νεοτερισμό και την πολυμορφία του. Το πρώτο τους ομώνυμο άλμπουμ κυκλοφόρησε το 1977 αλλά, παρόλη την επιτυχία του στη Μεγάλη Βρετανία, το αμερικάνικο παράρτημα της CBS αρνήθηκε την κυκλοφορία του χαρακτηρίζοντάς το ως “αντιραδιοφωνικό”. Το αποτέλεσμα ήταν πως το “The Clash” έγινε ο πιο εμπορικός δίσκος εισαγωγής στην Αμερική και κυκλοφόρησε τελικά επίσημα στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού το 1979. Τα μέσα της δεκαετίας του ’80 θα έβρισκε τους The Clash σε κατάσταση αποσύνθεσης. Το 1992, το “Should I Stay Or Should I Go” έφτασε στο νούμερο ένα των βρετανικών τσαρτς εξαιτίας ενός διαφημιστικού της Levi’s, αλλά οι φήμες για επανένωση του συγκροτήματος δεν επιβεβαιώθηκαν ποτέ. Το 1999, ο θάνατος του Joe Strummer σηματοδότησε το τέλος μιας ολόκληρης εποχής επικυρώνοντας την επίδραση των The Clash σχεδόν σε οτιδήποτε μοιάζει σήμερα με rock.


Hostile to racism, to monarchy and declared as “leftists”, The Clash ushered in the thoughtful rock as antidote to anarchy and reached the top of their publicity in 1982, when they put out their fifth album “Combat Rock”. Counterpoises to nihilism of the Sex Pistols, the Clash were the revolutionaries with a cause of British’s punk. Fearless against the music challenges of the era that gave them birth, Mick Jones, Joe Strummer, Paul Simonon and Nickey Headon watered the hard rock with strong doses of reggae, dub, funk, ska and rap completing a sound style that would remain timeless for its innovation and multiformity. Their first homonymous album was recorded in 1977 but, in spite its success in Great Britain, CBS’s American branch refused its sales characterizing it as “anti-radiophoned”. The result was that “The Clash” became the most commercial imported disc in America and finally went to the market officially on the other side of the Atlantic in 1979. The middle of the decade of the ’80s would find The Clash in a state of decomposition. In 1992, the “Should I Stay Or Should I Go” reached the number one place of British’s charts because of an advertising of Levi’s, but the rumors for the group’s getting back together was never confirmed. In 1999, the death of Joe Strummer signaled the end of a whole era validating the influence of The Clash in almost everything that today looks like rock.




35 – JOY DIVISION

Με έμφαση στην καταραμένη περσόνα του Curtis και στην εισαγωγή των απαγορευμένων για το κίνημα των πανκ συνθεζάιζερς, οι Joy Division κατάφεραν να αλλάξουν το σκηνικό της βρετανικής post-punk σκηνής σε ένα μοναδικό μουσικό ηχοπεδίο, όπου η μελαγχολία και οι επιβλητικοί ρυθμοί θα άνοιγαν νέους μουσικούς ορίζοντες. Πρώιμοι απόγονοι της έκρηξης του πανκ στη Μεγάλη Βρετανία, τα μέλη των Joy Division συναντήθηκαν σε μία συναυλία των Sex Pistols και φρόντισαν να διαχωρίσουν από νωρίς τη θέση τους, ανταλλάσοντας την “οργή” με τη “μελαγχολία”. Αρχικά γνωστό ως Warsaw, το συγκρότημα των Bernard Summer (κιθάρα και πλήκτρα), Peter Hook (μπάσο), Stephen Morris (κρουστά) και Ian Curtis (φωνητικά) μετονομάστηκε γρήγορα σε Joy Division και έγινε το πρώτο γκρουπ που υπέγραψε με την θρυλική εταιρεία του τηλεοπτικού παραγωγού Tony Wilson, Factory Records, που είχε την έδρα της στο Μάντσεστερ. Κυκλοφόρησαν το πρώτο τους άλμπουμ “Unknown Pleasures” το 1979 κερδίζοντας κριτική αποδοχή και μια ολοένα
αυξανόμενη βάση θαυμαστών που αναγνώρισαν την εσωστρέφεια της ποίησης του Curtis. Η επιτυχία του γκρουπ, όμως, δεν ήταν τόσο ισχυρή ώστε να σώσει τον Κέρτις από τους προσωπικούς του δαίμονες που τον βασάνιζαν σε όλη τη διάρκεια της σύντομης ζωής του. Το 1980, λίγο πριν από την έναρξη της πρώτης τους αμερικανικής περιοδείας, ο 24χρονος Curtis θα έβαζε τέλος στη ζωή του πάσχοντας από βαριά μορφή κατάθλιψης, μένοντας στην ιστορία του ροκ ως ένας εμβληματικός “ιδανικός αυτόχειρας”. Το δεύτερο άλμπουμ του γκρουπ, “Closer”, θα κυκλοφορούσε μετά το θάνατό του, το 1980, ανακηρύσσοντας το “Love Will Tear Us Apart” σε ύμνο των απανταχού νεορομαντικών αλλά και σηματοδοτώντας το αδιέξοδο τέλος του συγκροτήματος. Τα εναπομείναντα μέλη του γκρουπ θα σχημάτιζαν στη συνέχεια
τους New Order, ένα από τα πλέον επιδραστικά συγκροτήματα της δεκαετίας του ’80, που απομακρύνθηκε σταδιακά από το μελαγχολικό rock των Joy Division και στράφηκε περισσότερο προς τον ηλεκτρονικό ήχο.


With emphasis on the cursed persona of Curtis and the import of the forbidden for the punk movement synthesizers, Joy Division managed to change the scene of the British post-punk stage to a unique musical sound-field, where the melancholy and the imposing rhythms would open new music horizons. As Early descendants of the punk explosion in Great Brittan, the members of Joy Division met in a concert of Sex Pistols and looked after separating early their position, exchanging “anger” for “melancholy”. Initially known as Warsaw, the group of Bernard Summer (guitar and keys), Peter Hook (bass), Stephen Morris (percussions) and Ian Curtis (vocal) soon changed the name to Joy Division and became the first group that signed with the legendary company of television producer Tony Wilson, Factory Records, which had its base in Manchester. They recorded their first album “Unknown Pleasures” in 1979 winning the acceptance of the critics and a constantly growing base of followers who recognized the introversion of the poetry of
Curtis. But the success of the group was not strong enough to save Curtis from his personal demons that tormented him during his whole sort life. In 1980, just before the beginning of their first American tour, the 24 years old Curtis would put an end to his life, suffering from some kind of a heavy depression, remaining in the history of rock as an emblematic “ideal suicide”. The second album of the group, “Closer”, would be in the market after his death, in 1980, declaring the “Love Will Tear Us Apart” into a hymn of the neo-romantics everywhere and also marking the inglorious end of the group. The remaining members of the group later would form the New Order, one of the most affective groups of the decade of the ’80s that gradually moved away from the melancholic rock of the Joy Division and turned more to the electric sound.




34 – MASSIVE ATTACK

Κανένας δεν μπορεί να πει με σιγουριά πώς θα έμοιαζε σήμερα η μουσική αν στις αρχές της δεκαετίας του ’90, ένα συγκρότημα από το βροχερό Μπρίστολ της Μεγάλης Βρετανίας δεν κυκλοφορούσε το δεύτερό του μόλις single με τίτλο
“Unfished Sympathy”. Άλλαξαν όλα όσα ήξερε μέχρι τότε ο κόσμος για τη μουσική. Ανίκανοι να καταχωρίσουν εύκολα τον ήχο των Massive Attack, ένα υπνωτιστικό συνονθύλευμα ορχηστρικής μουσικής, ηλεκτρονικών μπιτ και πειραματικού ροκ, οι κριτικοί του πλανήτη έμειναν έκπληκτοι μπροστά στο αποτέλεσμα της πρώτης ολοκληρωμένης απόπειρας των Andrew Vowles (Mushroom) και Robert Del Naja (3D) που κυκλοφόρησε το 1991 με τίτλο “Blue Lines” και χαιρετίστηκε κατευθείαν ως ένας από τους δίσκους-σταθμούς των τελευταίων δεκαετιών. Χρόνια αργότερα, ο όρος “trip-hop” που έμοιαζε να περιγράφει τη μουσική τους θα γινόταν συνώνυμος με την ιλιγγιώδη πορεία του συγκροτήματος που λειτουργώντας ως κολεκτίβα θα γινόταν η μήτρα για μια μουσική σχολή η οποία περιλαμβάνει και επιδραστικούς καλλιτέχνες όπως ο Tricky και οι Portishead. Στη διάρκεια της καριέρας τους που μετράει μέχρι σήμερα τέσσερα άλμπουμ, οι Massive Attack συνεργάστηκαν με τη Madonna, τον David Bowie, την Tracy Thorn των Everything But The Girl αλλά και με τους σημαντικότερους παραγωγούς της σύγχρονης μουσικής. Χωρίς ίχνος επανάπαυσης οι Massive Attack (με μόνιμο πλέον μέλος από τα ιδρυτικά μόνο τον 3D), κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα μοναδικό σε πρωτοτυπία και υφή έργο που ξέφυγε γρήγορα από τις ταμπέλες συγκεκριμένων μουσικών ειδών και εξελίχθηκε σε έναν μοναδικό συνδυασμό οπτικοακουστικών πειραματισμών ανακηρύσσοντας το γκρουπ πρωτοπόρο και στην τέχνη των video clip.


No one can say with certainty how the music would looked like today if in the beginning of the decade of the ’90s, a group from the raining Bristol of Great Britain wouldn’t record it’s just second single with the title “Unfished Sympathy”.
They changed all that the world knew up to then about music. Unable to insert easily the sound of Massive Attack, a hypnotic jumble of orchestral music, electronic bit and experimental rock, the critics of the planet were astonished in front of the result of the first completed attempt of Andrew Vowles (Mushroom) and Robert Del Naja (3D) that was recorded in 1991 with the title “Blue Lines” and it was instantly welcomed as one of the record-landmarks of the last decades. Years later, the term “trip-hop” that look like it described their music would become synonymous with the dizzying course of the group that was working as a collective farm and it would be the womb for a school of music that included also influential artists like Tricky and the Portishead. During their career that counts till today four albums, Massive Attack worked together with Madonna, David Bowie, Tracy Thorn of Everything But The Girl and also with the most significant producers of modern music. Without a trace of contention, Massive Attack (now with permanent member from the founding ones only the 3D), managed to create a unique work in originality and structure that immediately escaped from the signs of specific music kinds and they developed into a unique combination of audiovisual experimentations proclaiming the group as a pioneer also in the art of video clips.




33 – BEE GEES

Ξεκίνησαν στα τέλη των ’60ς για να γίνουν το μοναδικό συγκρότημα που συγκρίθηκε τόσο άμεσα με τους Beatles, αλλά και μια ιδιαίτερη μπάντα η οποία ξεχώρισε για το βιμπράτο της φωνής του Robin Gibb αλλά και για το μοναδικό στην
ιστορία φαλτσέτο του Barry Gibb. Λίγα πράγματα θα είχαν συμβεί στην πορεία των τριών αδελφών Γκιμπ (Μπάρι, Μόρις, Ρόμπιν), αν το 1977 δεν συμφωνούσαν να υπογράψουν το soundtrack για την ταινία του Τζον Μπάνταμ “Saturday Night Fever” με πρωταγωνιστή τον Τζον Τραβόλτα, η ταύτιση, όμως, των Bee Gees με την ντίσκο μουσική –γεγονός που και οι
ίδιοι δεν θα μπορούσαν να αποτρέψουν βλέποντας το “Night Fever” και το “More Than A Woman” να μετατρέπονται εν μία νυκτί σε ύμνους στις ντισκοτέκ του πλανήτη– βάζει σε δεύτερη μοίρα το ξεκίνημα του συγκροτήματος που για ειδικούς και μη αξίζει ειδικής μνείας στη μουσική πρωτοπορία της δεκαετίας του ’60. Μετά από μια συγκομιδή 9 άλμπουμ (ανάμεσά τους και το τιμημένο “Odessa” του 1969 που μόλις πρόσφατα κερδίζει τη δική του ξεχωριστή θέση στην ιστορία της μουσικής), οι Bee Gees αποχωρίστηκαν τις επιρροές των blues και του soft rock. Τα υπόλοιπα ανήκουν στην ιστορία καθώς το “Saturday Night Fever” τους έστειλε στην κορυφή του κόσμου ως ένα από τα πιο εμπορικά άλμπουμς της δεκαετίας του ’70, έβδομο στη λίστα των πιο εμπορικών δίσκων όλων των εποχών και αποκλειστικά υπεύθυνο για την έκρηξη της ντίσκο. Οι Bee Gees θα συνέχιζαν την πορεία τους και τη δεκαετία του ’80 χωρίς ωστόσο να καταφέρουν να επαναλάβουν την επιτυχία του “Saturday Night Fever”, ο Barry Gibb συνεργάστηκε με μεγάλες φωνές της μουσικής, ενώ το 2001 κυκλοφόρησαν το τελευταίο τους άλμπουμ λίγο πριν ο θάνατος του Maurice Gibb σηματοδοτήσει το οριστικό τέλος του συγκροτήματος.


They started at the end of the ’60s to become the only group that was compared so directly with the Beatles, but also a unique band which was distinguished for the vibrato of the voice of Robin Gibb and also for the unique in history discordant of Barry Gibb. Few things would have happened in the way of the three Gibb brothers (Barry, Maurice, Robin), if in 1977 they did not agree to underwrite the soundtrack of John Bantam’s movie “Saturday Night Fever” with John Travolta as the leading actor. But the identification of the Bee Gees with the disco music a fact that even themselves couldn’t prevent, seeing the “Night Fever” and the “More Than A Woman” to be transformed in one night into hymns in the discothèques of the planet– it puts in second lot the starting of the group which for specialists and non-specialists does worth a special mention in the music innovation of the decade of the ’60s. After a harvest of 9 albums (amongst them the honored “Odessa” of 1969 which just recently won its own special place in the history of music), the Bee Gees separated the influences of blues and of soft rock. The rest belongs to history as the “Saturday Night Fever” sent them to the top of the world as one of the most commercial albums of the ’70s, seventh in the list of the most commercial albums of all times and exclusively responsible for the explosion of disco. The Bee Gees would continue their march and the decade of the ’80s without however being able to repeat the success of “Saturday Night Fever”, Barry Gibb worked with great voices of music, while in 2001 he recorded their last album just before the death of Maurice Gibb which signaled the final end of the group.




32 – SEX PISTOLS

Σκανδάλισαν μια χώρα που πάντα περηφανευόταν για τους καλούς της τρόπους και πέρασαν το μήνυμα ότι η κατάσταση δεν αλλάζει παρά μόνο αν επιτεθείς σε ό,τι σε καταπιέζει. Έφεραν το χάος και μετά διαλύθηκαν. Άφησαν τους άλλους να
καθαρίσουν τα σπασμένα. Η αλήθεια, όντως, κρύβεται στους Sex Pistols. Το rock δεν ήταν ποτέ ξανά το ίδιο μετά τους Sex Pistols, τέσσερις άεργους, αδέκαρους punks που σύχναζαν στο “Sex”, το κατάστημα “εναλλακτικής” μόδας του
Malcolm McLaren, στο Λονδίνο της χαοτικής δεκαετίας του ’70. Τα ανήσυχα “παιδιά” έψαχναν για σκηνή και ο μάνατζέρ τους McLaren ένα punk γκρουπ για να προωθήσει τα rock n roll ρούχα του. Τελικά, με την αναίδειά τους να προβάλλουν την οργισμένη κακοφωνία τους, κατάφεραν να χαρίσουν ελευθερία στη μουσική έκφραση και να γίνουν οι αντιήρωες που είχαν τα κότσια να τα βάλουν με το κατεστημένο. Στα δύο τρία –μόλις– χρόνια της πορείας των Sex Pistols, η συνεργασία τους με δύο δισκογραφικές απέδωσαν έναν –υπερχυμώδη– καρπό: “Το Never Mind The Bollocks, Here’s The Sex Pistols”. Ο εμπρηστικός δίσκος ταίριαζε στον νεανικό θυμό ενός έθνους καταπονημένου από τη φτώχεια, την ανεργία και το θάνατο της άλλοτε κραταιάς αυτοκρατορίας. Το βέβηλο single “God Save the Queen” καταφερόταν – πρωτοφανώς στα χρονικά– εναντίον της βασίλισσας προκαλώντας δημόσιο σκάνδαλο από την πρώτη ημέρα κυκλοφορίας του – στην επέτειο του αργυρού ιωβηλαίου της (1977). Αυτό που δεν τολμούσαν να θίξουν ούτε οι ακραίοι αριστεροί το έκανε ένα άσημο –μέχρι τότε– συγκρότημα. Κάθε προσπάθεια σίγασής τους, φυσικά, φούντωνε μόνον την απήχησή τους. Η ελπίδα που έφεραν μέσα στην απόγνωση ένωσε σε μια μάχη πολλούς θυμωμένους νέους, καθιερώνοντας το punk σαν μόδα. Ύστερα από κάθε εμφάνισή τους ξεφύτρωναν 6-7 καινούργια συγκροτήματα. Η ιστορική συναυλία τους (4 Ιουλίου 1976) στο Lesser Free Trade Hall, στο Μάντσεστερ, επηρέασε όσο το Woodstock και το Live Aid, διότι ενέπνευσε μία ντουζίνα παρευρισκομένων να κάνουν τη δική τους μουσική: Ο Morrissey και ο Mark E Smith, που κατόπιν σχημάτισαν τους Smiths και τους The Fall αντίστοιχα. Μερικά τυπάκια που έγιναν οι Buzzcocks και κάποιοι άλλοι που σχημάτισαν ένα
γκρουπ ονόματι Joy Division. Όσοι ήταν εκεί άκουγαν τους βρυχηθμούς του ζόρικου Johnny Rotten –που είχαν κάτι από εξορκισμό– και σκέφτηκαν ότι εκείνοι μπορούσαν να γίνουν πολύ καλύτεροι. Και έγιναν.


