claps.gr

(Text in english)

Η αυλαία ανοίγει...


Την ώρα που διαβάζετε αυτές τις γραμμές, το πιθανότερο είναι ο Γιώργος Μαρίνος να ξεκουράζεται σπίτι του στο Νέο Βουτσά όπου μένει από το '83. Ίσως νοιώθει ότι η εποχή των επαγγελματικών "στοιχημάτων" έχει τελειώσει πια. Για 25 χρόνια ήταν αναμφισβήτητα ο διασημότερος σόουμαν της αθηναϊκής νύχτας, που λατρεύτηκε στις πίστες κέντρων κάνοντας τις εξομολογήσεις του τραγούδια. Παρ' όλα αυτά, οι σχέσεις του Γιώργου Μαρίνου με το χρόνο δείχνουν άριστες. Με ευκολία γυρίζει το ρολόι στο παρελθόν σαν να είναι ένα σκαλί αυτογνωσίας. Γεννήθηκε το 1939 στο Βοτανικό. Οι γονείς του χώρισαν όταν ο μικρός Γιώργος ήταν ενός έτους κι έμεινε με τη μητέρα του Βασιλική, την οποία λάτρευε. "Δεν την αποχωρίστηκα ποτέ. Ακόμα και τώρα που έχει φύγει από τη ζωή, νοιώθω την παρουσία της". Τον πατέρα του Αλέξανδρο που παντρεύτηκε άλλες δυο φορές, τον ξανασυνάντησε στα δώδεκα του, μόλις είχε γυρίσει από την εξορία στην Μακρόνησο, όπου είχε κάνει τη "θητεία" του όπως όλοι οι αριστεροί. Ο Γιώργος Μαρίνος όμως δεν ασχολήθηκε ποτέ ενεργά με την πολιτική. Μόνο μια φορά τον συνέλαβαν στη δικτατορία, αλλά ήταν τυχερός γιατί εκείνη την ημέρα έλειπε ο διοικητής. Από τον τρίτο γάμο του πατέρα του, απόκτησε έναν ετεροθαλή αδελφό, τον Τάσο. Όσο για τις φήμες που λένε ότι υπήρξε αδελφός με τον Νίκο Κούρκουλο, λέει πως "πάντα τον θαύμαζα, αλλά δυστυχώς δεν είμαστε αδέλφια".


Το παιδί και το σινεμά.
Όταν δεν έπαιζε με τα παιδιά της γειτονιάς, αφηνόταν στην αγκαλιά των κινηματογραφικών αιθουσών. Δεκάδες ταινίες του Γκάρι Κούπερ, Κλαρκ Γκέιμπλ, Κάρι Γκραντ, Άβα Γκάρντνερ, Λάνα Τάρνερ γέμιζαν τις ώρες του. "Για πολλά χρόνια μάλιστα ζούσα, τουλάχιστον στις ερωτικές μου σχέσεις, με κινηματογραφικά πρότυπα, ξεχνώντας ότι στη ζωή χρειάζονται άλλα πράγματα για να επιβιώσει μία σχέση".


Αρχιτέκτονας εναντίον ηθοποιού.
Όταν έκλεισε τα δώδεκα του, ο πατέρας του, για να καλύψει ίσως τη μεταξύ τους συναισθηματική απόσταση, θέλησε να τον πάρει μαζί του. Στις τελευταίες τάξεις του γυμνασίου, μάλιστα, τον έστειλε εσωτερικό στη Λεόντειο και στου Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου, όπου ήταν και συμμαθητής με τον Μιλτιάδη Έβερτ. Το όνειρο του έφηβου Μαρίνου, στο οποίο τον στήριξε τελικά μόνο η μητέρα του, ήταν να γίνει ηθοποιός. Ο πατέρας του, από την άλλη, που ήταν πολιτικός μηχανικός και διατηρούσε γραφείο στα Περιστέρι, τον ήθελε αρχιτέκτονα.


