claps.gr

(Text in english)


BRANDO ΑΠΟΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΟΣ.


Ο Ντάργουιν Πόρτερ, συγγραφέας των διάσημων ταξιδιωτικών οδηγών Frommer και βετεράνος ρεπόρτερ του Χόλιγουντ, έκανε πολύ δουλειά. Το αν είναι και εξαιρετική, είναι δύσκολο να το κρίνει κανείς αφού ο Αμερικανός ερευνητής ασχολήθηκε με μια προσωπικότητα η ζωή της οποίας είχε τόση λάμψη όσο και σκιές. Ο Μάρλον Μπράντο αν ζούσε σήμερα θα ήταν 96 χρονών - γεννήθηκε στην Νεμπράσκα των Ηνωμένων Πολιτειών στις 3 Απριλίου του 1924 και πέθανε την 1 Ιουλίου του 2004. Ο Πόρτερ, αφού ερεύνησε ενδελεχώς κάθε πτυχή της προσωπικής ζωής του Μπράντο, συνέγραψε αν όχι την πιο πλήρη αλλά σίγουρα την πιο αποκαλυπτική βιογραφία του μεγάλου ηθοποιού, τιτλοφορημένη "Brando Unzipped". Ο Πόρτερ αφιέρωσε πολλά χρόνια στην έρευνα για τη ζωή του Μπράντο. Πήρε συνεντεύξεις από φίλους και απλούς γνωστούς, ερωμένες και εραστές, συναδέλφους και οπαδούς του Μπράντο, καταλήγοντας να κατασκευάσει το χρονικό της κοινωνικής και ερωτικής ζωής ενός ανθρώπου του οποίου η ζωή είχε την ίδια ζωώδη ένταση με το ρόλο του Στάνλεϋ Κοβάλσκι στο "Λεωφορείο ο πόθος", και διέγραψε μια διαδρομή από την αποθέωση στην παρακμή -και στις δύο περιπτώσεις στη μέγιστη δυνατή κλίμακα: από σύμβολο του σεξ του 1950 σε ένα πρησμένο από λίπος κήτος, που στα τελευταία χρόνια της ζωής του απασχόλησε περισσότερο τα σκανδαλοθηρικά ταμπλόιντ παρά τα κινηματογραφικά έντυπα. Είναι πάντως αλήθεια ότι ο ίδιος ο Πόρτερ υποκύπτει στον πειρασμό της σκανδαλοθηρίας, και οι 642 σελίδες του βιβλίου μοιάζουν σε αρκετά σημεία περισσότερο μια καλογραμμένη συρραφή κουτσομπολιών, δημοσιευμάτων ταμπλόιντ και ισχυρισμών του ίδιου του Μπράντο, παρά μια εμπεριστατωμένη έρευνα. Αυτό που σοκάρει πιο πολύ πάντως δεν είναι η παρουσίαση του Μπράντο ως αχαλίνωτου ηδονιστή, αλλά η αποκαθήλωση ολόκληρου του λαμπερού κόσμου του Χόλιγουντ, ο οποίος περιγράφεται με όρους σεξ, λαγνείας και αμαρτίας, ένα σκοτεινό συγγραφικό στιλιζάρισμα που έκανε δημοφιλές ο Τζέιμς Ελρόϊ με την τετραλογία του για το Λος Άντζελες. Η βιογραφία επικεντρώνεται στο γεγονός ότι ο Μπράντο χρησιμοποιούσε την ηλεκτρική γοητεία του για να ικανοποιεί την ακόρεστη όρεξη του για όσο το δυνατόν περισσότερο σεξ. Χωρίς να το λέει ευθαρσώς, ο Πόρτερ καταλήγει εμμέσως στο συμπέρασμα ότι ο Μπράντο έπασχε από μια μορφή σατυρίασις, μια ακατανίκητη ανάγκη δηλαδή για όσο το δυνατόν περισσότερες ερωτικές συνευρέσεις κατά τη διάρκεια της ημέρας. Μια από τις πρώτες του φίλες, η Τζεραλντίν Πέιτζ, λέει χαρακτηριστικά στο συγγραφέα: "Ο Μπράντο ήταν σαν το σκυλί: τη μια στιγμή ουρούσε κάτω από ένα δέντρο, την άλλη το έκανε δίπλα σε ένα παγκάκι. Δεν τον ενδιέφερε τίποτα, απλώς έπρεπε να βρει το καθημερινό του κρέας". Ελευθερίων ηθών και συνεχώς να σοκάρει τον περίγυρο του με τις πράξεις του, εμφανιζόταν σε συνεντεύξεις ξύνοντας τα απόκρυφα μέρη του και αφήνοντας αέρια να ελευθερωθούν από διάφορες οπές του σώματος του, έφευγε από το πλατό απροειδοποίητα, μιλούσε με αισχρόλογα, είχε συλληφθεί επειδή ούρησε δημοσίως και συνεντεύξεις αναφερόταν στο πέος του ως "το ευγενές μου εργαλείο".