They scandalized a country that always took pride for its good manners and they passed the message that the situation doesn’t change unless you attack whatever oppresses you. They brought the chaos and then they dissolved. They left the others to clean everything that was shattered. Indeed the truth is hidden in the Sex Pistols. Rock was never the same after the Sex Pistols, four unemployed, penniless punks who were hanging out at “Sex”, the “alternative” fashion store of Malcolm McLaren, in London of the chaotic decade of the ’70s. The anxious “children” were looking for a stage and their manager McLaren was looking for a group to promote his rock’ n’ roll clothes. Finally, with their insolence to show off their angry cacophony, they succeeded to set free the musical expression and to become the anti-heroes who had the guts to battle with the establishment. In the just two - three years of the procession of Sex Pistols, their cooperation with two recording companies rendered one –very juicy– fruit: the “Το Never Mind The Bollocks, Here’s The Sex Pistols”. The inflammatory disc was matching the youthful anger of a nation exhausted by poverty, unemployment and the death of the once upon mighty empire. The profane single “God Save the Queen” accused – unprecedentedly in history– the queen, causing a public scandal from its first day of circulation – in the anniversary of her silver jubilee (1977). Something that even the extreme leftists couldn’t dare to insult, an unknown –till then– group did it.


31 – JANIS JOPLIN (19/1/1943 - 4/10/1970)

Αποτελεί την αφρόσκονη της μυθολογίας του rock της εποχής της μεγάλης αμφισβήτησης. Προσωποποίησε τα γυναικεία blues με μια ψυχεδελική rock φωνή και όρισε τον δικό της χώρο στην ανδροκρατούμενη rock μουσική σκηνή στα τέλη
των επαναστατικών sixties. Το στίγμα που άφησε στη μουσική ήταν αντιστρόφως ανάλογο του σύντομου βίου της. Με κύριο σώμα τις μουσικές ρίζες της πατρίδας της (του Τέξας), με τη δύναμη του gospel της Νότιας Αμερικής σε πρώτο πλάνο και με τις διαρκείς rock, jazz και soul προσμείξεις της, καλλιέργησε μια homemade καλλιτεχνική ταυτότητα, το
ιδανικό πλαίσιο για την –όσο καμιά άλλη– ερωτική και μελαγχολική φωνή της. Η Janis Joplin, η οποία πέθανε σε ηλικία 27 ετών, ήταν η ενσάρκωση της αντίφασης: Αδάμαστη και βαθιά ευάλωτη, θρασύς και ντροπαλή. Η μπλουζ αμεσότητα και η τζαζ ευελιξία της φωνής της τράβηξαν την προσοχή των Big Brother & The Holding Company. Με την Joplin στους κόλπους του πια, το ανερχόμενο συγκρότημα “συστήθηκε” για τα καλά στο κοινό το 1968, στο Monterey festival, την πρώτη ροκ έκρηξη –προθάλαμο του Woodstock– που συνέβη ποτέ στη Δύση. Με ένα μπουκάλι Southern Comfort στο χέρι και με μια φωνή που “βράζει”, η Joplin απέδωσε με αυθεντικό ερμηνευτικό feeling τη σκληρότητα του “Ball n Chain” διευρύνοντας το status της σε θρυλικά επίπεδα. Μαζί με άλλους μεγάλους μύθους της εποχής (Jimi Hendrix, Jim Morrison, κ.α.) που τραγούδησαν τη χίπικη ουτοπία, η Joplin προσέφερε στο μεγάλο μουσικό χάπενιγκ τη λάμψη της γυναίκας που δεν φοβόταν να διεκδικήσει την απελευθέρωσή της. Το χυμώδες ταμπεραμέντο της ωρίμασε στο δίσκο της Pearl, που ηχογράφησε το 1970 με το δικό της μουσικό σχήμα The Full Tilt Boogie Band και τον παραγωγό των Doors, Paul Rotchild.


She constitutes the mythology’s “foam-dust” of rock for the period of the great doubt. She personalized the feminine blues with a psychedelic rock voice and set her own space in the men dominated stage of rock music towards the end of the revolutionary sixties. The stigma that she left in music was reversely proportional to her brief lifetime. With main chief body the musical roots of her homeland (Texas), with the power of the gospel of South America in the foreground and with her constant rock, jazz and soul mixtures, she cultivated a homemade artistic identity, the ideal frame for her erotic and melancholic voice – as none other. Janis Joplin, who died at the age of 27, was the personification of contradiction: Untamed and deeply vulnerable, audacious and shy. The directness of the blues and the jazz flexibility of her voice drew the attention of the Big Brother & The Holding Company. With Joplin in their bosom now, the rising group was “introduced” for good to the public in 1968, at the Monterey festival, the first rock explosion –the “foyer” of Woodstock– that ever happened in the West. With a bottle of Southern Comfort in her hand and with a “boiling” voice, Joplin rendered with an authentic explanatory feeling the cruelty of “Ball n Chain” broadening her status to legendary heights. Along with other great myths of that time (Jimi Hendrix, Jim Morrison, etc.) who sung the hippy utopia, Joplin offered to the great music happening the glamor of the woman who was not afraid to claim her liberation. Her juicy temperament ripened in the dick Pearl, that was recorded in 1970 with her own music form The Full Tilt Boogie Band and the producer of Doors, Paul Rotchild.


30 – RADIOHEAD

Μπορεί το “Creep” του 1992 (από το πρώτο τους άλμπουμ “Radio Honey”) να ανακηρύχτηκε σε ροκ ύμνο για τους έφηβους του πλανήτη και μόνιμο τμήμα των ραδιοφωνικών air play, αλλά οι Radiohead είχαν κρυμμένους άσους στο μανίκι τους. Μετά από μια εξαντλητική περιοδεία ως support act των R.E.M. στις συναυλίες για το “Monster”, το γκρουπ κυκλοφόρησε το δεύτερο άλμπουμ “The Bends”, το 1995, πείθοντας ακόμη και τους πιο δύσπιστους πως η περίπτωσή τους δεν μπορούσε να εξαντληθεί σε συγκρίσεις με τους Nirvana. Η υψηλή αισθητική του συγκροτήματος σε συνδυασμό με τις φωνητικές ακροβασίες του ηγέτη τους, Thom Yorke, μπορεί να μην έστειλε το “The Bends” στην κορυφή των καταλόγων επιτυχιών, αλλά σταθεροποίησε την κριτική τους αποδοχή. Η κυκλοφορία του “Ok Computer” άφησε τόσο έντονα το αποτύπωμά της στη μουσική βιομηχανία στέλνοντας το συγκρότημα οριστικά και δια παντός στην κορυφή του κόσμου. Μείγμα ηλεκτρονικών πειραματισμών, σκληρού progressive rock και στίχων που αντανακλούσαν περισσότερο από οτιδήποτε τον ερχομό του νέου αιώνα, το “Ok Computer” φιγουράρισε στην κορυφή των λιστών για τα καλύτερα άλμπουμ της δεκαετίας του ’90. Το 2007 οι Radiohead κυκλοφόρησαν το “In Rainbows” μέσω διαδικτύου προσφέροντας την επιλογή στους θαυμαστές τους να πληρώνουν κατά βούληση για την αγορά του καινούργιου τους άλμπουμ επιβεβαιώνοντας τη μοναδική τους θέση στη σύγχρονη μουσική σκηνή.


Maybe the “Creep” of 1992 (from their first album “Radio Honey”) was declared into a rock hymn for the teenagers of the planet and a permanent segment of the radios air play, but Radiohead had an ace up their sleeve. After an exhaustive tour as support to R.E.M. in the concerts for the “Monster”, the group circulated the second album “The Bends”, in 1995, convincing even the most distrustful person that their case couldn’t be exhausted in comparisons with Nirvana. The high aesthetic of the group in combination with the vocal acrobatics of their leader, Thom Yorke, maybe didn’t send “The Bends” to the top of the catalogs of successes, but it stabilized the acceptation of their critics. The circulation of “Ok Computer” left with such an intense its mark in the music industry, sending the group for good and forever on the top of the world. A mixture of electronic experimentations, hard progressive rock and lyrics that reflected more than anything the coming of the new century, the “Ok Computer” figured on the top of the lists for the best albums of the decade of the ’90s. In 2007 Radiohead circulated the “In Rainbows” through the internet offering the choice to their admirers to pay at will for the purchase of their new album confirming their unique position on the scene of modern music.


29 – BRUCE SPRINGSTEEN

Από το 1973 ως σήμερα, το “Αφεντικό” τραγουδάει για μια διαφορετική, σκονισμένη Αμερική, γεμάτη ανεκπλήρωτα όνειρα.Το 1984, ο Bruce Springsteen ήταν ήδη ο αγαπημένος ροκ σταρ της αμερικανικής εργατικής τάξης. Όμως, αν υπάρχει μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή που μετατράπηκε σε είδωλο της ποπ κουλτούρας, αυτό έγινε σίγουρα με την κυκλοφορία του άλμπουμ “Born in the USA” και την περίφημη φωτογραφία του εξωφύλλου του δια χειρός Annie Leibovitz. Το “Born in the USA” έμελλε να είναι το πιο επιτυχημένο της καριέρας του, με επτά τοπ 10 singles – αν και ίσως όχι και το πιο αγαπημένο του Bruce, ο οποίος θεωρούσε ότι το συγκεκριμένο άλμπουμ του άλλαξε τη ζωή, αλλά ότι
μερικά από τα πιο δυνατά τραγούδια που είχε γράψει βρίσκονταν στο “Nebraska”.Οι απόψεις του ήταν πάντα προοδευτικές: κατά της πυρηνικής ενέργειας, υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πρόσφατα και υπέρ των ομόφυλων γάμων. Έκανε ολόκληρη την εμπειρία της 11ηςΣεπτεμβρίου 2001 άλμπουμ – το “The Rising”. Και συνεχίζει να βγάζει υπέροχα τραγούδια, όπως το “The Wrestler”, από την ομώνυμη ταινία με τον Μίκι Ρουρκ. “Εγώ είμαι ο Πρόεδρος, εκείνος είναι το Αφεντικό”, είπε ο Μπαράκ Ομπάμα το βράδυ της 6ης Δεκεμβρίου, όταν τον υποδέχτηκε στον Λευκό Οίκο. Οι στίχοι του μιλάνε για μια άλλη Αμερική, ξεχασμένη και ονειροπόλα. Και αν ακούσεις τα τραγούδια του και κλείσεις τα μάτια, μπορείς να δεις τις αμερικανικές πόλεις, τους απέραντους διαπολιτειακούς αυτοκινητόδρομους, τα τεράστια σούπερ
μάρκετ, τα βιομηχανικά κτίρια, τα μάτια των ανθρώπων.


From 1973 till today, the “Bose” sings a different, dusted America, foul with unaccomplished dreams. In 1984, Bruce Springsteen was already the beloved rock star of America’s working class. But, if there is a specific moment of time that he was transformed into an idol of pop’s culture, surely that happened with the circulation of the album “Born in the USA” and with the famous picture of its cover made by the hands of Annie Leibovitz. “Born in the USA” was going to be the most successful of his career, with 10 top singles – although maybe not the most beloved of Bruce himself, who was considering that his particular album changed his life, and that some of the most powerful songs he had written were in the record “Nebraska”. His views were always progressive: against nuclear power, in favor of human rights, and recently in favor of homosexual marriages. He made the whole experience of September the 11th an album entitled “The Rising”. And he continues to put out fantastic songs, like “The Wrestler”, from the homonymous movie with Mickey Rourke. “I am the President, he is the Bose”, said Barack Obama the night of the 6th of December, when he welcomed him in the White House. His lyrics speak of another America, forgotten and dreamy. And if you listen to his songs and close your eyes, you can see the American cities, the vast interstate highways, the huge super markets, the industrial buildings, the eyes of the people.


28 – JAMES BROWN (3/5/1933 - 25/12/2006)

Κανένας άλλος μουσικός δεν έχει τόσα πολλά ψευδώνυμα: Mr. Dynamite, Soul Brother Number One, The Hardest Working Man in Show Business. Ο περισσότερος κόσμος, πάντως, τον φωνάζει “Νονό της Σόουλ”. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60, οι μαύροι γνώριζαν ήδη ότι κάθε συναυλία του James Brown ήταν ένα ξέφρενο πάρτι οι λευκοί, πάλι, όχι. Ο James Brown είναι ένας από τους πιο σημαντικούς μουσικούς του 20 ου Mαιώνα, αφού κατάφερε δύο πράγματα: να μεταποιήσει το gospel και το rhythm n blues σε σόουλ, αλλά και να μετατρέψει την soul σε funk. Παράλληλα, σημάδεψε και πολλά άλλα μουσικά είδη, από το rock και την jazz ως την disco, ενώ σήμερα, η φωνή του και ο ρυθμός του έχουν γίνει sample σε δεκάδες κομμάτια. Το φαινόμενο James Brown το αντιλαμβάνεσαι καλύτερα αν το ζήσεις live. Πάνω στη σκηνή, ο μικρόσωμος μουσικός από τη Νότια Καρολίνα, επιβεβαιώνοντας το παρατσούκλι του μετατρέπονταν σε δυναμίτη. Ένα θαύμα αντοχής – στο τέλος ο MC, κι ενώ ο Brown ήταν πεσμένος στα γόνατα, του έριχνε μια κάπα στους ώμους και τον συνόδευε εκτός σκηνής όσο οι The Famous Flames τραγουδούσαν “Please, Please, Please don’t go”. Στη συνέχεια επέστρεφε για ανκόρ. Πληθωρικός τόσο στη σκηνή όσο και στην προσωπική ζωή του, εκτός από περίπου 800 τραγούδια (μεταξύ των οποίων τα “I Got You (I Feel Good)”, “It’s a Man’s World”, “Sex Machine”) πεθαίνοντας άφησε πίσω του και 14 παιδιά, 16 εγγόνια, δεκάδες ερωμένες και πρώην συζύγους. Πάντως, στις 25 Δεκεμβρίου 2006, ο James Brown δεν ήταν προετοιμασμένος να πεθάνει. Είχε σκοπό να εξουθενώσει τους οπαδούς του σε πρωτοχρονιάτικη συναυλία στο Μανχάταν και να περιοδεύσει μέχρι το Φεβρουάριο. Είχε επίσης, κλείσει ραντεβού με τον οδοντίατρο.


None other musician has so many pseudonyms: Mr. Dynamite, Soul Brother Number One, The Hardest Working Man in Show Business. But most of the people call him “Godfather of the Soul”. In the beginning of the decade of the ’60s, the blacks already knew that every concert of James Brown was a delirious party; but not the whites. James Brown is one of the most significant musicians of the 20th century, since he accomplished two things: to alternate the gospel music and the rhythm n’ blues into soul music, and change the soul music into funk. At the same time, he also marked many other music kinds, from rock and jazz up to disco, while today, his voice and his rhythm have become a sample in tenths of pieces. The phenomenon of James Brown you can understand it better if you experience it on live. On the stage, the extremely small in size musician from South Carolina, confirming his nickname he was changing into dynamite. A miracle of endurance: at the end, MC, and while Brown was fallen on his knees, through a cape on his shoulders and escorted him off the stage as The Famous Flames were singing “Please, Please, Please don’t go”. Next, he returned for anchoring. Plethoric just as much as on the stage, the same was in his personal life, because except from approximately 800 songs (among them the “I Got You (I Feel Good)”, “It’s a Man’s World”, “Sex Machine”), when he died he left behind 14 children, 16 grandchildren, tenths of mistresses and ex-wives. In any case, on the 25th of December 2006, James Brown was not prepared to die. He had purposed to wear out his followers in a New Year’s concert in Manhattan and to continue his tour till February. He had also arranged an appointment with the dentist.



27 – LOUIS ARMSTRONG (4/8/1901 - 6/7/1971)

Η επιρροή του εκτείνεται πέρα από τα όρια της τζαζ: Μέσα από τη δημιουργική του επαφή με τα blues, χειριζόταν αβίαστα τα λατινοαμερικανικά έθνικ και περνούσε στις κλασσικές συμφωνίες και την όπερα. Λίγα κομμάτια στη γραμμική ιστορία της μουσικής μπορούν να προκαλέσουν το ρίγος της συγκίνησης που διεγείρει η ερμηνεία του Louis Armstrong στο “What A Wonderful World”. Η βαθιά και εκφραστική φωνή του μετέφραζε τη μουσική σε εικόνες και συναισθήματα με τρόπο απαράμιλλο – σε βαθμό που κάνει τον ακροατή να συμφωνεί ή να αναθεωρεί. Το κομμάτι έδεσε με την ταινία “Goodmorning Vietnam” και χαράχτηκε με χρυσά γράμματα στο μεγάλο βιβλίο της μουσικής. Η χαρισματική παρουσία του Armstrong κόσμησε τη μουσική σε πολλαπλά επίπεδα: Αρχικά διακρίθηκε ως βιρτουόζος του κορνέτου και της τρομπέτας. Σύντομα, η εκφραστική ωριμότητα της βελούδινης φωνής του τον οδήγησε στα φωνητικά, όπου καθήλωνε με την επιδεξιότητά του στο scat (τραγούδι με συλλαβές αντί λέξεων) – βοηθώντας στη διάδοσή του. είχε επίσης σημαντική συνεισφορά στην ανάδειξη του ρόλου τού σολίστα, συμβάλλοντας στη μετατροπή του είδους της jazz από μια συλλογική κατά βάση μουσική σε μια μορφή τέχνης με μεγάλα περιθώρια αυτόνομης έκφρασης του μουσικού. Το γλυκό παρουσιαστικό του γέμισε εκφραστικά και την οθόνη, αφού εμφανίστηκε σε αρκετές ταινίες του Χόλυγουντ: Στη “High Society”, όπου ερμήνευσε το “Now You Has Jazz” ντουέτο με τον Bing Crosby, στη “New Orleans” πλάι στην Billie Holiday ή στη “Hello Dolly” μαζί με την Barbra Streisand.


His influence stretches beyond the limits of jazz: through his creative contact with blues, effortlessly he was handling the Latin-American ethnic and passing into classical symphonies into opera. Few pieces in the linear history of music can cause the shivering that arouses from Louis Armstrong’s rendition of “What A Wonderful World”. His deep and expressive voice translated music into pictures and feelings with an unparalleled way – to the point that makes the listener to agree or to revise. This piece clicked with the move “Goodmorning Vietnam” and was engraved with golden letters in the big book of music. The charismatic presence of Armstrong adorned the music in multiple levels. Initially, he was distinguished as a virtuoso of the cornet and the trumpet. Soon, the expressive maturity of his velvet voice led him to vocals, where he captured the people with his skill in scat (song with syllables instead of words) and helping in its spread. He also had a significant contribution in the prominence of the role of the soloist, contributing in the modification of the jazz kind from a basically collective music to a form of art with large latitude of autonomic expression of the musician. His sweet appearance filled also expressively the screen, since he appeared in some Hollywood’s movies: In “High Society”, where he rendered the “Now You Has Jazz” duet with Bing Crosby, in “New Orleans” on the side of Billie Holiday or in “Hello Dolly” together with Barbra Streisand.



26 – ERIC CLAPTON 

Το παίξιμο της κιθάρας του παραμένει πάντα αναπάντεχα εκπληκτικό όσες φορές κι αν τον ακούσεις – είτε στο προκλητικό “Sunshine of your love” των Cream, είτε στο γλυκό “Wonderful Tonight”. Μια ζωή που ξεκίνησε σαν θέατρο, αφού ο μικρός Eric που γεννήθηκε στο Surrey της Αγγλίας, μεγάλωσε με τον παππού και τη γιαγιά του, νομίζοντας ότι η μητέρα του Πατρίσια –που τον γέννησε σε ηλικία 16 ετών– ήταν αδελφή του. Ήσυχος και ευγενικός, ο Eric μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον γεμάτο μουσική: η γιαγιά έπαιζε πιάνο και όλοι απολάμβαναν τη μουσική των big bands. Πίστευε ότι τα blues ήταν μια μουσική συμβατή με την ψυχή του – αφού ένιωθε outsider και διαφορετικός. Το 1963, η φήμη ότι ήταν φοβερός κιθαρίστας εξαπλώθηκε στις παμπ του Λονδίνου και ο Eric Clapton έγινε μέλος του γκρουπ The Yardbirds. Το 1965, ο John Mayall τον κάλεσε στην πάντα του, τους Bluesbreakers. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία: το 1966 γεννήθηκαν οι Cream και ο Eric Clapton έγινε σούπερ σταρ ο κορυφαίος λευκός κιθαρίστας των μπλουζ. Ύστερα γονάτισε – αιτία ήταν η ηρωίνη και η Pattie Boyd, η σύζυγος του George Harrison, με την οποία ήταν ερωτευμένος και για την οποία έγραψε το τραγούδι “Layla”. Φιλάνθρωπος και αλκοολικός, με μια τεράστια συλλογή από κιθάρες αλλά και από βραβεία Grammy, ο Eric Clapton έχει γράψει μουσική για ταινίες και έχει δώσει χιλιάδες συναυλίες. Το 1991, μετέτρεψε τον πόνο του θανάτου του γιου του σε ένα μοναδικό τραγούδι, το “Tears in Heaven”.


His guitar playing remains always unexpectedly amazing every time you would listen to him – whether in the provocative “Sunshine of your love” of Cream, or in the sweet “Wonderful Tonight”. A life that begun like a theater, because little Eric, who was born in Surrey of England, grew up with his grandfather and grandmother, thinking that his mother, Patricia –who gave him birth at the age of 16– was his sister. Quiet and polite, Eric grew up in an environment full of music: the grandmother was playing piano and they all enjoyed the music of the big bands. He believed that the blues was a music compatible to his soul – since he was feeling as an outsider and different. In 1963, the fame that he was a tremendous guitar player was spread around the pubs of London and Eric Clapton became a member of the group The Yardbirds. In 1965, John Mayall called him in his band, the Bluesbreakers. The rest is history: in 1966 the Cream was born and Eric Clapton became a superstar; the outstanding white man guitarist of blues. Then, he felt to his knees – heroin was the cause and Pattie Boyd, the wife of George Harrison, with whom he was in love and for whom he wrote the song “Layla”. Philanthropist and alcoholic, with a huge collection of guitars and also Grammy awards, Eric Clapton has written music for movies and he has given thousands of concerts. In 1991, he transformed the pain of his son’s death into a unique song, the “Tears in Heaven”.



25 – THE CURE 

Με τη μουσική γραμμένη στο DNA του, αφού εκτός από κιθάρα παίζει και μπάσο, πλήκτρα, βιολί, φλάουτο και τρομπέτα, ο Smith είναι η καρδιά των Cure, αφού στα τριάντα χρόνια της ζωής του γκρουπ έχει γράψει τα περισσότερα από τα αξέχαστα τραγούδια τους. Παράξενη φωνή, παράξενη εμφάνιση και μερικά από τα ωραιότερα τραγούδια των ’80s. Όλα ξεκίνησαν το 1976 με τους Easy Cure. Ο Robert Smith στην κιθάρα και στα φωνητικά, οι συμμαθητές του Michael Dempsey στο μπάσο και Lol Tolhurst στα ντραμς, και ο Porl Thompson, επίσης στην κιθάρα, έγραφαν τραγούδια τα οποία
έπαιζαν στους ντόπιους φαν τους στη Νότια Αγγλία. Το 1978, αποχώρησε ο Porl, όπως και η λέξη “Easy” από τον τίτλο του γκρουπ. Τα επόμενα χρόνια, μπασίστες και ντράμερ πηγαινοερχόταν – σταθερός παρέμεινε ο Robert Smith. Με το λευκό πρόσωπο, το κόκκινο κραγιόν, τα αραχνοΰφαντα μαλλιά και τα μαύρα ρούχα, ο Smith ήταν πάντα η βιτρίνα των Cure. Καθιέρωσαν το goth στυλ, αν και εκείνος δεν θέλει τη λέξη αυτή ως ετικέτα δίπλα στους Cure, θεωρώντας ότι το gothic rock είναι “εξαιρετικά βαρετό και μονότονο”. Οι Cure είναι αναμφισβήτητα ένα κορυφαίο συγκρότημα της post-punk, στον Smith όμως δεν αρέσουν οι κατηγοριοποιήσεις. “Παίζω απλά μουσική των Cure, ό,τι ι αν είναι αυτό”. Τα άλμπουμ Faith, Pornography, Disintegration – είχαν για θέμα τη μοναξιά και την απομόνωση. Ο Smith είπε για το Disintegration, το πιο επιτυχημένο της καριέρας τους: “Αυτή είναι η δυσκολία του να γράφεις τραγούδια που είναι λίγο καταθλιπτικά. Ο κόσμος πιστεύει ότι είσαι έτσι όλη την ώρα, δεν νομίζω όμως ότι μπορώ να γράψω όταν έχω κατάθλιψη”. Καταθλιπτικά ή ξέφρενα, τα τραγούδια τους, από το “Killing an Arab” ως το “Friday I’m in love”, είτε σε ρίχνουν στο σκοτάδι είτε σε κάνουν να χοροπηδάς.


With the music written in his DNA, because besides being a guitar player he also plays bass, keys, violin, flute and trumpet, Smith is the heart of the Cure, since in the thirty years in the life of the group he has written most of their unforgettable songs. A strange voice, a peculiar strange appearance and some of the most beautiful songs in the annals of the ’80s. It all started in 1976 with the Easy Cure. Robert Smith as guitar player and vocalist, his schoolmates Michael Dempsey οn bass, Lol Tolhurst ond rums and Porl Thompson, also as guitar payer, they were writing songs which they were playing to their local fans in Southern England. In 1978, Porl left, just as the word “Easy” also left from the title of the group. The following years, bassists and drummers were coming and going – Robert Smith remained steady. With the white face, the red lipstick, the flimsy hair and the black clothes, Smith was always the facade of the Cure. He established the goth style, although he doesn’t want this word as a label next to the Cure, considering that the gothic rock is “extremely boring and monotonous”. Undoubtedly the Cure is an outstanding group of post-punk, but Smith doesn’t like classifications. “I simply play Cure’s music, whatever that is”. The albums “Faith”, “Pornography”, “Disintegration” – had for a theme the solitude and the isolation. Smith said for the “Disintegration”, the most successful of their career: “This is the difficulty of writing songs that they are a little depressing. The world believes that you are like that all the time; but I don’t think I can write when I am depressed”. Depressing or delirious, their songs, from the “Killing an Arab” to “Friday I’m in love”, either they throw you in the darkness or the make you jump.



24 – ELTON JOHN 

Πάντα φαντασμαγορικός, παρέμεινε απόλυτα επίκαιρος σχεδόν καθένα από τα 30 χρόνια της καριέρας του, χάρη στην ευκολία του να ξεπερνά από τη soul στην disco και από την country στις κλασσικές rock μπαλάντες. Καθώς η δεκαετία του ’70 άνοιγε νέους μουσικούς ορίζοντες προς όλες τις κατευθύνσεις, ο Elton John έμοιαζε να αποτελεί το χαρακτηριστικό παράδειγμα του σόλο καλλιτέχνη ο οποίος μπορούσε να αντικαταστήσει τα παιδιά των λουλουδιών στη μουσική αγορά. Από την αρχή της καριέρας του οι υπερβολές του έμειναν θρυλικές: με μια σειρά από πολυτελή αυτοκίνητα, με ατέλειωτα ζευγάρια γυαλιά κάθε είδους και με σπίτια σε όλες τις γωνιές της γης. Οι εμφανίσεις του με τις
τεράστιες ψηλοτάκουνες μπότες (πριν ακόμα οι Kiss εμφανίσουν τις δικές τους), οι ασυγκράτητες εξορμήσεις του στο εμπορικό κέντρο του Λονδίνου, οι σύντομες σχέσεις του με πολλούς άνδρες και γυναίκες, ήταν πάντα μια καλή είδηση. Αν όμως τα καμώματά του διασκέδαζαν μερικούς, η μουσική του είχε απήχηση σε όλους. Οι συναυλίες του ήταν πάντα δημοφιλείς ενώ ο ρυθμός της δουλειάς του φρενήρης. Από το 1970 ως το 1976 έκανε 10 περιοδείες στις Η.Π.Α. Εκείνο τον χρόνο αποκάλυψε σε μια συνέντευξή του στο περιοδικό “Rolling Stone” ότι ήταν αμφισεξουαλικός, αργότερα παραδέχτηκε ότι η “αποκάλυψή” του αυτή ήταν συμβιβασμός γιατί δίσταζε να δηλώσει δημοσίως ότι ήταν ομοφυλόφιλος. Σήμερα, δεκαετίες αφότου κυκλοφόρησε το πρώτο του άλμπουμ, η δημοτικότητά του παραμένει στα ύψη, αποδεικνύοντας ότι είναι ένας μοναδικός διαχρονικός αστέρας της pop. Το τραγούδι “Candle in the Wind 1997”, που έγραψε για τη μνήμη της Λαίδης Νταϊάνας, έσπασε κάθε ρεκόρ του, ξεπερνώντας τα 32 εκατομμύρια αντίτυπα.


Always spectacular, he remained absolute timely almost in each one of the 30 years of his career, due to his easiness to pass from the soul to disco and from the country to classical rock ballads. As the decade of the ‘70s was opening new music horizons to all directions, Elton John seamed to constitute the characteristic example of the solo artist who could replace the children of the flowers in the music market. Since the beginning of his career his exaggerations remained legendary: with a line of luxurious cars, with endless pairs of glasses of every kind and with houses around in all the corners of the earth. His appearances with his enormous high hill boots (before even the Kiss appeared with theirs), his unrestrained set outs to London’s commercial center, his short lived relationships with many men and women, was always a good news item object. But if his doings entertained some, his music had an impact to all. His concerts were always popular while the tempo of his work was frenzied. From 1970 up to 1976 he made tours in the USA. At that time in one of his interviews to the “Rolling Stone” magazine he revealed that he was bisexual; later he admitted that this “revelation” of his was a compromise because he hesitated to state publically that he was homosexual. Today, decades since he released his first album, his publicity remains sky high, proving that he is a unique timeless star of the pop. The song “Candle in the Wind 1997”, that he wrote in memory of Lady Diana, brock broke every record of his, exceeding 32 million copies.



23 – DAVID BOWIE (8/1/1947 - 10/1/2016) 

Η χαρακτηριστική “μαύρη” φωνή του, οι πειραματισμοί του (που κορυφώθηκαν στη δεκαετία του ’90) αλλά και η φιλοσοφική διάσταση της διαδρομής του, παραμένουν ακόμη και σήμερα ό,τι πιο ανανεωτικό σκέφτηκε ποτέ καλλιτέχνης για να επηρεάσει τελεσίδικα την ιστορία της μουσικής. Περισσότερο γνωστός ως χαμαιλέοντας του ροκ, ο Βρετανός David Jones (όπως είναι το πραγματικό του όνομα), υπήρξε για την ιστορία της μουσικής το ισοδύναμο μιας κοσμογονικής επανάστασης σε συνέχειες. Μέσα σε ένα διάστημα πέντε δεκαετιών, ο Bowie ξαναέγραψε το συντακτικό του ροκ επιβάλλοντας τους δικούς του όρους και αφήνοντας στο πέρασμά του μερικές από τις πιο αξιομνημόνευτες στιγμές που γνώρισε το rock n roll. Ξεκινώντας επηρεασμένος από το κίνημα των mods, θα τραβούσε για πρώτη φορά την προσοχή κριτικών και κοινού το 1969, όταν κυκλοφόρησε το δεύτερο άλμπουμ του με τίτλο “Space Oddity”, πριν βυθιστεί για τα
καλά στο glam rock που μεσουρανούσε εκείνη την εποχή τη Μ. Βρετανία και αναγεννηθεί τρία χρόνια αργότερα ως Ziggy Stardust. Ούτε άνδρας, ούτε γυναίκα, ούτε γήινος, ούτε εξωγήινος, ο Ziggy Stardust υπήρξε η καθοριστική στιγμή για την καριέρα του Bowie, αλλά και μια ιστορική περίοδος για το ροκ που σημαδεύτηκε από εκρηκτικές ζωντανές εμφανίσεις, μια δημοσιότητα στα όρια της τρέλας και έναν από τους πιο σπουδαίους δίσκους της δεκαετίας του ’70, το “The Rise And Fall of Ziggy Stardust And The Spiders From Mars”. Η πρώτη του μεγάλη αμερικανική επιτυχία θα ερχόταν το 1975 με το “Young Americans”, στο οποίο συνεργάστηκε με τον John Lennon, ενώ η διάσημη “τριλογία του Βερολίνου” (“Low”, “Heroes”, “Lodger”) σε συνεργασία με τον Brian Eno θα τον ανακήρυσσε ως μια από τις εξέχουσες
προσωπικότητες ολόκληρης της δεκαετίας το ’70.


His characteristic “black” voice, his experimentations (that reached the peak in the decade of the ’90s) and also the philosophic dimension of his course remain even today as whatever more revitalizing an artist ever thought in order to influence conclusively the history of music. Known more as a chameleon of rock, the British David Jones (as his actual name is) was the equivalent to a cosmogonic revolution for the history of music. Within five decades, Bowie wrote again his syntactic rock imposing his own rules and leaving in his passage some of the most memorable moments that rock’ n’ roll ever knew. Having started being affected by the movement of mods, he would draw for the first time the attention of the critics and of the public in 1969, when he recorded his second album entitled “Space Oddity”, before he sunk for good in to the glam rock that at that time was at its peak in Great Britain and be born again three years later as Ziggy Stardust. He was neither a man, neither a woman, neither earthly neither extraterrestrial, Ziggy Stardust was the decisive moment for the career of Bowie, but also a historic period for rock that was marked by explosive live appearances, a publicity at the limits of madness and one of the most important discs of the ’70s, the “The Rise And Fall of Ziggy Stardust And The Spiders From Mars”. His first American success would come in 1975 with the “Young Americans”, in which he worked together with John Lennon, while the famous “trilogy of Berlin” (“Low”, “Heroes”, “Lodger”) in co-operation with Brian Eno would declare him as one of the outstanding personalities of the whole decade of the ‘70s.



22 – RED HOT CHILI PEPERS 

Όταν το punk rock συνάντησε το funk, γεννήθηκε ένα από πλέον ιδιοσυγκρασιακά συγκροτήματα που γνώρισε η δεκαετία του ’80, διάσημο για τις εκρηκτικές συναυλίες του αλλά και για μια μαγική δεξιοτεχνία να δημιουργεί απίστευτα rock διαμάντια. Διάσημοι ήδη πριν την κυκλοφορία του πρώτου τους άλμπουμ για τις εκρηκτικές ζωντανές τους εμφανίσεις, οι Red Hot Chili Peppers άλλαξαν πολλές φορές σύνθεση (με σταθερά μέλη τον ηγέτη τους τραγουδιστή Anthony Kiedis και τον μπασίστα Michael Balzary, γνωστό ως “Flea”) και ξεπέρασαν σοβαρά προβλήματα καταχρήσεων πριν κυκλοφορήσουν το 1989 τον πρώτο τους επιτυχημένο δίσκο με τίτλο “Mother’s Milk”. Ήταν, όμως, το “Blood Sugar Magik” του 1991 που πούλησε περισσότερα από δεκατρία εκατομμύρια αντίτυπα μόνο στην Αμερική, τους χάρισε μεγάλες επιτυχίες όπως το “Give it Away” και την πρώτη τοπ 10 επιτυχία τους με το κλασσικό πλέον “Under The Bridge”. Τα προβλήματα, όμως, δεν είχαν τελειώσει για το σούπερ γκρουπ που έβλεπε τη δόξα να του χτυπάει την πόρτα αλλά και τη μοίρα του “sex, drugs and rock n roll” να έχει τα δικά της σχέδια. Ο κιθαρίστας και ιδρυτικό μέλος, John Frusciante, εγκατέλειψε το συγκρότημα στα μισά μιας περιοδείας για το άλμπουμ, εξαιτίας του εθισμού του στην ηρωίνη, και αντικαταστάθηκε από τον Dave Navaro των Jane’s Addiction. Το “Californication” του 1999 πούλησε 15 εκατομμύρια
παγκοσμίως και έγινε το πιο επιτυχημένο άλμπουμ του γκρουπ μέχρι και σήμερα, όπου οι Red Hot Chili Peppers έχουν πουλήσει 55 εκατομμύρια αντίγραφα σε όλον τον κόσμο και συνεχίζουν με τον ίδιο δυναμισμό να τροφοδοτούν το mainstream με ισχυρές δόσεις ανεξάρτητου ροκ.