Η αυλαία ανοίγει...
Ο νεαρός Γιώργος Μαρίνος πήρε τη μεγάλη απόφαση να δώσει εξετάσεις στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Ένας μονόλογος του Μάρκου Αντώνιου από τον "Ιούλιο Καίσαρα" του Σαίξπηρ και το ποίημα "Λάμπρος και Μαρία" του Κωστή Παλαμά ήταν αρκετά για να πετύχει. Τα θαμπά εφηβικά του χρόνια έδωσαν τη θέση τους στην αισιοδοξία που αφήνουν οι προσδοκίες στη τέχνη. Στη σχολή έγινε αμέσως φίλος με το Γιώργο Μιχαηλίδη, τον Κώστα Καρρά, το Σωτήρη Μουστάκα, ο οποίος μάλιστα είχε από τότε κάνει πρόβλεψη: "Εσύ θα γίνεις σόουμαν". Στο πρώτο έτος και ενώ είχε ήδη υπογράψει να παίξει στον "Τρίτο δρόμο" του Ίωνος Νταϊφά, βγήκε εντολή της σχολής που απαγόρευε στους σπουδαστές να παίζουν στο σινεμά. Αν και στην ίδια ταινία έπαιζε ο Δημήτρης Μυράτ, που ήταν καθηγητής του, δεν του χαρίστηκαν και τον έδιωξαν. Τελικά ολοκλήρωσε τις σπουδές του σε σχολή όπου δίδασκε ο Γιώργος Θεοδοσιάδης. Παρόλο που ο κινηματογράφος δεν του ταιριάζει, όπως υποστηρίζει, γιατί δε θέλει να βλέπει τον εαυτό του, το '74 γύρισε στη Νέα Υόρκη την ταινία "ΟΚ φίλε" με την Κάτια Δανδουλάκη.


Η είσοδος και η "Οδός Ονείρων".
Ο πρώτος κρίκος των παραστάσεων του εμφανίστηκε πολύ νωρίς. Ήταν ακόμα φοιτητής, όταν έπαιξε στην επιθεώρηση "Όπα όπα" του Σακελλάριου - Γιαννακόπουλου στο θέατρο "Μετροπόλιταν" ερμηνεύοντας με επιτυχία δύο τραγούδια από το "Αρχιπέλαγος" του Μίκη Θεοδωράκη. Την επόμενη χρονιά πήγε στην ακρόαση του Μάνου Χατζιδάκι για την περίφημη "Οδό Ονείρων". "Τον λάτρευα, ήξερα όλα τα τραγούδια του, αλλά ήθελα να πω μόνο το "Πίσω από τις καλαμιές". Όμως ο πιανίστας δεν το ήξερε και έφυγα". Σε δέκα μέρες τον ξανακάλεσε ο ίδιος ο Χατζιδάκις. Τελικά του εμπιστεύτηκε το ρόλο στην "Οδό Ονείρων", γεγονός που του άλλαξε τη ζωή.


Χατζιδάκις, Λαμπέτη, Χορν.
"Τους παρακολουθούσα σαν μαγεμένος, περισσότερο νοιώθοντας, παρά καταλαβαίνοντας τους. Ξενύχτισα αμέτρητες φορές παρέα με το ήθος και το χιούμορ του Μάνου Χατζιδάκι, την γνώση και την αξιοπρέπεια του Δημήτρη Χορν, τη σοφία και την ηρεμία του Νίκου Γκάτσου. Τον Χατζιδάκι δεν τον άκουσα ποτέ να βρίζει. Τον Χορν δεν τον είδα ποτέ να κομπάζει. Αγαπούσα όμως εξίσου και την Έλλη Λαμπέτη. Τη θαύμαζα τόσο, που μια σεζόν ολόκληρη στο "Λεωφορείο ο πόθος" δεν έλειψα ούτε μια φορά από τις κουΐντες απ' όπου την παρακολουθούσα. Μερικές φορές, μάλιστα, έκανε ενέσεις για να παίξει. Ήταν η μόνη ηθοποιός που ποτέ δεν "μαρκάριζε" τίποτα στα έργα για να διευκολύνει την ερμηνεία της. Σε κάθε παράσταση έπαιζε σαν να είναι η πρώτη φορά. Κυριολεκτικά έβγαζε τη ψυχή της στη σκηνή".


Ο "άγνωστος πόλεμος"
Η θητεία του στο στρατό δεν άρχισε ομαλά. Στην Κόρινθο σε 15 μέρες έχασε 8 κιλά και σύντομα πέρασε στην "αντεπίθεση". Σταμάτησε τα γυμνάσια και άρχισε να οργανώνει μουσικά προγράμματα. Στη Θεσσαλονίκη "ντύθηκε" ασυρματιστής. Γρήγορα όμως έγινε βοηθός αποθηκάριου γιατί το 1 σήμα μορς ανά λεπτό που έπιανε απείχε μάλλον αρκετά από τα 180 το λεπτό που απαιτούνταν. Αλλά και εκεί είχε σύντομη καριέρα. Μιμούμενος τον λοχία του, ξεκουραζόταν σε ώρα υπηρεσίας πάνω σε μια ντάνα από κουβέρτες - μικρότερη πάντως από του λοχία για να μην τον προσβάλει. Έτσι ανέλαβε ξανά την οργάνωση μουσικών και θεατρικών παραστάσεων, ενώ, όταν τελικά γύρισε στην Αθήνα, υπηρέτησε στην ΥΕΝΕΔ (το τότε ραδιόφωνο των Ενόπλων Δυνάμεων) παρέα με το Θύμιο Καρακατσάνη, τον Κώστα Γεωργουσόπουλο και τον Σπύρο Φωκά.