Τη δεκαετία του 1960 είχε πει ότι είχε πει ότι είναι πολύ χαρούμενος που οι αφίσες του κοσμούν τοίχους τόσων διάσημων ομοφυλοφίλων, όπως ο Τρούμαν Καπότε και ο Τένεσι Ουίλιαμς. Στο βιβλίο αναφέρεται εκτενώς το πάθος του Τένεσι Ουίλιαμς για τον Μπράντο, το οποίο είχε ξεκινήσει "από μια βραδιά σε μια μοναχική παραλία στο Πρίνσταουν" κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Η απήχηση του Μπράντο στους κινηματογραφικούς κύκλους των ομοφυλοφίλων υπήρξε εξαιρετικά θερμή, υποστηρίζει ο συγγραφέας. Ανάμεσα σε αυτούς που μοιράστηκαν το κρεβάτι μαζί του συγκαταλέγονται, σύμφωνα πάντα με το βιβλίο, οι δύο βασικοί του αντίπαλοι στα 50'ς, ο Τζέιμς Ντιν και ο Μοντγκόμερι Κλιφτ. Με τον τελευταίο ο Μπράντο έβαλε κάποτε στοίχημα να τρέξουν γυμνοί στη Γουόλ Στριτ, την πιο πολυσύχναστη οδό της Νέας Υόρκης. Όταν το 1946 εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο Μπρόντγουεϊ στην παράσταση "A Flag is born", η δασκάλα του και ηθοποιός Στέλλα Αντλερ είχε πει πως "ο νεαρός αυτός πρέπει να έχει πάει με τις μισές εβραίες της Νέας Υόρκης". Στην ταινία "Ο Ατίθασος" που τον ανέδειξε σε σύμβολο του σεξ, ο σκηνοθέτης Λάζλο Μπένεντεκ τον έπιασε μια μέρα στα παρασκήνια με έναν νεαρό μεξικάνο ηθοποιό που υποδυόταν ένα μέλος της συμμορίας του. Για τις ανάγκες της ταινίας "Το κορμί μου σου ανήκει" του Φρεντ Τσινεμαν, όπου υποδυόταν έναν παραπληγικό βετεράνο του Βιετνάμ, επισκέφτηκε ένα άσυλο παραπληγικών και σύναψε σχέση με έναν ασθενή ενώ ορισμένοι συντελεστές της ταινίας "Σαγιονάρα" ισχυρίζονται ότι είχε πάει σχεδόν με όλες τις γιαπωνέζες κομπάρσους που συμμετείχαν στο φιλμ. Όσο γύριζε το "Λεωφορείο ο πόθος", σύναψε σχέσεις τόσο με τη Βίβιαν Λι όσο και με το σύζυγο της Λόρενς Ολιβιέ. Ο Ντέϊβιντ Νίβεν θυμάται χαρακτηριστικά: "Είχα δει τον Μάρλον και τον Λόρενς να κάνουν μπάνιο γυμνοί στην πισίνα και να φιλιούνται με πάθος. Πήγα μέσα και βρήκα τη Λι να στέκεται με απάθεια. Νομίζω ότι ήξερε καλά τι συνέβαινε έξω, αλλά κανείς μας δεν αναφέρθηκε στο περιστατικό". Δύο ήταν κατά τον Πόρτερ τα σημαντικά άτομα στην αρχή της καριέρας του: ο ένας ήταν ο ηθοποιός, εραστής και συγκάτοικος του, Γουόλι Κοξ, για τον οποίο ο Μάρλον είχε κάποτε παραδεχτεί ότι "αν ο Γουόλι ήταν γυναίκα, θα τον είχα παντρευτεί και θα ζούσαμε ευτυχισμένοι". Το άλλο άτομο ήταν η Μέριλιν Μονρό, την οποία "ψώνισε" για πρώτη φορά το 1946 σε ένα μπαρ για 15 δολάρια και μετά την πήγε στο διαμέρισμα του, κατ' ομολογία του κολλητού του φίλου Κάρλο Φιόρε. Το ότι η Μονρό "ψωνιζόταν" στην αρχή της καριέρας της επιβεβαιώνει και η οικιακή βοηθός της Λένα Πέπιτοουν: "Της άρεσε να βγάζει χαρτζιλίκι για 15 δολάρια και επίσης έκανε πιάτσα και στο Χόλιγουντ, όχι όμως για χρήματα αλλά για φαγητό. Στο απόγειο της καριέρας και της γοητείας του Μπράντο, "η λίστα των ερωτικών παρτενέρ του αποτελούσε το "who is who" της πολιτιστικής ελίτ του Χόλιγουντ.", αναφέρει ο συγγραφέας ο οποίος καταγράφει μεταξύ άλλων ότι ο Μπράντοκοιμήθηκε με την Γκρέις Κέλυ την παραμονή της απονομής των βραβείων Όσκαρ το 1955, οπότε και οι δυο έφυγαν με το χρυσό αγαλματάκι (ο Μπράντο για το ρόλο του στο "Λιμάνι της αγωνίας" και η Κέλυ για την ερμηνεία της στη "Χωριατοπούλα"). Στη λίστα του Μπράντο αναφέρονται η Γκρέτα Γκάρμπο, η Μπέτι Ντέϊβις, η Τζόαν Κρόφορντ, η Ελίζαμπεθ Τέιλορ, η Άβα Γκάρντνερ, η Άννα Μανιάνι καθώς και "δύο πρώτες κυρίες των ΗΠΑ", μια αναφορά σκοπίμως... κίτρινη είναι προφανές ότι πρόκειται για την Τζάκι Κένεντυ η οποία μέσω του κουνιάδου της Πίτερ Λόφορντ είναι φυσιολογικό να είχε σχέσεις με τον κόσμο του Χόλιγουντ καθώς και την τότε ηθοποιό Νάνσυ Ρίγκαν. Ο συγγραφέας υποστηρίζει επίσης ότι η ερωτική οδύσσεια του Μπράντο συνεχίστηκε στο Παρίσι. Αφού απέρριψε τις ερωτικές προτάσεις της Μπριζίτ Μπαρντό με τη δικαιολογία ότι "ήταν απλώς άλλη μία γοητευτική κοπελίτσα, αλλά τίποτα παραπάνω", όπως εξομολογείται ο σύζυγος της Ροζέ Βαντίμ, έστρεψε το ερωτικό του ενδιαφέρον στη μεσήλικη Έντιθ Πιαφ. Την πρώτη νύχτα που τον κάλεσε στο διαμέρισμα της έκανε το λάθος να γδυθεί και να πέσει από τα πρώτα δέκα λεπτά στο κρεβάτι: "Νόμιζα ότι ήθελε να δοκιμάσει το ευγενές μου εργαλείο, αλλά μάλλον ήθελε μια πιο ευγενική προσέγγιση", όπως ισχυρίστηκε κατόπιν εκείνος για τη νύχτα εκείνη που τον πέταξε γυμνό έξω από το σπίτι της. Την επόμενη ημέρα όμως του τηλεφώνησε, του τραγούδησε το "La vie en rose" και προσφέρθηκε να τον βγάλει έξω στα παρισινά κλαμπ. Νωρίς το πρωί κατέληξαν στο κρεβάτι της, απ' όπου ο Μπράντο σηκώθηκε το επόμενο μεσημέρι "φοβισμένος νομίζοντας ότι η Πιαφ είχες πάθει κάτι. Έμοιαζε τόσο ευάλωτη και χλωμή μέσα στο μικροσκοπικό της κορμάκι". Ο Μπράντο είχε πολλές ερωτικές περιπέτειες με μεγαλύτερες γυναίκες, κάτι που κατά τον συγγραφέα, πηγάζει από το "οιδιπόδειο σύμπλεγμα που είχε απέναντι στη μητέρα του", την Ντόροθυ Μπράντον. Υπό αυτό το πρίσμα γίνεται κατανοητή η επίδραση που είχε πάνω του "η ηλικιωμένη Μαρλέν Ντίτριχ η οποία τον αποπλάνησε". Η βιογραφία αναφέρεται επίσης εκτενώς στη φιλία του Μάρλονμε τον Ρίτσαρντ Μπάρτον, τον Τσάρλι Τσάπλιν και τον Μάικλ Τζάκσον καθώς και στην περίεργη σχέση του με την κόρη του Τσεγέν η οποία αυτοκτόνησε τον Απρίλιο του 1995 σε ηλικία 25 ετών, πέντε χρόνια μετά τη δολοφονία του εραστή της από τον ετεροθαλή αδελφό της, Κρίστιαν. Το κείμενο συνοδεύεται από σπάνιο φωτογραφικό υλικό, από την αρχή της καριέρας ως το θάνατο του. Λίγο προτού πεθάνει εξομολογήθηκε στον Πόρτερ: "Καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής μου αναζήτησα, αλλά δεν βρήκα ποτέ μου όλα εκείνα που έψαχνα. Η ζωή μου υπήρξε τελικώς λαμπερή, αλλά εξαιρετικά ταραχώδης και ανικανοποίητη."