When punk rock met with funk, one of the most temperamental groups that the decade of the ’80s experienced was born, famous for its explosive concerts but also for its fascinating virtuosity to create unbelievable rock diamonds. Already famous before the circulation of their first album for their explosive live appearances, the Red Hot Chili Peppers changed composition many times (with steady members their leader Anthony Kiedis and the bassist Michael Balzary, known as “Flea”) and overcame serious problem of abuses before they recorded in 1989 their first successful record with the title “Mother’s Milk”. But it was the “Blood Sugar Magik” of 1991 that sold more than thirteen million records only in America, that gave them great hits as the “Give it Away” and their first Top Ten success with the classical now “Under The Bridge”. But the problems had not finished for the super group that could see the glory knocking at the door but also the fate of “sex, drugs and rock n roll” to have its own plans. The guitar player and founding member, John Frusciante, abandoned the group in the middle of a tour for the album, because of his addiction to heroin, and he was replaced by Dave Navaro of the Jane’s Addiction. The “Californication” of 1999 sold 15 million copies worldwide and it became the most successful album of the group up to today, as the Red Hot Chili Peppers have sold 55 million copies worldwide and continues with the same dynamism to provide the mainstream music with strong doses of independent rock.



21 – BLACK SABBATH 

Αν οι τέσσερις λιγάκι πένθιμοι έφηβοι από το Μπέρμιγχαμ δεν αποφάσιζαν να δώσουν διέξοδο σε ορισμένες μακάβριες φαντασιώσεις τους στις αρχές των ’70ς, ίσως να μη μιλούσαμε σήμερα για ένα από τα πιο διαδεδομένα και με φανατικούς
οπαδούς μουσικά στον πλανήτη, το heave metal. Με αφορμή το σκληρό ήχο μιας overdrive κιθάρας και “ρίχνοντας” τους ρυθμούς δίνοντας έμφαση στην ηλεκτρισμένη blues rock παράδοση των προκατόχων τους (Cream, Led Zeppelin, Jimi Hendrix), οι Black Sabbath έδωσαν πνοή σε ένα μουσικό ιδίωμα που δεν ήταν παρά μια δική τους, ιδιοφυής ιδιοκατασκευή, τόσο επιδραστική ώστε να αποτελεί πηγή έμπνευσης δεκαετίες αργότερα για καλλιτέχνες κάθε είδους,
από τους Iron Maiden μέχρι τους Nirvana. Με έναν τραγουδιστή χαρισματικό – όχι τόσο λόγω φωνής όσο attitude, τον ακραίο Ozzy Osbourne, έναν φλογερό κιθαρίστα που δημιούργησε σχολή, τον Tony Iommi, και ένα rhythm section που το “δέσιμό” του θύμιζε τη… συμφωνική του Βερολίνου – τους Geezer Butler στο μπάσο και Bill Ward στα ντραμς, το κουαρτέτο άλλαξε τη rock μουσική της εποχής του και με αυτή τη σύνθεση έδωσε μια σειρά από classics. Μετά το ομώνυμο ντεμπούτο τους, “Black Sabbath”, το 1970, που έφερε για πρώτη φορά τους ροκ κριτικούς σε επαφή με το
ακραίο τους ηχητικό όραμα, ακολούθησε μέσα στον ίδιο χρόνο το “Paranoid”, τον Σεπτέμβριο του 1970, album που σήμανε την εισβολή τους στην Αμερική όπου και έμεινε στο US Top 10 για έναν ολόκληρο χρόνο (!) το 1971. Τα επόμενα χρόνια βέβαια, οι Black Sabbath υπέστησαν αλλαγές μελών, ωστόσο κανείς δεν μπορεί να πει ότι μέλη όπως οι εμβληματικοί τραγουδιστές Ronnie James Dio και Ian Gillan, δεν αποδείχτηκαν άξιοι της θέσης τους στο larger than life αυτό συγκρότημα.


If the slightly mourning teenagers from Birmingham were not deciding to give a way out to some of their macabre [morbid] fantasies in the beginning of the ’70s, perhaps we wouldn’t be talking today about one of the most widespread and with fanatical fans music kind on the planet, the heavy metal. Having as a pretext the hard sound of an overdrive guitar and by “dropping” the rhythms, giving emphasis to the electrified blues rock tradition of their predecessors (Cream, Led Zeppelin, Jimi Hendrix), Black Sabbath gave breath to a music idiom which wasn’t but their own talented self-constructed, so influential to constitute a spring of inspiration decades later for artists of every kind, from the Iron Maiden up to the Nirvana. With a charismatic leader – not so much because of his voice but of his attitude, the extreme Ozzy Osbourne, a blazing guitar player who created a school, Tony Iommi, and a rhythm section that its “assembly” reminded the… symphonic of Berlin – Geezer Butler on the bass and Bill Ward on the drums, the quartet changed the rock music of its time and with this composition gave a series of classics. After their homonymous debut, “Black Sabbath”, in 1970, that for the first time brought the critics of rock in contact with their extreme sound vision, the “Paranoid” followed in the same year, in September of 1970, an album that signified their invasion in America, where it stayed on the US Top 10 for a whole year (!) in 1971. The following years of course, the Black Sabbath underwent through changes of the group members, nevertheless no one can say that (the) group members such as the emblematic singers like Ronnie James Dio and Ian Gillan, were not proven worthy of their position in this larger than life group.



19 – DEPECHE MODE 

Οι Depeche Mode κάθε άλλο εκτός από “Γρήγορη μόδα” ήταν. Ξεκίνησαν στις αρχές της δεκαετίας του ’80 καταφέρνοντας μέχρι και σήμερα να σφραγίζουν με το όνομά τους κάθε δεκαετία που βρίσκονται. Οι Depeche Mode εφάρμοσαν το ρητό “ότι, δεν αλλάζει πεθαίνει”. Και δεν “πέθαναν” μουσικά γιατί σε κάθε καινούργια κυκλοφορία τους κατάφερναν να ακούγονται διαφορετικοί. Αλλά εκεί που η επιτυχία είχε φτάσει στο απόγειό της το συγκρότημα έζησε τα πιο μεγάλα του προβλήματα. Ο Alan Wilder αποχώρησε από το συγκρότημα το 1995. Ενώ ο David Gahan άρχισε το φλερτ με τη σκοτεινή του πλευρά. Αυτό το φλερτ με τα ναρκωτικά άρχισε με τον καιρό να παίρνει χαρακτηριστικά μόνιμης σχέσης. Η “σκοτεινή πλευρά” του David Gahan, η σχέση του με τα ναρκωτικά, άρχισε να κερδίζει έδαφος εις βάρος της μουσικής δημιουργίας. Κι αυτό άρχισε να φαίνεται δημοσίως: το 1996 συνελήφθη για κατοχή ναρκωτικών στο
Λος Άντζελες – ενώ είχε πάρει υπερβολική δόση κοκαΐνης και ηρωίνης. Οι επιτυχίες όμως δεν σταμάτησαν να έρχονται για το συγκρότημα. Το 1997 επέστρεψαν με το άλμπουμ τους “Ultra” που ήταν και το τελευταίο τους άλμπουμ για τη δεκαετία του ’90. Στον 21ο αιώνα έβγαλαν το “Exciter” και μετά από κάποιες σόλο προσπάθειες του David Gahan και του Martin Gore το συγκρότημα επιστρέφει με το “Playing The Angel” to 2005 – που ήταν και το πρώτο άλμπουμ του οποίου οι στίχοι γράφτηκαν από τον Gahan. Τις 15 Ιανουαρίου του 2009 ανακοινώθηκε από την ιστοσελίδα του συγκροτήματος ότι το καινούργιο τους άλμπουμ θα λέγεται “Sounds Of The Universe”. Το άλμπουμ κυκλοφόρησε παγκοσμίως τις 20 Απριλίου του 2009, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής κυκλοφόρησε στις 21 Απριλίου του 2009. Και η ιστορία των Depeche Mode συνεχίζεται. Με την παγκόσμια επιτυχία τους να αποδεικνύεται από μια ατελείωτη σειρά συγκροτημάτων που τους αντέγραψαν.


The Depeche Mode was anything else but a “Fast fashion”. They started at the beginning of the decade of the ’80s managing up to today to stamp with their name every decade they find themselves. The Depeche Mode put into practice the motto “whatever doesn’t change it dies”. And they didn’t die musically because in every new recording of theirs they succeeded to be heard differently. But when their success had reached its apex the group lived its greater problems. Alan Wilder left the group in 1995; while David Gahan started flirting with his own dark side. In time, this flirt with drugs started to take the characteristics of a steady relationship. The “dark side” of David Gahan, his relationship with drugs, begun to gain ground against the creativity of music. And it started becoming visible in public in 1996 he was arrested for drugs possession in Los Angeles – while he had taken an overdose of cocaine and heroin. But the hits didn’t stop coming to the group. In 1997 they returned with their album “Ultra” which was and their last album for the decade of ’90s. In the 21st century they recorded the “Exciter” and after of some solo endeavors of David Gahan and Martin Gore, the group returns with the “Playing The Angel” in 2005 – and that was the first album that its lyrics were written by Gahan. On January the 15th 2009 in their wed side it was announced by the croup that their new album was going to be called “Sounds Of The Universe”. The album was released worldwide on the 20th of April 2009, while in the United States of America it was released on the 21st of April 2009. And the history of Depeche Mode keeps going on. With their worldwide success to be proven by an endless line of groups that copied them.



18 – NIRVANA 

Υπεύθυνοι για το πιο επιδραστικό μουσικό κίνημα που εμφανίστηκε στα ’90ς, οι Nirvana έδωσαν φωνή σε μια γενιά οργισμένων εφήβων και αναβίωσαν με τον πιο εκρηκτικό τρόπο το τρίπτυχο “sex, drugs and rock n roll”. Το σημαντικότερο επίτευγμά τους, υπήρξε το γεγονός ότι μετά το δεύτερο δίσκο τους με τίτλο “Nevermind” τίποτα δεν θα ήταν πια το ίδιο στη μουσική, αφού οι δισκογραφικές εταιρίες έμαθαν να μη φοβούνται και να εμπιστεύονται το ανεξάρτητο ροκ, το οποίο μέχρι τότε βρισκόταν απομονωμένο στις γωνιές των δισκάδικων και στις λίστες των κολεγιακών charts. Το grunge έγινε τρόπος ζωής, η generation X βρήκε το ιδανικό της soundtrack και ένα τουλάχιστον τραγούδι
(“Smells Like Teen Spirit”) βρήκε την περίοπτη θέση του στην ιστορία της μουσικής. Τίποτα από όλα αυτά δεν θα είχε συμβεί φυσικά αν η ηγετική μορφή των Nirvana δεν είχε γεννηθεί για να γίνει ο νέος “μεσσίας” του ροκ ακριβώς σε μια εποχή που κανείς πια δεν πίστευε πως η μουσική μπορεί να γεννήσει “θρύλους”. Παιδί διαλυμένης οικογένειας ο Kurt Cobain έβγαλε γλώσσα στον καθωσπρεπισμό του MTV, τραγούδησε με περισσή οργή τα ροκ ξεσπάσματα του γκρουπ του, έγραψε καταραμένους στίχους σαν άλλος Jim Morrison, δικαίωσε συλλήβδην κάθε οπαδό που βρήκε στο πρόσωπό του έναν συνοδοιπόρο στην καταστροφή και ανακηρύχθηκε άμα τη εμφανίσει του σε μύθο. Το “Nevermind” έγινε τρεις φορές πλατινένιο, έριξε από την κορυφή των charts το μεγάλο comeback τότε του Michael Jackson με το “Dangerous” και οδήγησε τη μουσική βιομηχανία σε μια ντελιριακή κούρσα προς αναζήτηση όλο και περισσότερων γκρουπ που έμοιαζαν με τους Nirvana. Τα μέλη του γκρουπ (ανάμεσά τους ο Dave Grohl που μετά τους Nirvana σχημάτισε με επιτυχία τους Foo Fighters), όμως, είχαν βρεθεί μπροστά σε μια πρόκληση που όλα έδειχναν πως δεν θα είχαν δύναμη να ανταποκριθούν. Οι καταχρήσεις και η στα όρια δημόσια ζωή του Cobain θα στοίχιζαν στους Nirvana μια μεγάλη καριέρα (κυκλοφόρησαν μόνο τρία άλμπουμ και ένα live μέσα σε πέντε χρόνια ζωής) και ο θάνατός του το 1994 έκλεισε την αυλαία μιας σαρωτικής επιτυχίας που ανήκει πλέον στην ιστορία.


Responsible for the most influential music movement that appeared in the ’90s, Nirvana gave voice to a generation of angry teenagers and revived with the most explosive way the triptych “sex, drugs and rock n roll”. Their most important achievement was the fact that after their second disk entitled “Nevermind” nothing was going to be the same in music, since the recording companies learned not to be afraid of the independent rock witch up to that time it was isolated in the corners of the music selling stores and in the lists of the colleges’ charts. The grunge became a way of living, the X generation found her ideal soundtrack and at least one song (“Smells Like Teen Spirit”) found its conspicuous place in the history of music. Obviously, nothing from all these wouldn’t have happened if the leading personality of the Nirvana wouldn’t have been born to become the new “messiah” of rock exactly in a time than no one believed anymore that music can give birth to legends. A child of a broken family, Kurt Cobain, stuck his tongue out to the social pretension of MTV, sung with an excessive anger the rock outbursts of his group, he wrote cursed lyrics, like another Jim Morrison, vindicated collectively every follower who found on his person a fellow traveler to destruction and as soon as he appeared he was declared as a myth.“Nevermind” became platinum three times, casted down from the top of the charts the great comeback of Michael Jackson with the “Dangerous” and lead the music industry in to a tellurium race that all the more they were looking for groups that looked like Nirvana. But the members of the group (amongst them, Dave Grohl who after Nirvana successfully formed the Foo Fighters), found themselves in front of a challenge and everything was appearing that they didn’t have the power to respond. The abuses and the up to limits public lifestyle of Cobain would cost Nirvana a great carrier (they recorded only three albums and one live within five years of lifetime) and his death in 1994 closed the curtain of a sweeping success that now belongs to history.





20 – AC/DC 

AC/DC σημαίνει άφθαρτη σκληρή rock (παρά) πολλών βολτ. Και η (μεταλλική παύλα boogie!) μουσική τους απάλλαξε το rock n roll από την όποια γλυκανάλατη μονοτονία κινδύνευε και έκανε τη ζωή τους –και όχι μόνο– κάτι πολύ περισσότερο
από ένα “Highway to Hell”. Στις συναυλίες τους συρρέουν μιλιούνια θαυμαστών – από έφηβους μέχρι 50άρηδες – για να δώσουν νόημα στη φαντασίωση του “You Shook Me All Night Long”, να πωρωθούν με το “Black is Black” και να τραγουδήσουν με πονηρό μειδίαμα το λάγνο χιούμορ του “Big Balls”. Η τάση του ηλεκτροφορτισμένου γκρουπ διατρέχει
όλους όσοι παρευρίσκονται στις εκρηκτικές sold out εμφανίσεις τους και ηλεκτρίζει την ατμόσφαιρα με την τεράστια φουσκωτή Rossie, τα κανόνια που εκπυρσοκροτούν στο “For Those About To Rock”, την καμπάνα του “Hells Bell” αλλά και τη σχολική ποδιά του Angus Young, η οποία έχει αναχθεί επισήμων σε απόλυτο rock ένδυμα – συμπεριλήφθηκε στην έκθεση του Μητροπολιτικού Μουσείου της Νέας Υόρκης “Rock Style” (1999). Έχουν περάσει τρεις και πλέον δεκαετίες από τότε που οι AC/DC (Alternative Current/Direct Current – εναλλασσόμενο και συνεχές ρεύμα) άρχισαν να γράφουν
την πολυσέλιδη ιστορία τους. Το γκρουπ είναι, κατά βάση, μια οικογενειακή υπόθεση: Σχηματίστηκε το 1973, στο Σίντνεϊ, από τον Malcolm Young (ρυθμική κιθάρα), ο οποίος στρατολόγησε και τον 15χρονο αδελφό του, Angus, ως σόλο
κιθάρα, τον μπασίστα Mark Evans, τον ντράμερ Phil Rudd και τον Dave Evans στα φωνητικά. Έκτοτε η σύνθεση του συγκροτήματος ταλαιπωρήθηκε αρκετά, καθώς λίγα μέλη στέριωσαν – το 1977 μπήκε ο μπασίστας Cliff Williams και το 1980 ο Brian Johnson πήρε τη θέση του εκλιπόντος Bon Scott, που είχε αντικαταστήσει με τη σειρά του τον τραγουδιστή Dave Evans. Από το 1975, που κυκλοφόρησε το ντεμπούτο άλμπουμ τους, το γκρουπ γνώρισε σημαντική απήχηση αρχικά και διεθνή λατρεία κατόπιν εξελίσσοντας τη χρυσή συνταγή τους: Πιασάρικες blues(εκκεντρικές) φράσεις παραληρηματικού rock n roll τεσσάρων χορδών. Οι AC/DC αποδείχτηκαν ιδιαίτερα καρπεροί στη δισκογραφία τους, όπου οι συμπαθητικές χρυσές επιτυχίες “Flick of the Switch”, “Fly on the Wall” κ.α. εναλλάσσονται με τα πολυπλατινένια καθολικής αναγνώρισης “TNT”, “Who Made Who”, “The Razor Edge”, “Black Ice” κ.α. Αν και κανένα single τους δεν
φιγούραρε σε αμερικανικό τοπ 20, τα 15 studio άλμπουμ τους έχουν αγγίξει δυσθεώρητα νούμερα αντιτύπων (περί τα 200 εκατομμύρια) βρίσκοντας μπροστά τους μόνο τους Beatles…


AC/DC means incorruptible hard rock (very) many volts. And their (metallic hyphen boogie!) music relieved the rock’ n’ roll from whichever tasteless monotony that it was in danger of and made their life –and not only– something more than a “Highway to Hell”. Vast crowds of admirers flocked at their concerts –from teenagers to people in their fifties– to give a meaning to the fantasy of “You Shook Me All Night Long”, to become fanaticized with “Black is Black” and to sing with a crafty smile the lustful humor of “Big Balls”. The current of the lighten with electricity group runs through all who are present at their sold out appearances and electrifies the atmosphere with the enormous inflatable Rossie, the cannons that go off at the “For Those About To Rock”, the bell οf “Hells Bell” and also with the school uniform of Angus Young, which has been officially proclaimed as the absolute rock dress – it has been included in the exhibition of the Metropolitan Museum of New York “Rock Style” (1999). Over three decades have passed by since the AC/DC (Alternative Current/Direct Current – electricity) started to write their history of many pages. Basically, the group is a family affair. It was formed in 1973 in Sidney by Malcolm Young (rhythmic guitar), who recruited also his 15 years old brother, Angus, as a solo guitar player, the bassist Mark Evans, the drummer Phil Rudd and Dave Evans in vocals. Since then the composition of the group had a quite hard time, because few members stayed firm – in 1977 the bassist Cliff Williams entered into the group and in 1980 Brian Johnson took the place of Bon Scott who had passed away, who in his turn had replaced the singer Dave Evans. From 1975, when their debut album went to the market, initially the group acquainted an important impact and an international adoration and afterwards they developed their golden formula: catchy blues-centered phrases of delirious four strings rock’ n’ roll. AC/DC were proved especially fertile in their list of recordings, where the sympathetic golden successes “Flick of the Switch”, “Fly on the Wall” etc., were alternated with the many times platinum records universally recognized “TNT”, “Who Made Who”, “The Razor Edge”, “Black Ice” etc. Although none of their singles ever appeared on the American top 20, their 15 studio albums have touched a hardly visible number of copies (approximately 200 million) finding ahead of them only the Beatles…



17 – R.E.M. 