Ξεκίνημα από την "Κατακόμβη".
Επί δύο μήνες ο Χρήστος Ανδρεάδης, ιδιοκτήτης της "Κατακόμβης" στην Πλάκα, που τον είχε δει στην "Οδό Ονείρων", τον παρακαλούσε να εμφανιστεί στη μπουάτ του. Τελικά έμαθε 4 τραγούδια και πήγε, αρχίζοντας τη μεγάλη καριέρα του ως σόουμαν. Τα επόμενα δύο χρόνια τον βρήκαν στα "Ταβάνια" - "κατακόρυφη άνοδος"- χαριτολογεί. Το κασέ του Μαρίνου είχε ήδη διπλασιαστεί -200 δραχμές-, ενώ άρχισε πλέον να καταλαβαίνει ότι ο δρόμος του είναι στο τραγούδι. Ήταν 26 χρονών. Μια νύχτα όμως στα "Ταβάνια" συνέβη αυτό που φοβόταν. "Κάποιος σχολίασε έντονα την "ιδιαιτερότητα" μου, αλλά ευτυχώς αντέδρασα πολύ καλά". Διέκοψε το πρόγραμμα του και ξεκαθάρισε ότι θα αποχωρήσει. Αμέσως το κοινό πήρε το μέρος του και έβγαλε έξω σχεδόν σηκωτό τον... εύγλωττο θεατή.


Η αποθέωση της "Μέδουσας".
Μετά τις "Χάντρες" και τον "Ρήγα", έφθασε η μεγάλη στιγμή της "Μέδουσας", το αποκορύφωμα της καριέρας του και ο πυρήνας της ζωής του για 18 χρόνια. Ήταν ένα καλλιτεχνικό στέκι που έγραψε τη δική του ιστορία. Το φανατικό κοινό που έμενε μαγεμένο από τα τραγούδια, την πρόζα - σε κείμενα Γιάννη Ξανθούλη και Παύλου Μάτεσι - και τους αυτοσχεδιασμούς του. Μπορεί η φήμη του να απογειωνόταν στη πίστα αλλά ο Μαρίνος δεν άφησε ποτέ την υποκριτική. Μάλιστα το '79 το πειθαρχικό του ΣΕΗ του στέρησε την άδεια συμβολικά για μια εβδομάδα, επειδή αποχώρησε από την παράσταση "Αρσενικό και παλιά δαντέλα". "Μου αξίζει αφού παίζω σε αυτόν το θίασο", ήταν η απάντηση του. Το '85 αρνήθηκε πρόταση της Αλίκης να παίξει στο "ΚΑΜΠΑΡΕ", ενώ το '89 πείστηκε να εμφανιστεί στο "ΒΕΜΠΟ" στο μιούζικαλ των Κραουνάκη, Νικολακοπούλου, Ξανθούλη.


Αγαπημένη μου τηλεόραση. Ο επόμενος σημαντικός σταθμός ήταν η τηλεόραση. Στην αρχή ήταν πάλι επιφυλακτικός, αλλά στη συνέχεια δέχτηκε και φυσικά γνώρισε με το "ΤΣΑΟ ΑΝΤ1" πως να ζεις ως λαϊκός σταρ. Έξω η νύχτα είχε ήδη σκοτεινιάσει την υπέροχη θέα του σπιτιού του. "Βρέθηκα σε ένα χώρο παρθένο και ανεξέλεγκτο", μας εξομολογείται, "αλλά ευτυχώς κατάφερνα να ξεφεύγω από τα κυκλώματα. Πώς; Με την πουτανιά μου! Όσο για το πόσο άλλαξε η ζωή μου", μας λέει χαϊδεύοντας ένα από τα πολλά σκυλιά του, "τότε το μόνο που με απασχολούσε ήταν η δουλειά. Δεν προλάβαινα να απολαύσω την επιτυχία και τις φιλίες μου, ούτε και τον έρωτα".