Λόγοι ήταν αυτοί που, πίσω στις αρχές της δεκαετίας του 80, θα μπορούσαν να προβλέψουν πως τέσσερις τύποι από την Αθήνα της Τζόρτζια θα βρίσκονταν δύο δεκαετίες αργότερα στην κορυφή του κόσμου. Χρειάστηκε χρόνος και σκληρή δουλειά για τον Michael Stipe και την παρέα του πριν ο πλανήτης αντιληφθεί πως το κολεγιακό ροκ των R.E.M. με τις περίεργες κιθάρες και τους ακατάληπτους στίχους ήταν κάτι περισσότερο από την καθοριστική στιγμή της εισβολής του underground στο mainstream. Σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’80, το γκρουπ κυκλοφορούσε ετησίως από ένα δίσκο, δίνοντας συναυλίες σε μικρότερους και μεγαλύτερους χώρους επηρεάζοντας, εν αγνοία του, μια ολόκληρη γενιά συγκροτημάτων που έβλεπαν στους R.E.M. τη δυναμική που αποκτούσε η μείξη του post-punk και garage ήχου που επέβαλλαν οι ίδιοι. Το 1987, το πέμπτο τους άλμπουμ “Document” έφτασε στο top ten της Αμερικής και το κλασσικό
πλέον “The One I Love” έγινε το χωρίς επιστροφή εισιτήριό τους προς ένα ευρύτερο κοινό. Το άλμπουμ “Green” του 1988 συνοδεύτηκε από μια ανεξάντλητη παγκόσμια περιοδεία που τους ανακήρυξε σε ένα από τα σημαντικότερα σχήματα του underground rock, ενώ μετά από μια απουσία έξι χρόνων από live εμφανίσεις, ήρθε η στιγμή που κανείς δεν περίμενε. Το “Out Of Time” του 1991 θα περιείχε το πιο δημοφιλές rock single της δεκαετίας του ’90 “Losing My Religion” και θα έμενε στα αμερικανικά charts για 109 εβδομάδες, έχοντας περάσει φυσικά από την κορυφή, στέλνοντας τους R.E.M. στη λίστα με τα πιο εμπορικά ροκ σχήματα των τελευταίων δύο δεκαετιών. Η κριτική θα αποθέωνε κάθε καινούργιο τους άλμπουμ από τότε και μέχρι σήμερα, αποδίδοντας στους R.E.M. την ευθύνη για τη γέννηση του κινήματος του grunge αλλά και της επιβίωσης του ροκ στο αμερικανικό έδαφος ακριβώς τη στιγμή που η επέλαση του χιπ χοπ δεν διέθετε ούτε μια γωνιά για ροκ ακτιβιστές όπως ο Στάιπ και το συγκρότημά του.


They were few those who, back in the beginning of the decade of the ’80s, could foresee that four fellows from Athens Georgia, two decades latter would be on the top of the world. It needed time and hard work for Michael Stipe and his company before the planet noticed that the college rock of R.E.M. with their strange guitars and the incomprehensible lyrics was something more that the decisive moment of the invasion of underground into mainstream. During the whole decade of the ’80s, the group was recording one record yearly, was giving concerts in smaller and larger places, influencing, by ignorance, a whole generation of groups that they were seeing in the R.E.M.s the dynamic that was gaining the mixing of post-punk and garage sound that they were imposing. In 1987, their fifth album “Document” reached to the top ten of America and the already classical “The One I Love” became their ticket without return to a broader audience. The album “Green” of 1988 was accompanied by an inexhaustible worldwide tour that pronounced them as one of the most significant forms of underground rock, while after an absence of six years from live appearances, came the moment that no one was expecting it. The “Out Of Time” of 1991 would include the most popular single rock of the decade of ’90s “Losing My Religion” and it would remain on the American charts for 109 weeks, having passed naturally from the top and sending the R.E.M. in the list with the most commercial rock forms of the last two decades. Critique would praise excessively every new album of theirs since then and up to today, attributing to R.E.M. the responsibility for the birth of the grunge movement but also the survival of rock in the American ground exactly the moment that the charge of hip hop did not make available not even a corner for rock activists like Stipe and his group.





16 – JIMMY HENDRIX ( 27/11/1942 - 18/9/1970 ) 

Τα χέρια του ταξίδευαν πάνω στην κιθάρα του λες και αυτή ήταν μια προέκταση του σώματός του. Για αυτό ο Hendrix χαρακτηρίστηκε ως ο καλύτερος κιθαρίστας που γνώρισε η ιστορία του rock. Ο Jimmy Hendrix αποτέλεσε τη ζωντανή εφαρμογή της φράσης που ακούγεται σε διαφήμιση γνωστού ποτού: “Το να κάνεις τα πράγματα διαφορετικά οδηγεί σε κάτι εξαιρετικό”. Αυτό εφάρμοσε ο Jimmy Hendrix στο παίξιμο της κιθάρας. Που πήρε σαν αριστερόχειρας μια Fender Stratocaster για δεξιόχειρες και την έπαιξε ανάποδα. Ο Αμερικανός μουσικός έφερε επαναστατικές αλλαγές στο παίξιμο της ηλεκτρικής κιθάρας. Ήταν από τους πρώτους που έκαναν γνωστό το “ουά-ουά” πεντάλ το οποίο έδινε έναν ασυνήθιστο τόνο στα σόλο του. Οι πειραματισμοί του με δυνατότητες που του έδινε η ηλεκτρική κιθάρα όπως το “feedback” και το “distortion” τον έκαναν να δημιουργήσει ένα καινούργιο μουσικό λεξικό το οποίο επιβιώνει μέχρι και στις μέρες μας. Κάποιος μπορεί να θυμηθεί ακόμα και σήμερα το παίξιμο του Jimmy Hendrix ακούγοντας κιθαρίστες όπως ο Andrian Belew, ο Eddie Van Hallen και ο Prince. Δημιούργησε “θορυβώδεις” επιτυχίες με ριφς που πέρασαν στο πάνθεον της συλλογικής μνήμης του rock ‘n roll όπως το “Foxy lady” το “Purple Haze” και το “Crosstown Traffic”. Έφτιαξε blues όπως το “Voodoo Chile” και το “Red House”. Και συνέθεσε τρυφερές μπαλάντες όπως το “Little Wing”, το “Angel” και το “Wind cries Mary”. Αν και ο Hendrix δεν θεωρούσε τον εαυτό του σαν καλό τραγουδιστή, η φωνή του είχε τόσο εύρος, θέρμη και έμπνευση όσο και η κιθάρα του. Η μουσική του έχει επηρεάσει από τον Sly Stone και τον George Clinton μέχρι τον Miles Davis, τον Prince και τους Outkast. Ενώ το θεατρικό του σόου και το στυλ του επηρέασε από τον
Rick James και τον Prince μέχρι τον Lenny Kravitz και την Erykan Badu.


His hands were travelling over his guitar like it was also an extension of his body. That is why Hendrix was characterized as the best guitar player ever in the history of rock. Jimmy Hendrix constituted the live implementation of the phrase that is heard in an advertisement of a known drink: “To do things differently leads to something that is excellent”. Jimmy Hendrix implemented that in his guitar playing. As a left handedhe took a Fender Stratocaster for right handed players and played it backwards. The American musician brought revolutionary changes to electric guitar playing. He was one of the first who made known the “wah-wah” pedal which gave an unusual tone in his solos. The experimentations with possibilities that his electric guitar was giving to him, like the “feedback” and the “distortion”, helped him to create a new musical vocabulary which attests up to our days. Someone can remember even today the playing style of Jimmy Hendrix by listening guitar players such as Andrian Belew, Eddie Van Hallen and Prince. He created “uproarious” successes with firs that pasted in the pantheon of the collective mind of rock n roll, such as the “Foxy lady” the “Purple Haze” and the “Crosstown Traffic”. He created blues such as “Voodoo Chile” and the “Red House”. And he composed tender ballads such as the “Little Wing”, the “Angel” and the “Wind cries Mary”. Although Hendrix did not consider himself as a good singer, his voice had such breadth, fervor and inspiration as and his guitar. His music has influenced from Sly Stone and George Clinton to Miles Davis, Prince and the Outkast. While his theatrical show and his style also influenced from Rick James and Prince to Lenny Kravitz and Erykan Badu.





15 – BOB DYLAN 

Έκανε κάτι που ελάχιστοι songwriters μπορούν να καυχηθούν: τα τραγούδια του ακούγονται σαν διαχρονικά έργα αναφοράς στην ιστορία της μουσικής, ακόμα κι αν τον ακούμε μόνο του μέσα σε ένα δωμάτιο να τραγουδά με την κιθάρα και τη φυσαρμόνικά του. Γεννημένος το 1941 ως Robert Allen Zimmerman στη Μινεσότα, πήρε το ψευδώνυμο Dylan από θαυμασμό στον ποιητή Dylan Thomas. Λάτρης του Αμερικανικού folk θρύλου Woody Guthrie, αλλά και επηρεασμένος από τους στοίχους ποιητών όπως ο Rimbaud και ο John Keats, άρχισε να συνθέτει political folk τραγούδια διαμαρτυρίας στην ταραγμένη δεκαετία του ’60, όταν οι νεανικές εξεγέρσεις σε όλο τον κόσμο ενάντια στη συντήρηση, στον πόλεμο του Βιετνάμ και στον αυταρχισμό, αποζητούσαν τους νέους εκφραστές της δυναμικής τους. Η συμβολή του Dylan στην παγκόσμια pop και rock μουσική είναι απλά ανυπολόγιστη. Κι αυτό, γιατί υπήρξε επιδραστικός για ολόκληρες γενιές καλλιτεχνών κάθε είδους, από τον Jimi Hendrix μέχρι τους U2. Ως songwriter, υπήρξε πρωτοπόρος διαφορετικών σχολών, από το εξομολογητικό folk τραγούδι, στην αφηγηματική τέχνη των Αμερικανών τροβαδούρων και των περιπλανώμενων αλητών hobo, που ταξίδευαν με τρένα την αμερικανική ήπειρο, μέχρι λαμπερής δημιουργικότητας στιχουργήματα. Οι Beatles αποζητούσαν τη γνωριμία του, ο Hendrix έπαιξε σε συναυλία του το τραγούδι του “Like A Polling Stone” λίγες μέρες μόνο από την ημέρα που είχε πρωτοκυκλοφορήσει, η Joan Baez τον λάτρεψε. Από τα ’60ς, όταν η δημοτικότητά του έγινε παγκόσμια, μέχρι σήμερα, ο Dylan αποτελεί μια εμβληματική καλλιτεχνική παρουσία, ταυτισμένη με μια φωνή της Αμερικής που μετουσιώνει την αέναη αμφισβήτηση και επαναστατικότητα, σε κάθε της βραχνιασμένη φράση: “Αυτοί οι αρχαίοι, άδειοι δρόμοι, είναι πολύ νεκροί για να ονειρεύεσαι”.


He did something that a few songwriters can boast about: his songs to be heard like timeless works of reference in the history of music, even if we hear him singing alone in a room with his guitar and his harmonica. Born in 1941 as Robert Allen Zimmerman in Minnesota, he took the pseudonym Dylan out of admiration for the poet Dylan Thomas. As an Admirer of the American legend of folk music, Woody Guthrie, and also affected by the lyrics of poets like Rimbaud and John Keats, he began composing political folk songs of protest in the troubled decade of the ’60, when the insurrections of young people around the world against conservatism, the Vietnam war and the authoritarianism, were seeking for new people who expressed their dynamic. Dylan’s contribution in the global pop and rock music is simply inestimable. And that is because he was influential over entire generations of artists of every kind, from Jimi Hendrix up to U2. As a songwriter, he was pioneer of different schools, from the confessional folk song, the narrative art of the American troubadours and the wandering hobo tramps, who travelled by trains in the American continent, up to pieces of verses with bright creativity. The Beatles were seeking an acquaintance with him, Hendrix played in one of his concert his song “Like A Polling Stone” just a few days from the day it was first published, Joan Baez adored him. From the ’60s, when his popularity became worldwide, until today, Dylan constitutes an emblematic artistic presence, identified with America’s voice that transmutes the perpetual doubt and revolutionaries, in every hoarse phrase of it: “These ancient, empty streets are very dead to keep on dreaming”.





14 – FRANK SINATRA ( 12/12/1915 - 14/5/1998 )

Έμεινε στην ιστορία της μουσικής με το προσωνύμιο “The Voice”. Κι ενώ αυτό ίσως να αρκούσε για να δικαιολογήσει την απίστευτη καριέρα του, ο Sinatra ήταν πολύ περισσότερα από μια βελούδινη φωνή. Ήταν ο πιο καλοντυμένος, το απόλυτο αρσενικό, ο αγαπημένος των γυναικών και αυτός που όλοι οι άντρες θα ήθελαν για φίλο. Διασχίζοντας έξι δεκαετίες, χωρίς να χάσει ίχνος από τη λάμψη και τη δημοτικότητά του, ο Sinatra παραμένει για πολλούς η σημαντικότερη μουσική προσωπικότητα του 20ου αιώνα μαζί με τον Presley και τους Beatles. Και όχι άδικα. Έχοντας κερδίσει δικαιωματικά και από πολύ νωρίς το στίγμα του “κλασσικού”, ο Sinatra έσκασε ως ωρολογιακή βόμβα στη σκηνή του swing στις δεκαετίες του ’30 και του ’40 τραγουδώντας τις πρώτες Νο 1 επιτυχίες του, υπήρξε ο ορισμός του crooner
για τα ’50ς, αντίπαλον δέος στην εισβολή του ροκ στα ’60ς και δεν σταμάτησε να χτίζει τον μύθο του με επιτυχίες και sold out live εμφανίσεις μέχρι και τη δεκαετία του ’90. Ταυτισμένος με την Αμερική των big bands και το Rat Pack στα ’60ς, ο Sinatra ήταν κάτι περισσότερο από ένας σπουδαίος ερμηνευτής, αφού κατάφερε να γίνει ο καθρέφτης μιας ολόκληρης χώρας ακριβώς τη στιγμή που τον χρειαζόταν. Ατίθασος χαρακτήρας, σπουδαίος ηθοποιός, πολιτικοποιημένος, ακαταμάχητος γόης, προβοκάτορας, βon viveur, και κάτοχος του θείου δώρου –της φωνής του– κάλυψε με τα τραγούδια που ερμήνευσε ολόκληρη την ταραχώδη ιστορία της Αμερικής για να μείνει στην ιστορία ως μια από τις πιο βαρυσήμαντες αποδείξεις της ύπαρξης του αμερικάνικου ονείρου. Από την εποχή του κραχ, όταν και ξεκίνησε την καριέρα του σε ηλικία 15 ετών, μέχρι την παγκόσμια υστερία γύρω από το όνομά του, έζησε και πέθανε κουβαλώντας στους ώμους των καλοραμμένων κουστουμιών του το πείσμα και την αποφασιστικότητα ενός survivor. Όσες φορές κι αν ο κόσμος άλλαζε,
αφήνοντας στο περιθώριο τη ρετρό γοητεία του “Φράνκι”, αυτός κατάφερνε να ξαναγεννηθεί μέσα από τις στάχτες του και όσες φορές έφτασε κοντά στο να αμφισβητηθεί για τις αντιδραστικές απόψεις του, τις ανεπιβεβαίωτες σχέσεις του με
το οργανωμένο έγκλημα και για σεξουαλικά σκάνδαλα, αυτός έπιανε το μικρόφωνο και με ένα τραγούδι επέβαλλε την τάξη.


He remained in the history of music with the title “The voice”. And although this could have been enough to justify his unbelievable career, Sinatra was much more than a velvet voice. He was the best dressed man, the absolute male, the beloved of the women and the one that all men wanted for a friend.
Passing through six decades, without losing a trace of his glow and of his publicity,
Sinatra for many people remains as the most important personality of music of the 20th century along with Elvis Presley and the Beatles. And that is not undeservedly. Having rightfully accomplished since very early the stigma of the “classic musician”, Sinatra blasted like a time bomb on the stage of swing in the decade of ’30 and ’40 singing his first No 1 hits, he was the definition of crooner for the ’50s, challenging awe to the invasion of rock in the ’60s and he didn’t stop building his myth with hits and sold out live appearances till the decade of the ’90s. Identified with by America of the big bands and the Rat Pack in the ’60s, Sinatra was something more than an important performer, since he managed to become the mirror of a whole nation at the exact moment that they needed him. Unruly character, significant actor, politically aware, irresistible charmer, provocateur, bon viveur and possessor of a divine gift –his voice– with the songs that he performed he covered the whole troubled history of America, to remain in history as one of the most important proof of the existence of the American dream. Since the time of the economic crash, when he started his career at the age of 15, until the worldwide hysteria around his name, he lived and died carrying on the shoulders of his well-tailored suits the stubbornness and the decisiveness of a survivor. Although the world changed many times, pushing aside the retro charm of “Frankie”, he succeeded to be born again from within his ashes and as many times he came to the point to be disputed for his reactive views, his unconfirmed relations with the organizes crime and for sexual scandals, he grabbed the microphone and with one song he imposed the order.





13 – BOB MARLEY ( 6/2/1945 - 11/5/1981 ) 

«Απελευθερώστε τους εαυτούς σας από την πνευματική σκλαβιά» οι στοίχοι του ήταν πάντα διαταγές ελευθερίας και η μουσική του ένα αιώνιο καλοκαίρι. Ο Bob Marley είχε ένα όραμα: “One World, One Love”. Εμπνευσμένο από την πίστη
του στον Ρασταφάρι, το όραμα αυτό άνθησε κάτω από τον ήλιο της Τζαμάικα, στη φτωχογειτονιά Trenchtown του Κίνγκστον, και στη συνέχεια διαδόθηκε σε όλο τον κόσμο, από το Λονδίνο μέχρι τις Χώρες του Τρίτου Κόσμου. Επίσης, ο Bob Marley πέθανε νωρίς, σε ηλικία μόλις 36 ετών, και σε μια εποχή που οι περιοδείες των Bob Marley and the Wailers συγκέντρωναν τεράστια πλήθη – κάτι που τον τοποθετεί στο πάνθεον των ηρώων της ροκ. Ο απόστολος της reggae και του Ρασταφάρι –αφού κατάφερε να τα κάνει και τα δύο γνωστά διεθνώς– τραγουδούσε για την αγάπη, τη λύπη, την ειρήνη και την καταπίεση. Γεννημένη στη μικροσκοπική Τζαμάικα, η μουσική του κατάφερε να περάσει επάνω από φυλές, κοινωνικές τάξεις και ηπείρους. Όπως γράφει ο Αμερικάνος Timothy White στη βιογραφία “Catch A Fire”: «Η μουσική του ήταν η δημόσια έκφραση μιας προσωπικής αλήθειας». Το 1963, οι “Wailing Wailers”, όπως ονομαζόταν αρχικά το συγκρότημά του, κυκλοφόρησαν το σινγκλ “Simmer Down”, το οποίο και ανέβηκε στο Νο 1 του τζαμαϊκανού τσαρτ. Ακολούθησε το άλμπουμ “Catch A Fire”, που ηχογράφησαν με την Island – το 1974 όμως οι Wailers διαλύθηκαν. Το 1975, τα ραδιόφωνα της Αγγλίας και της Αμερικής έπαιξαν το “No Woman, No Cry”. Ήταν η πρώτη παγκόσμια επιτυχία, το τραγούδι που έδωσε διαβατήριο στη reggae να ταξιδέψει στον κόσμο. Τρεις και πλέον δεκαετίες μετά, τα τραγούδια του εξακολούθησαν να μεταφέρουν μηνύματα για ισότητα, αγάπη και ελευθερία και κατά έναν μαγικό τρόπο, να φέρνουν πάντα στο μυαλό την αμμουδιά, τη θάλασσα και τον ζεστό ήλιο του καλοκαιριού.


“Set yourselves free from the spiritual slavery”. His lyrics were always commands of freedom and his music an everlasting summer. Bob Marley had a vision: “One World, One Love”. Inspired by his faith in Rastafarian, his vision bloomed under the sun of Jamaica, in the poor neighborhood of Trenchtown of Kingston, and spread further in the whole world, from London as far as the Countries of the Third World. Also, Bob Marley died early in life, just at the age of 36 years old, and in a period that the tours of Bob Marley and the Wailers were gathering great crowds of people – something that automatically puts him in the pantheon of the heroes of rock. The apostle of reggae and Rastafarians –after he succeeded in making both of them internationally known– he sang about love, sorrow, peace and oppression. His music that was born in the extremely small Jamaica managed to pass over tribes, social classes and continents. As the American Timothy White wrights in Marley’s biography entitled “Catch A Fire”: “His music was the public expression of a personal truth”. In 1963, the “Wailing Wailers”, as his group initially was called, recorded the single “Simmer Down”, which climbed up to No 1 of the Jamaican chart.The album “Catch A Fire” followed, which was recorded with the Island – but in 1974 the Wailers were dissolved. In 1975, the radios of England and America played the “No Woman, No Cry”. It was his first worldwide success, the song that gave the passport to reggae to travel in the world. Over three decades later, his songs continue to carry messages for equality, love and freedom and in some magical way, to bring always in mind the beach, the sea and the warm sun of summer.





12 – METALLICA 

Τους κατέταξαν στα τέσσερα μεγαλύτερα συγκροτήματα του thrash metal, στην πραγματικότητα όμως ήταν και είναι ένα από τα τελευταία μεγάλα συγκροτήματα που γνώρισε η μουσική heavy metal. Όταν μιλάμε για τους Metallica εννοούμε ένα σώμα από τα πιο εμπορικά προϊόντα που υπήρξαν ποτέ στην Αμερική πουλώντας συνολικά πάνω από 100 εκατομμύρια δίσκους. Αυτό ήταν μια κατάληξη που δεν μπορούσαν να φανταστούν στην αρχή, στις 28 Οκτωβρίου του 1981. Τότε που ο James Hetfield απάντησε στην προσφορά του Lars Ulrich για τζαμάρισμα. Οι δύο τους σχημάτισαν τον πυρήνα του συγκροτήματος. Στην πρώτη τους ηχογράφηση ο Hetfield έκανε τα χρέη του κιθαρίστα, τραγουδιστή και μπασίστα, ενώ ο μετανάστης από τη Δανία Ulrich εκτελούσε χρέη ντράμερ. Πήραν το όνομα Metallica από το φίλο τους Ron Quintana και κυκλοφόρησαν τον πρώτο τους δίσκο “Kill’Em All” στα τέλη του 1983 με μπασίστα τον Cliff Burdon και πρώτη κιθάρα τον Kirk Hammet. Με τον ήχο του το συγκρότημα έσπαγε τα μέχρι τότε κλισέ του εμπορικού glam metal και ήταν από τους πρώτους που εγκατέστησαν τον ήχο του thrash metal στην Αμερική. Εν συνεχεία κυκλοφόρησαν άλλα δύο άλμπουμ με τα οποία το συγκρότημα άρχισε να απλώνει την κυριαρχία του σε ολόκληρο τον πλανήτη. Στις 27 Σεπτεμβρίου του 1986 το όνειρο που είχε αρχίσει να ζει το συγκρότημα γνώρισε μια από τις πιο ανώμαλες προσγειώσεις. Κατά τη διάρκεια της περιοδείας τους στη Σουηδία είχαν ατύχημα με το λεωφορείο του συγκροτήματος στο οποίο σκοτώθηκε ο μπασίστας τους Cliff Burdon. Το συγκρότημα συνέχισε θεωρώντας ότι αυτή θα ήταν και η επιθυμία του μπασίστα τους. Δύο δίσκους μετά οι Metallica μπήκαν στη δεκαετία του ’90 καταλαμβάνοντας την πρώτη θέση των charts. Κάτι που συνέχισαν να κάνουν και στην επόμενη χιλιετία. Σήμερα, το συγκρότημα συνεχίζει να γράφει ιστορία για μια ακόμα δεκαετία.


They ranked them among the four greater groups of thrash metal, but in reality they were and still are one of the last great groups that the heavy metal music ever knew. When we speak of Metallica, we mean one of the most commercial products that ever existed in America, with total sales over 100 million records. That was an outcome that they couldn’t imagine at the beginning, on the 28th of October, 1981. At the time when James Hetfield responded to Lars Ulrich’s offer for jamming. These two men formed the core of the group. In their first recording Hetfield was doing the duty of the guitar payer, the singer and the bass player, while the immigrant from Denmark, Ulrich, fulfilled the duty of the drummer. They got the name Metallica from their friend Ron Quintana and recorded their first album “Kill’Em All” in the end of 1983 with Cliff Burdon as a bass player and Kirk Hammet as the first guitar player. The group with its sound was breaking the up to then cliché of the commercial glam metal and it was one of the first that abandon the sound of thrash metal in America. Next, they put on the market another two albums with which the group started spreading its sovereignty over the whole planet. On September 27th 1986, the dream that the group had started to live became acquainted with one of the most abnormal landings. During their tour in Sweden they had an accident with the group’s buss, in which Cliff Burdon, the bass player, was killed. The group continued believing that this would have been also the desire of their bass player. Two records later Metallica entered in the decade of the 90’s occupying the first place of the charts. Something they continued doing also in the next millennium. Today, the group continues writing history for one more decade…





11 – ABBA 

Ένα είναι σίγουρο: Τα τραγούδια των Abba δεν είναι φτιαγμένα για περισυλλογή• είναι τραγούδια για χορό. Το Σάββατο 6 Απριλίου 1974, ένα άγνωστο συγκρότημα από τη Σουηδία, κέρδισε στο διαγωνισμό της Eurovision στο Μπράιτον της Αγγλίας, με το τραγούδι “Waterloo”. Τριανταπέντε χρόνια μετά, το “Waterloo”, αλλά και τα υπόλοιπα τραγούδια των Abba εξακολουθούν να είναι φρέσκα σαν δροσοσταλίδες. Η Eurovision είχε προωθητική επίδραση στο συγκρότημα. Τα επόμενα 8 χρόνια, οι Abba έγιναν σταρ, έκαναν πλατινένια άλμπουμ, έδωσαν δεκάδες συναυλίες στην Ευρώπη και στην Αμερική. Έχοντας μέχρι σήμερα πουλήσει πάνω από 350 εκατομμύρια δίσκους, είναι το πιο επιτυχημένο μουσικό κουαρτέτο μετά τους Beatles. Το όνομά τους σχηματίστηκε από τα αρχικά των ονομάτων τους: Agnetha Faltskog, Benny Anderson, Bjorn Ulvaeus και Anni-Frid Lyngstad. Ο μύθος τους ενισχύθηκε από το γεγονός ότι ήταν ζευγάρια: η Anni-Frid και ο Benny, και η Agnetha με τον Bjorn υπήρξαν παντρεμένοι. Οι αναρίθμητες επιτυχίες τους (“Take a chance on me”, “Dancing queen”, “The winner takes it all”, “Gimme! Gimme! Gimme! (A man after midnight)”, οι οποίες γράφτηκαν από τους Benny και Bjorn, χαρακτηρίζονται από απλότητα, χαρακτηριστικά ρεφρέν και φυσικά, εξαιρετικά φωνητικά από την Agnetha και την Anni-Frid. Διαλύθηκαν το 1982, όμως τη δεκαετία του ’90 η μουσική τους αναβιώθηκε μέσα από τα άλμπουμ “ABBA: Gold” και “More ABBA Gold” και φυσικά από το μιούζικαλ “Mamma Mia!” Και ενώ η πίεση για την επανένωσή τους ήταν πάντα αυξημένη, οι ABBA αρνήθηκαν να ξαναβρεθούν μαζί στη σκηνή παρά τις δελεαστικές προσφορές. Έτσι κατάφεραν να διατηρήσουν για πάντα στη συλλογική μνήμη την εικόνα τους, έτσι όπως τη θυμόμαστε στο εξώφυλλο του τρίτου τους άλμπουμ Abba, το 1975: στριμωγμένοι στο πίσω μέρος μιας παλιάς λιμουζίνας, με ένα μπουκάλι σαμπάνια, νέοι, λαμπεροί και ανάλαφροι σαν τη δεκαετία που μεσουράνησαν.


One thing is certain: The songs of Abba are not made for deep thoughts and meditation; they are songs for dance dancing. That Sabbath, the 6th of April 1974 (On Saturday, April 6 1974), an unknown group from Sweden won the competition of Eurovision in Brighton of England, with the song “Waterloo”. Thirty five years later, the “Waterloo”, and also the rest of the songs of Abba continue to be fresh like dewdrops. Eurovision had a forward advance effect on the group. During the following 8 years, Abba became stars, they made platinum albums, and gave tenths of concerts in Europe and in the United States. Having sold till today over 350 million records, Abba is the most successful musical quartet after the Beatles. Their name was formed from the acronyms of their names: Agnetha Faltskog, Benny Anderson, Bjorn Ulvaeus and Anni-Frid Lyngstad. Their myth was reinforced by the fact that they were couples: Anni-Frid and Benny, and Agnetha with Bjorn were actually married. Their innumerable successes (“Take a chance on me”, “Dancing queen”, “The winner takes it all”, “Gimme! Gimme! Gimme! (A man after midnight)”, which were written by Benny and Bjorn, were characterized by simplicity, characteristic refrains and naturally by excellent vocals from Agnetha and Anni-Frid. In 1982 they were dissolved, but in the decade of the ’90 their music revived through the albums “ABBA: Gold” and “More ABBA Gold” and certainly from the musical “Mamma Mia!” And while the pressure for their coming back was always growing, Abba refused to appear back together on stage, in spite of the enticement offers. This way they succeeded to maintain forever their image in the collective memory, just as we remember it at the back of their third album “Abba”, in 1975: squeezed in the back seat of an old limousine, with a bottle of champagne, young, radiant and light like the decade when they were at the peak of their glory.





10 – DEEP PURPLE 

Όσο δύσκολο είναι να χωρέσεις τους Deep Purple σε ένα μόνο μουσικό είδος άλλο τόσο εύκολο είναι να αναγνωρίσεις την επίδρασή τους σε ένα πλατύ φάσμα της rock μουσικής. Μαζί με τους Led Zeppelin και τους Black Sabbath αποτέλεσαν την “Αγία Τριάδα” του αγγλικού hard rock, βάζοντας τα θεμέλια για τη διάδοση και την κυριαρχία του heave metal. Χωρίς αυτά τα τρία συγκροτήματα το πιθανότερο είναι πως η ιστορία του rock θα ήταν διαφορετική και ειδικά χωρίς τους Deep Purple, που εξέφρασαν την πιο “λαϊκή” εκδοχή του, ο ήχος αυτός δεν θα είχε την ευρύτατη αποδοχή που γνώρισε σε ολόκληρο τον κόσμο και σε όλες τις κοινωνικές ομάδες. Οι Deep Purple κατόρθωσαν να συνδυάσουν επιτυχώς στοιχεία από blues, progressive, rock αλλά και pop και να εντυπωσιάσουν τους πάντες παίζοντας με τη συνοδεία της Συμφωνικής Ορχήστρας του Λονδίνου και κυκλοφορώντας το περίφημο: “Concerto for Group and Orchestra” (1969), αλλά ήταν το “Machine Head” του 1972 που έδωσε το στίγμα τους και τους έκανε παγκόσμια γνωστούς με τους κλασσικούς rock ύμνους: “Smoke on the Water”, “Highway Star” και “Space Truckin”. Και δεν είναι τυχαίο πως, παρότι είναι ένα συγκρότημα που πέρασε από χίλια κύματα με τσακωμούς, αποχωρήσεις, διαφωνίες, θανάτους και διαρκείς αλλαγές στη σύνθεσή του, οι Deep Purple είναι ένα δυναμικό brand name ακόμη και σήμερα (έστω κι αν δεν ξέρεις ποτέ ποιοι ακριβώς παίζουν κάθε φορά).


Just as difficult is to fit Deep Purple into a single kind of music it is just as easy to recognize their influence to a wide spectrum of rock music. Together with Led Zeppelin and Black Sabbath they constituted the “holy trinity” of English hard rock, creating the foundation for the propagation and the domination of heavy metal. Without these three groups the possibility is that the history of rock would have been different and especially without Deep Purple, who expressed the most “popular” version of it, this particular sound would not have the widespread acceptance that received in the whole world and from all social groups. Deep Purple succeeded to combine successfully elements from blues, progressive rock and also pop and to impress everybody by playing with the accompaniment of the Symphonic Orchestra of London and putting into circulation the famous “Concerto for Group an Orchestra” (1969); but it was the “Machine Head” (1972) that gave their stigma and made them known worldwide with the classical hymns: “Smoke on the Water”, “Highway Star” and “Space Truckin”. And it is not by accident that, despite that they are a group which went through a thousand waves with quarrels, resignation, disputes, deaths and constant changes in its composition, Deep Purple is a dynamic brand name even today (even if you never know who exactly plays each time).





9 – LED ZEPPELIN 

Κατόρθωσαν με τους 4 πρώτους δίσκους τους να εξαντλήσουν το θέμα hard rock κι από τότε ο ήχος τους παραμένει ένα αξεπέραστο σημείο αναφοράς που αντιγράφεται διαρκώς μέχρι και σήμερα. Μαθήτευσαν κι αυτοί στη μεγάλη αγγλική σχολή των μπλουζ (όπως και οι Rolling Stones, οι Cream, ο Eric Clapton, ο Peter Green, ο Jack Bruce και τόσοι άλλοι) που ξεκίνησε από τον Alexis Corner και συνεχίστηκε από τον John Mayall. Οι Led Zeppelin ευτύχησαν να είναι (δομικά) ο ιδανικός συνδυασμός. Ένας τραγουδιστής με τρομερή φωνή, ξανθούς βοστρύχους για μαλλιά και ανοιχτά πουκάμισα επί σκηνής, ένας κιθαρίστας με ικανότητες, βάθος και μπλουζ καταβολές, ένας αποτελεσματικός και σιωπηλός μπασίστας κι ένας “τρελός” ντράμερ. Το τέλειο ροκ σχήμα δηλαδή. Ο τρόπος που μετέτρεψαν το μπλουζ σε σκληρό ροκ, παίζοντας καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του ροκ ήχου, παραμένει ακόμη αξεπέραστος κι όλα τα γκρουπ του είδους αναμετρώνται μαζί τους χωρίς ποτέ κανένα να κατορθώσει να τους ξεπεράσει. Για τη ροκ ιστορία οι Led Zeppelin είναι ένα αξεπέραστο status symbol. Η πρόσφατη άρνηση του Robert Plant να συμφωνήσει σε μια εκτεταμένη επανασύνδεση, κάτι που οι υπόλοιποι εκβίαζαν λέγοντας πως ετοιμάζουν ήδη νέα τραγούδια, έσωσε τα προσχήματα.


From their first 4 records they managed to exhaust the hard rock issue and since then their sound remains an unsurpassable point of reference that is continuously copied to this day. They were also apprenticed to the great English school of blues (like the Rolling Stones, the Cream, Eric Clapton and so many others) which started from Alexis Corner and continued from John Mayall. The Led Zeppelin were fortunate to be (structurally) the ideal combination. A singer with a tremendous voice, a blond lock of hair and opened shirts on stage, a guitarist with abilities, depth and origin from the blues, an effective and quiet bass player and a “crazy” drummer. In other words, the perfect rock formation. The way they changed the blues into hard rock, playing a decisive role in the formation of the sound of rock, still remains unsurpassable and all the groups of this kind compete with them without someone ever succeeding to surpass them. For the history of rock Led Zeppelin is an unsurpassable status symbol. The recent refusal of Robert Plant to agree to an extensive renewal, something that the rest were threatening about by saying that they already prepared new songs, saved the pretext.





8 – QUEEN 

Οι Queen ακούγονται από το 1970 μέχρι και σήμερα αποδεικνύοντας ότι η μουσική είναι μεγαλύτερη από τη ζωή αλλά και τον θάνατο. Γιατί έτσι κι αλλιώς το show πρέπει να συνεχιστεί. Μια παρατήρηση που μπορεί να κάνει κάποιος παρακολουθώντας την πορεία ενός συγκροτήματος είναι ότι οι πιο πετυχημένοι ήταν αυτοί που έσπασαν τα σύνορα ανάμεσα σε διαφορετικούς ήχους. Οι Queen διέσχισαν τα όρια ανάμεσα σε πολλά διαφορετικά ήδη. Ίσως να είναι ένα από τα ελάχιστα συγκροτήματα που ανέμειξαν τόσο πολλά και τόσο διαφορετικά μεταξύ τους μουσικά είδη: από τη χορευτική μουσική και την disco μέχρι το hard rock, το progressive rock και το heavy metal. Όλο αυτό το μείγμα ήταν διανθισμένο από την country μέχρι το gospel και την όπερα. Και κατάφεραν να πουλήσουν τόσο πολύ – πάνω από 300 εκατομμύρια δίσκους– που χαρακτηρίστηκαν σαν η δημοφιλέστερη μπάντα που έβγαλε ποτέ η Μεγάλη Βρετανία. Το “Greatest Hits” που κυκλοφόρησε το 2006 πούλησε κοντά στα 5,5 εκατομμύρια αντίτυπα, μερικές εκατοντάδες χιλιάδες παραπάνω από το “Sgt. Peppers Lonely Hearts Club Band” των Beatles. «Είμαστε οι Cecil B. De Mille του rock ‘n roll… πάντα θέλουμε να κάνουμε τα πράγματα μεγαλύτερα και καλύτερα», είπε ο Freddie Mercury. Κάνοντας επίδειξη ιδιαίτερης ευφυΐας οι Queen δεν έχαναν την ευκαιρία να δείξουν τη δυνατότητά τους να επινοούν ξανά και ξανά τους εαυτούς τους. Εκτός από τη φαντασμαγορική τους εμφάνιση, υπήρχε αυθεντική δύναμη και τόλμη στη μουσική τους που πήγαινε από το νεοροκαμπίλι του “Crazy Little Think Called Love” στο disco-funk του “Another One Bites The Dust” και τη rock όπερα του “Bohemian Rhapsody”, που ήταν μία από τις περίτεχνες παραγωγές στη μουσική ιστορία. Προσέφεραν επίσης ύμνους που τραγουδήθηκαν από τα μεγάλα πλήθη όπως το “We Are The Champions” και το “We Will Rock You” που εξελίχτηκαν σε παγκόσμια γλώσσα του κόσμου των γηπέδων. Ίσως να γράφτηκε γι’ αυτούς το “Ο Θεός θα σώζει τη βασίλισσα”.


Οι Queen ακούγονται από το 1970 μέχρι και σήμερα αποδεικνύοντας ότι η μουσική είναι μεγαλύτερη από τη ζωή αλλά και τον θάνατο. Γιατί έτσι κι αλλιώς το show πρέπει να συνεχιστεί. Μια παρατήρηση που μπορεί να κάνει κάποιος παρακολουθώντας την πορεία ενός συγκροτήματος είναι ότι οι πιο πετυχημένοι ήταν αυτοί που έσπασαν τα σύνορα ανάμεσα σε διαφορετικούς ήχους. Οι Queen διέσχισαν τα όρια ανάμεσα σε πολλά διαφορετικά ήδη. Ίσως να είναι ένα από τα ελάχιστα συγκροτήματα που ανέμειξαν τόσο πολλά και τόσο διαφορετικά μεταξύ τους μουσικά είδη: από τη χορευτική μουσική και την disco μέχρι το hard rock, το progressive rock και το heavy metal. Όλο αυτό το μείγμα ήταν διανθισμένο από την country μέχρι το gospel και την όπερα. Και κατάφεραν να πουλήσουν τόσο πολύ – πάνω από 300 εκατομμύρια δίσκους– που χαρακτηρίστηκαν σαν η δημοφιλέστερη μπάντα που έβγαλε ποτέ η Μεγάλη Βρετανία. Το “Greatest Hits” που κυκλοφόρησε το 2006 πούλησε κοντά στα 5,5 εκατομμύρια αντίτυπα, μερικές εκατοντάδες χιλιάδες παραπάνω από το “Sgt. Peppers Lonely Hearts Club Band” των Beatles. «Είμαστε οι Cecil B. De Mille του rock ‘n roll… πάντα θέλουμε να κάνουμε τα πράγματα μεγαλύτερα και καλύτερα», είπε ο Freddie Mercury. Κάνοντας επίδειξη ιδιαίτερης ευφυΐας οι Queen δεν έχαναν την ευκαιρία να δείξουν τη δυνατότητά τους να επινοούν ξανά και ξανά τους εαυτούς τους. Εκτός από τη φαντασμαγορική τους εμφάνιση, υπήρχε αυθεντική δύναμη και τόλμη στη μουσική τους που πήγαινε από το νεοροκαμπίλι του “Crazy Little Think Called Love” στο disco-funk του “Another One Bites The Dust” και τη rock όπερα του “Bohemian Rhapsody”, που ήταν μία από τις περίτεχνες παραγωγές στη μουσική ιστορία. Προσέφεραν επίσης ύμνους που τραγουδήθηκαν από τα μεγάλα πλήθη όπως το “We Are The Champions” και το “We Will Rock You” που εξελίχτηκαν σε παγκόσμια γλώσσα του κόσμου των γηπέδων. Ίσως να γράφτηκε γι’ αυτούς το “Ο Θεός θα σώζει τη βασίλισσα”.


7 – THE DOORS 

Το συγκρότημα που έβαλε την ποίηση στο rock και βιαζόταν να κατακτήσει τον κόσμο αποτελεί ακόμα και σήμερα, σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μετά τη διάλυσή του, σημείο αναφοράς για κάθε νέο ροκά. Ένα ανορθόδοξο σχήμα (κιθάρα, τύμπανα και πλήκτρα) κι ένας διονυσιασμένος ποιητής που έζησε γρήγορα και πέθανε νωρίς, οι Doors ήταν η πρώτη γοητευτική “παρεκτροπή” του νεογέννητου rock, δίνοντας βάθος και νόημα σε μια νεανική κουλτούρα που φαινόταν πολύ ρηχή για να γίνει αποδεκτή. Ο Jim Morrison μπορεί να έγινε αντικείμενο του πόθου για τα κορίτσια της εποχής, με τις προκλητικές εμφανίσεις του στη σκηνή, κι ένας από τους πρώτους pop stars αλλά έφερε και την ποίηση στο νεανικό κοινό, έδωσε με τα τραγούδια του τροφή για σκέψεις σε μια γενιά που “ήθελε τον κόσμο και τον ήθελε τώρα” και “ανάγκασε” την επερχόμενη σεξουαλική επανάσταση να βιαστεί. Κι όλα αυτά πλαισιωμένα από έναν “ανορθόδοξο” ήχο που δεν είχε προηγούμενο. Ο πρόωρος θάνατός του (παράλληλα με αυτόν του Jimi Hendrix και της Janis Joplin) γέννησε τον μύθο του “καταραμένου ποιητή”, της “αυτοκαταστροφικής φύσης του rock”, του “ιδανικού αυτόχειρα”, δίνοντας ώθηση (αλλά γεννώντας και προβληματισμούς) για τη γοητεία της rock μυθολογίας. Η προσπάθεια των τριών να συνεχίσουν μετά το θάνατο του Morrison, οι “αρπαχτές” περιοδείες τους με άλλους τραγουδιστές, οι διαφωνίες του (τελικά) που τους οδήγησαν στα δικαστήρια, αμαύρωσαν την εικόνα.


The group that turned poetry into rock music and was in a hurry to conquer the world, still constitutes even today, almost four decades after its break up, a point of reference for every new fan of the rock music. An unorthodox formation (guitar, drums and keyboard) and a Dionysian poet who lived fast and died early, the Doors were the first charming “deviation” of the newborn rock, giving depth and meaning to a young culture that seemed very shallow to be accepted. Jim Morrison maybe became the object of passion for the girls of his time, with his provocative appearances on the stage, and one of the first pop stars, but he also brought poetry to the young audience, he gave with his songs food for thought to a generation that “wanted the world and wanted it now” and “forced” the oncoming sexual revelation to hurry. And all that framed with an “unorthodox” sound that had no such precedent. His early death (parallel with that of Jimi Hendrix and Janis Joplin) gave birth to the myth of the “cursed poet”, to the “self-destructed nature of rock”, of the “ideal suicide”, by giving thrust (but giving also birth to worrying) to the charm of the rock mythology. The endeavor of the remaining three to continue after Morrison’s death, their “swag” tours with other singers, their disputes that finally lead them to the courts, tarnished their picture.


6 – ELVIS PRESLEY ( 8/1/1935 - 16/8/1977 )

Ο Elvis ήταν μια καινοτομία. Ήταν ο πρώτος λευκός που υιοθέτησε τις φόρμες, το στυλ και την κληρονομιά της μαύρης μουσικής στέλνοντάς την με θράσος στα παρθένα αυτιά των λευκών. “Πριν από τον Elvis δεν υπήρχε τίποτα”, δήλωσε κάποτε ο John Lennon. Σημασία, ωστόσο, έχει πως μετά τον Elvis τίποτα δεν ήταν πλέον ίδιο. Ούτε στη μουσική, ούτε
σε οτιδήποτε ήταν γνωστό μέχρι τότε ως ποπ ή ροκ κουλτούρα. Ο Elvis ήταν μια καινοτομία. Ήταν ο πρώτος ενσαρκωτής του teenage angst παρασύροντας με κάθε εμφάνισή του μια ολόκληρη γενιά στη δική της επανάσταση, ήταν ο πρώτος που τόλμησε να συνδέσει το τραγούδι με τη σεξουαλικότητα βγάζοντας τη γλώσσα στα συντηρητικά ήθη της μεταπολεμικής Αμερικής, ήταν ο πρώτος καλλιτέχνης που ανακηρύχτηκε σε θρύλο. Και τελικά θα ήταν ο πρώτος που κατάφερε ακόμη και μετά το θάνατό του να βρίσκεται στην κορυφή των πωλήσεων ως ο πλουσιότερος μετά θάνατον καλλιτέχνης. Απειλή κατά της Αμερικής σύμφωνα με το FBI, ο Elvis ήταν πρωτίστως απειλή για τη μουσική βιομηχανία που δεν ήταν έτοιμη να σηκώσει το βάρος της πολιτιστικής επανάστασης που δυνάμωνε κάθε φορά που ο Presley κουνούσε τους γοφούς του οδηγώντας τα πλήθη σα παραλήρημα. Ο Elvis ήταν περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο καλλιτέχνη η εποχή του. Χωρίς αυτόν σήμερα όλα θα ήταν διαφορετικά: τα 60ς δεν θα ήταν η δεκαετία της σεξουαλικής απελευθέρωσης, ο Dylan, ο Lennon, ο Jagger δεν θα τολμούσαν ποτέ να αψηφήσουν τους κανόνες της βιομηχανίας στέλνοντας το rock σε επίπεδα υψηλής τέχνης, το rock n roll δεν θα είχε γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής ζωής και η ιστορία της μουσικής δεν θα είχε ποτέ ένα τόσο βαρυσήμαντο σημείο αναφοράς για να επιστρέφει κάθε φορά που μοιάζει να χάνει το δρόμο της.


Elvis was an innovation. He was the first white man who adopted the forms, the style and the inheritance of the black music, sending it with audacity into the virgin ears of the whites. “Before Elvis nothing existed”, said John Lennon. Significant is the fact that after Elvis nothing was the same anymore. Not in the music neither in whatever was known till then as pop or rock culture. Elvis was an innovation. He was the first embodiment of teenage angst dragging to every of his appearances a whole generation to its own revolution; he was the first who dared to combine the song with sexuality sticking out the tongue to the conservative morals of America after the war; he was the first artist who was pronounced a legend. And finally, he was going to be the first who accomplished, even after his death, to be on the top sales as the richest artist after death. Elvis was a threat to America, according to the FBI, but firstly he was a threat to the music industry because it was not ready to carry the weight of the Cultural Revolution which was getting stronger every time Presley would shake his hips, leading people into a delirium. Elvis was more of an artist than any other artist in his time. Without him everything today would be different; the 60s wouldn’t be the decade of sexual liberation, Dylan, Lennon and Jagger would never dare to ignore the rules of the industry sending rock music to high levels of art, rock ‘n roll would not have been an inseparable piece of daily life, and the history of music would never have such an important point of reference for every time that seems it has lost its way.


5 – U2 

Είμαστε μάρτυρες της πορείας ενός συγκροτήματος που χαρακτηρίστηκε ως η καλύτερη μπάντα στον κόσμο, γιατί ζώντας την κυκλοφορία κάθε άλμπουμ τους γινόμαστε μάρτυρες της ιστορίας. Για παλιότερους μουσικούς θα λέγαμε ότι δεν υπήρχαν αν δεν υπήρχαν τα blues. Για τους U2 θα λέγαμε ότι δεν θα υπήρχαν αν δεν υπήρχε το punk. Κι αυτό γιατί ο
Bono, ο Edge και Adam Clayton όταν απάντησαν στην αγγελία του Larry Mullen Junior, είχαν περιορισμένες γνώσεις για τη μουσική. Αν δεν είχαν ακούσει Ramones ή Sex Pistols δεν θα είχαν φτιάξει το συγκρότημα. Με το πέρασμα του χρόνου έγιναν μεγαλύτεροι κι από αυτούς που τους επηρέασαν, αφού διδάχτηκαν από μεγάλους δασκάλους όπως ο Pete Townsend ή o Bruce Springsteen. Αυτό που είναι αστείο είναι ότι ο φυσικός ηγέτης του συγκροτήματος, ο Bono, είχε συνείδηση του πού θα φτάσει το συγκρότημα από νωρίς. Δεν μπορεί να εξηγηθεί αλλιώς πως μερικούς μήνες μετά την κυκλοφορία του πρώτου τους άλμπουμ, “The Boy”, είπε σε μια συνέντευξη στο “Rolling Stone”: “Ακόμα και σε αυτό το στάδιο αισθάνομαι ότι θα γίνουμε ένα από τα μεγάλα συγκροτήματα”. Και συνεχίζει: “Υπάρχει μια ιδιαίτερη λάμψη, μια ιδιαίτερη χημεία που υπήρχε στους Stones, τους Who και τους Beatles. Νομίζω πως αυτή η ιδιαίτερη ενέργεια υπάρχει και στους U2”. Αν υπήρχε κάτι που κράτησε τους U2 ενωμένους από την εποχή του “October” ήταν (και παραμένει) η συνειδητοποίηση της ανάγκης να υψώσουν τη φωνή σαν πάντα και να εγείρουν συνειδήσεις. Στο “War” αφιέρωσαν την ενέργειά τους στο να φτιάξουν το μήνυμα που θα στρεφόταν ενάντια στη διαμάχη των θρησκευτικών δογμάτων στην πατρίδα τους, την Ιρλανδία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της στρατευμένης πλευράς του συγκροτήματος ήταν το Sunday Bloody Sunday”. Σήμερα, το συγκρότημα είναι πλέον ζωντανό μέσο άσκησης πολιτικής.


We are witnesses of the journey of a group that has been characterized as the best band in the world, because living the circulation of each of their album, we become witnesses of history. For older musicians we could say that they wouldn’t be around if the blues were not around. For U2 we can say that they wouldn’t exist if punk wasn’t in existence.
And that because Bono, Edge and Adam Clayton, when they answered to the ad of Larry Mullen Junior, they had limited knowledge of music. If they hadn’t heard Ramones or Sex Pistols they wouldn’t had made the croup. With the passing of time they became greater even than those that affected them, since they were taught by great teachers like Pete Townsend or Bruce Springsteen. What is funny is that the natural leader of the group, Bono, early in time was conscious about how high the group could go. It cannot be explained otherwise how a few months after the circulation of their first album, “The Boy”, he said in an interview in the “Rolling Stone”: “Even at this stage I feel that we will become one of the greatest groups”. And he continues saying: “There is a specific brightness, a certain chemistry that was existing with the Stones, with the Who and with the Beatles. I think this specific energy also exists in U2”. If there was something that kept U2 together since the time of “October”, it was and it remains the consciousness of the need to raise a voice as a band and to raise consciousness. In the “War” they dedicated their energy to create the message that would raise against the conflict of religious denomination in their country, Ireland. A characteristic example of this committed side of the group was the “Sunday Bloody Sunday”. Today, the group is still alive by being involved in politics.




4 – ROLLING STONES 

Οι Rolling Stones κατάφεραν να γίνουν αυτό ακριβώς που ήθελαν, “η μεγαλύτερη rock ‘n roll μπάντα στον κόσμο”, ενώ βάζουν σοβαρή υποψηφιότητα να γίνουν και η μακροβιότερη σε ηλικία μελών, παγκοσμίως. Από την εποχή που ηχογραφούσαν αριστουργήματα σε ένα υπόγειο στο Λονδίνο, μέχρι σήμερα, έχει περάσει σχεδόν μισός αιώνας. Οι Stones δημιουργήθηκαν στο Λονδίνο το 1962 από τον Brian Jones, και όρισαν την έννοια του rock και της καλώς εννοούμενης αλητείας – με την έννοια της παραπλάνησης. Το θαρραλέο, κακοτράχαλο rock τους, τα παραμορφωμένα τους blues που
βούταγαν στο rock ‘n roll και ο κορδωμένος τους machismo, συνδυασμένος με μια λανθάνουσα μοχθηρία στον αυθάδη τρόπο με τον οποίο ο Jagger κοιτούσε και έβγαζε τη γλώσσα τους στο φακό, έγιναν σήμα κατατεθέν του γκρουπ. Ο Mick έγινε το αρχέτυπο του rock front man, ισορροπώντας τη macho περσόνα του δίπλα στο απαράμιλλο ειρωνικό στυλ του κιθαρίστα Keith Richards, ενός διαβολικού τύπου που μοιάζει να έχει ανοιχτές παρτίδες με το θάνατο, αφού από την εποχή που μπαινόβγαινε στις κλινικές αποτοξίνωσης μέχρι σήμερα ζει επικινδύνως. Μόνο μια αγγελική φάτσα υπήρξε κάποια στιγμή ανάμεσα στα ρωμαλέα αυτά αλητόπαιδα και δεν ήταν φυσικά ο Ron Wood, αλλά ο σπουδαίος Mick Taylor, που η κιθάρα του ακούγεται στο εμβληματικό άλμπουμ “Sticky Fingers”. Ηχογραφώντας τρίλεπτους δυναμίτες, με κιθάρες που αλληλοσυμπληρώνονται, τις φωνές του Jagger και το χαρακτηριστικό “χάσιμο” των ντραμς στην αρχή του κομματιού να δίνει την εντύπωση ότι ο ντράμερ του γκρουπ, ο Charlie Watts, κάνει λάθος, οι Stones έχουν δημιουργήσει το δικό τους αποκλειστικό στυλ σε περισσότερα από 65 albums μέχρι σήμερα. Στη διάρκεια της πολυετούς καριέρας τους, δεν εγκατέλειψαν ουσιαστικά ποτέ το blues, αλλά πειραματίστηκαν μουσικά, εμπλουτίζοντας τη μουσική τους με μελωδικά στοιχεία, μπλέχτηκαν με την ψυχεδέλεια και τα ναρκωτικά και παραδόξως επέζησαν, με εξαίρεση τον πρόωρα χαμένο Brian Jones, έγιναν μέλη του “Rock & Roll Hall of Fame” και συνεχίζουν να γράφουν ιστορία.


The Rolling Stones succeeded in becoming exactly what they wanted to be, “the biggest rock ‘n roll band in the world”, while they put themselves in a serious candidacy to become the group with the longest longevity worldwide, as far as the age of the members of the group. From the time they were recording masterpieces in a basement in London, until today, half a century has almost passed. The Stones were created in London by Brian Jones, and they set the meaning of rock and vagrancy in a good sense – with the meaning of wandering. Their brave and rugged rock, their distorted blues that were plunging in the rock ‘n roll and their swagger machismo, combined with an erroneous malice to the insolent way that Jagger was looking and sticking his tongue to the camera, became the trademark of the group. Mick became the archetype of rock front man, balancing his macho persona next to the unparalleled erotic style of the guitar player Keith Richards; a diabolic type of a man who seems to have open games with death, since from the time that he was going in and out of the detoxification clinics till today he lives dangerously. Only one angelic face was around for a while in the midst of this vigorous guttersnipe and surely it was not Ron Wood, but the significant Mick Taylor, whose guitar can be heard in the emblematic album “Sticky Fingers”. Recording three - minute dynamites, with the guitars complementing each other, the voices of Jagger and the characteristic “loss” of the drums at the beginning of the piece giving the impression that the drummer of the group, Charlie Watts, makes mistakes, the Stones have created their own exclusive style in more than 65 albums to this day. During their long carrier of many years, they never actually left the blues, but they experimented musically, enriching their music with melodious elements, they entangled themselves with psychedelia and drugs and strangely enough they survived, with the exemption of the early death of Brian Jones, they became members of the “Rock & Roll Hall of Fame” and they continue writing history.




3 – PINK FLOYD 

Η ασύλληπτη και πολυσχιδής δημιουργικότητα τους, καθιέρωσε τους Pink Floyd ως ένα από τα πιο τολμηρά και συγχρόνως εμβληματικά συγκροτήματα της ροκ μουσικής σκηνής όλων των εποχών. Όταν άρχισα να αγοράζω δίσκους, έπεσα πάνω στο "Dark side of the moon", ένα άλμπουμ που με έκανε να καταλάβω τη συμπαντική διάσταση της μουσικής, πως δηλαδή ένα καλλιτεχνικό έργο μπορεί να σε κάνει να χάσεις την αίσθηση του χρόνου και του χώρου και να ταξιδέψεις στο σύμπαν απαλλαγμένος από βαρύτητα, φοβίες και έγνοιες. Οι Pink Floyd ευτύχησαν να ζήσουν τρεις διαφορετικές δημιουργικές περιόδους, ανόμοιες μεταξύ τους, αλλά με ισχυρό ειδικό βάρος η καθεμιά από αυτές. Στην πρώτη, ο Syd Barrett ξεκίνησε ένα ψυχεδελικό τριπ με γεύση από την "σκοτεινή αθωότητα" ενός παιδιού, στη δεύτερη ο Roger Waters δικαίωσε το όνειρο του progressive δίνοντας του τις διαστάσεις και τη δύναμη ενός συμφωνικού έργου και τέλος ο Gilmour έδωσε "λαϊκή" γοητεία στα concept albums. Για το πια είναι η καλύτερη από αυτές τις τρεις περιόδους υπάρχουν πολλές διαφωνίες, κανείς όμως δε διαφωνεί ότι οι Pink Floyd υπήρξαν ένα από τα πιο σπουδαία, πιο επιδραστικά και αναντικατάστατα συγκροτήματα της ποπ κουλτούρας του 20ου αιώνα, η οποία χωρίς την ύπαρξη τους θα είχε μικρότερη υπόληψη στην ιστορία του σύγχρονου πολιτισμού. Στα υπέρ τους το ότι επιμένουν να αρνούνται να επανασυνδεθούν, περιφρονώντας πάρα πολλά χρήματα.


Their inconceivable and multifarious creativeness, established the Pink Floyd as one of the most daring and brave and, at the same time, emblematic groups of all times within the stage of rock music. When I started buying music records, I came across the album “Dark side of the moon”, an album that made me understand the universal dimension of the music; how, in other words, an artistic work can make you lose the sense of time and space and travel to the universe free from gravity, fears and worries. Pink Floyd was fortuned to live three different creative periods, different from each other, but each one had a strong particular weight. In the first, Syd Barrett started a psychedelic trip with a taste from the “dark innocence” of a child. In the second, Roger Waters vindicated the dream of progressive, giving the dimensions and the power of a symphonic work; and, finally, Gilmour gave a “folk” enchantment in the concept albums. As of which is the best of these three periods, there are many disagreements and disputes, but no one disagrees that Pink Floyd were one of the most fine and excellent, most influencing and irreplaceable group of the pop culture in the 20th century, which without their existence would have less reputation in the history of modern civilization. It is to their favor that they insist to refuse to get back together, despising a great amount of money.




2 – MICHAEL JACKSON ( 29/8/1958 - 25/6/2009 ) 

Ο "βασιλιάς της ποπ" έζησε ως φαινόμενο από την παιδική του ηλικία. Τα σημάδια αυτής της πορείας χάραξαν ανεξίτηλα την ψυχή του αλλά και την ιστορία της μουσικής και του θεάματος. Σταρ ήδη από τα έξι του χρόνια, το μικρότερο μέλος της οικογένειας Jackson ήταν ένας ολοκληρωμένος soul καλλιτέχνης πριν ακόμα ξεκινήσει την προσωπική του καριέρα και διαγράψει την πιο ιλιγγιώδη τροχιά καλλιτέχνη στη σύγχρονη εποχή. Περνώντας στην ενηλικίωση χωρίς παιδική ηλικία, ο Jackson κυκλοφόρησε το πρώτο του άλμπουμ "Off the wall" ('79) για να γίνει ένα από τα πιο εμπορικά όλων των εποχών (με πωλήσεις που ξεπέρασαν τα 20 εκατομμύρια αντίτυπα) ενώ ταυτόχρονα τελειοποίησε την περσόνα ενός τραγουδιστή, χορευτή και performer που κανείς δεν είχε ξανασυναντήσει μέχρι τότε. Το "Thriller" ('82) μένοντας 37 εβδομάδες στο Ν0 1 του Billboard και στέλνοντας 7 τραγούδια στη λίστα με τα 100 πιο εμπορικά singles παραμένει μέχρι και σήμερα το πιο εμπορικό άλμπουμ όλων των εποχών. Μετά το "Thriller" ο Jackson μεσουράνησε ολόκληρη τη δεκαετία του '80 ως ο απόλυτος σταρ. Η ακτιβιστική του δράση, τα βίντεο κλιπ που τον έχρισαν πρωτοπόρο της οπτικοακουστικής βιομηχανίας, οι πωλήσεις του "Bad" ('87) και η λατρεία του κόσμου δεν ήταν ικανά να σιγάσουν το θόρυβο γύρω από την εξτραβαγκάντζα της έπαυλης "Neverland", το χρώμα του που σταδιακά έγινε από μαύρο λευκό, τις φήμες για τη σεξουαλική του ζωή αλλά και το σκοτεινό παρελθόν της οικογένειας του. Το 1993 οι κατηγορίες για σεξουαλική παρενόχληση ενός ανήλικου αγοριού έθεσαν την τροχιά του σε αντίθετη πορεία που θα κατέληγε μετά από ένα ορυμαγδό δημοσιευμάτων και φημών στο θάνατο του. Κάνοντας πραγματικότητα κάθε θεωρία γύρω από την κατάρα της δημοσιότητας και έχοντας ήδη αλλάξει το ρου της ποπ, ο Jackson πέθανε στις 25 Ιουνίου του 2009, στα πενήντα του, έχοντας αφήσει το αποτύπωμα του στον 20ο αιώνα.


The “king of pop music” lived as a phenomenon since his childhood. The marks of this journey impressed in an unfading way both his own soul and also the history of music and entertainment. Being a star already at the age of six, the youngest member of the Jackson’s Family, he was a completed soul artist before even started his own career and traced the fastest trajectory of an artist in modern times. Passing to adulthood without childhood, Jackson recorded his first album, “Off the wall” (’79), to become one of the most commercial of all times (with sales over 20 million copies), while at the same time he perfected his persona of a singer, dancer and performer like no one else until then. His “Thriller” (’82) stayed No 1 on the Billboard for 37 weeks and by sending 7 songs on the list of the 100 most commercial singles, it maintains to this day that it is the most commercial album of all times. After “Thriller” Jackson remained sky-high for the whole decade of the 80’s as the absolute star. His activism, the video clips that made him pioneer of the audio-visual industry, the sales of his record “Bad” (’87) and the worship by the people did not succeed to stop the rumors around the extravaganza of his mansion called “Neverland”, his color that gradually became white from black, the rumors for his sexual life and the dark past of his family. In 1993 the accusations for sexual harassment of a young boy set his orbit at the opposite direction, which ended up, after a rumble of publications and murmurs, to his death. Making real every theory around the plaque of publicity and having already changed the direction of the pop music, Jackson died on the 25th of June 2009, at the age of 50, having left his mark on the 20th century.




1 – THE BEATLES 

Τέσσερα παιδιά της εργατικής τάξης, που βούτηξαν μέσα στη δόξα και στα ναρκωτικά, υπήρξαν το μοναδικό group που με τη μουσική του κατάφερε να αλλάξει τα πάντα γύρω του. Από την τεχνολογία μέχρι τη μόδα. Την εποχή που στο Λίβερπουλ όλα τα groups παίζανε σαν τους Shadows, οι Beatles μόλις επέστρεφαν από τις συναυλίες τους στη Γερμανία όπου έπαιζαν rock n roll οκτώ συνεχόμενες ώρες κάθε βράδυ. Αγριεμένοι και ντυμένοι στα δερμάτινα σαν τον Gene Vincent, όταν πρωτοεμφανίστηκαν στο Carven του Λονδίνου, οι θαμώνες τους φώναζαν "σταματήστε να παίζετε αυτή τη μουσική, εδώ δεν είναι τζαζ κλαμπ". Τότε τους ανακάλυψε ο μάνατζερ και αναμορφωτής τους Brian Epstein, ο οποίος τους έπεισε να βγάλουν τα δερμάτινα και να φορέσουν κοστούμια, διαβλέποντας ότι το χάρισμα και το θράσος τους θα τους πήγαινε μακριά. Το πρώτο κομμάτι τους, "Love me do", πούλησε 100.000 σε δύο ημέρες και μπήκε στα charts. Το δεύτερο δισκάκι τους, "Please, please me", έκανε 500.000 πωλήσεις και πήγε καρφωτό στο Ν0 1. Σιγά σιγά ο κόσμος άρχισε να τους αναγνωρίζει στο δρόμο και οι αστοί να σοκάρονται από την υστερία των βλασταριών τους που μαζεύονταν στις συναυλίες του group για να ουρλιάξουν σε δίωρη βάση. Σε λιγότερο από ένα χρόνο, οι Beatles έχουν γίνει διάσημοι, τριγυρνώντας μεθυσμένοι στο Λονδίνο δηλώνοντας ότι "λυπούνται τον Έλβις" γιατί εκείνοι είναι "τέσσερις παρέα και όχι ένας μόνος του". Σειρά θα έχει η Αμερική. Μόνο όταν το "I wanna hold your hand" πήγε Ν0 1 στις ΗΠΑ προσγειώθηκαν στο αεροδρόμιο Κένεντι της Νέας Υόρκης, λαμβάνοντας μάλιστα ένα τηλεγράφημα που τους καλωσόριζε από τον ίδιο τον Έλβις. Η αρχή είχε γίνει και η πορεία λίγο πολύ γνωστή. Επιτυχία, ναρκωτικά, Ινδία, η δημιουργία της δισκογραφικής τους, της Apple, οι καβγάδες, η διάλυση, οι προσωπικές καριέρες, η δολοφονία του Lennon. Είναι πραγματικά απίστευτο, πως τα τέσσερα παιδιά από το Λίβερπουλ, επηρεασμένα από τον ήχο της Motown, του roc n roll και αργότερα του Dylan, κατάφεραν να κάνουν να κομμάτια τους να μην ακούγονται όπως οτιδήποτε άλλο μέχρι τότε. Κι όλα αυτά μέσα σε 8 χρόνια από το '67 έως το '70, την ίδια εποχή που άλλοι προσπαθούσαν να παίξουν και να ακουστούν όπως αυτοί (από τους Moody Blues και τους Beach Boys έως τους Who, τους Byrds και τους Rolling Stones). Πάντα ήταν ένα βήμα μπροστά, ακόμα και από τους ίδιους τους εαυτούς, αλλάζοντας και εξελίσσοντας τη μουσική τους. Σήμερα που η rock έχει σταθεί στο σταυροδρόμι της αναμασώντας το παρελθόν, είναι πραγματικά ενδιαφέρον να ακούει κανείς πως οι άνθρωποι έφτιαξαν κάποτε μουσική που κοίταζε στο μέλλον.


Four working-class children, whom plunged in the glory and the drugs, were the only group that with their music were able to change everything around the world• from technology to fashion. At the time when all groups in Liverpool were played like the Shadows, the Beatles had just returned from their concerts in Germany, where they were playing rock n roll every night, for eight consecutive weeks. Being wild and clothed in leather like Gene Vincent, when they first appeared at London’s Carven, the people who listened to them were screaming at them, saying, “Stop playing that music; this is not a jazz club”. Then, their manager and reformer, Brian Epstein, discovered them. He convinced them to take off their leather clothing and to put on suits, discerning that their talent and their audacity would take them far.
Their first song, “Love me do”, sold 100,000 records in two days and entered on the charts. Their second disk, “Please, please me”, sold 500,000 copies and climbed straight to the top. Slowly the world started recognizing them on the streets and the townspeople were shocked with their offspring’s hysteria, who gathered in the group’s concerts screaming for a couple of hours. In less than a year, the Beatles had become famous, running around London drunk and saying that they “feel sorry for Elvis Presley”, because they are “a company of four and not one alone”. America will come next. And only when their song “I wanna hold your hand” became No1 on the American chart, they landed at the Kennedy airport in New York; and actually they received a welcome telegraph from Elvis himself. The start had been made and the rest is all well known. Success, drugs, India, the creation of their own recording company, Apple, the fights, the break up, their personal carriers, the assassination of Lennon. Really, it is unbelievable how the four boys from Liverpool, affected by the sound of Motown, of roc n roll, and later of Bob Dylan, accomplished to make their music pieces be listened like anything else up to then. And all that within 8 years, from ’67 to ‘70, while at the same time others were trying to play and to be heard like them (from the Moody Blues and the Beach Boys to the Who, the Byrds and the Rolling Stones). They always were a step ahead, even from their own selves, changing and progressing their own music. Today that rock music is standing at the crossroad of ruminating the past, it is very interesting to hear how people made music in those days that was actually looking at the future.




45 – SCORPIONS

Οι “Scorpions” είναι ένα από τα μεγαλύτερα συγκροτήματα της rock που προέρχεται από μη αγγλόφωνη χώρα. Είναι επίσης το πιο πετυχημένο, εμπορικά, ξένο συγκρότημα στη χώρα μας. Η ιστορία τους ταυτίζεται με αυτήν του πιο αρχαίου μέλους τους, του Γερμανού κιθαρίστα Rudolf Schenker. Αυτός ίδρυσε το συγκρότημα το 1965. Το 1969 ο μικρότερος αδελφός του Schenker, Michael, και ο τραγουδιστής Klaus Maine μπήκαν στο συγκρότημα, το οποίο κυκλοφόρησε τον πρώτο του δίσκο “Lonesome Crow” τρία χρόνια μετά, το 1972. Το συγκρότημα άρχισε να χτίζει το δικό του ήχο και να φτιάχνει το δικό του κοινό από το 1974, με τραγούδια όπως το “Speedy’s Coming” και το άλμπουμ “Fly To The Rainbow”. Το 1975 οι “Scorpions” ξεκίνησαν τη συνεργασία τους με τον Γερμανό παραγωγό Dieter Dierks (που πρόκειται να κρατήσει για καιρό). Η επόμενη δεκαετία, του ’80, βρίσκει το γερμανικό συγκρότημα με καινούργιο κιθαρίστα αλλά και καινούργια εταιρία. Στα μέσα περίπου της δεκαετίας το συγκρότημα θα βγάλει το “Love At First Sting” που θα μείνει κλασσικό, όπως και το συγκρότημα που επιβίωσε στο πέρασμα των δεκαετιών φέρνοντας πάντα τον αέρα της αλλαγής.


“Scorpions” is one of the greatest groups of rock that originates from a non-English spoken country. It is also the most successful, commercially, foreign group in our country. Their history equates with that of its oldest member, the German guitar player Rudolf Schenker. He founded the group in 1965. In 1969 the younger brother of Schenker, Michael, and the singer Klaus Maine entered the group, which recorded his first disk “Lonesome Crow” three years later, in 1972. The group started building its own sound and making its own audience since 1974, with songs such as the “Speedy’s Coming” and the album “Fly To The Rainbow”. In 1975 the “Scorpions” started their collaboration with the German producer Dieter Dierks (which was going to remain for a long time). The next decade, of the ’80, finds the German group with a new guitar player and also with a new company. Approximately in the middle of the decade the group will record the “Love At First Sting” which will remain classic, just as the group that survived in the passing of the generations bringing always the air of change.