claps.gr

(Text in english)


ΠΩΛ ΝΙΟΥΜΑΝ (1925 -2008)
Ο Σούπερ Σταρ που δεν ξελογιάστηκε από τη λάμψη.


Τον Πωλ Νιούμαν είναι αδύνατον να τον φανταστείς μονόχρωμο. Ήταν αυτά τα τόσο μπλε, μπλε μάτια, εκείνο το τόσο παστέλ κουλ, η γεμάτη αποχρώσεις αίσθηση αυτοπεποίθησης κι εκείνη η κατακόκκινη φλόγα-φόδρα που πάντα ένοιωθες ότι υπάρχει από μέσα. Τον Πωλ Νιούμαν μπορούσες να τον δεις μόνο σε technicolor.
Αυτό που ελάχιστοι ίσως γνωρίζουν είναι ότι ο άνθρωπος που φώτισε τον κόσμο με τα χρώματα της μοναδικής προσωπικότητας του, έπασχε από αχρωματοψία. Ίσως γι’ αυτό να μην κατάφερε να δει ποτέ τον υπερφωτισμένο «πλανήτη Χόλυγουντ» ως πραγματικό. «Αν δεν είχα μετακομίσει με την οικογένεια μου από το γκλάμουρ και τον υλισμό του Μπέβερλυ Χιλς (σε μια φάρμα στο Westport) το 1962, ίσως ποτέ να μην είχα ασχοληθεί με όλα τα άλλα πράγματα που έκαναν τη ζωή μου συναρπαστική: την πολιτική, τα ράλι αυτοκινήτων και την οικογενειακή επιχείρηση». Η οικογένεια του αποτελούνταν από τη γυναίκα του, ηθοποιό Τζόαν Γουντγουορντ και τα έξι παιδιά του (τρία από τον πρώτο του γάμο και τρία από την Γουντγουορντ). «Μόνο όταν είσαι μακριά από την Καλιφόρνια» είχε πει, «μπορείς να μην παίρνεις τον εαυτό σου στα σοβαρά ως σταρ».
Και η ζωή του; Πολύχρωμη πάντα και αφιερωμένη σε ένα τεράστιο (αλλά εντελώς βουβό) φιλανθρωπικό έργο και στην αγάπη του για τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Για την απίστευτη διάρκεια του γάμου του (50 χρόνια) ο ίδιος είχε πει ότι οφείλεται σε «σε σωστές δόσεις σεξουαλικού πόθου και σεβασμού», ενώ για το γεγονός ότι παρέμεινε πιστός υπάρχει η περίφημη ατάκα του στο Playboy: «Έχω μπριζόλα στο σπίτι. Γιατί να πάω έξω για να φάω χάμπουργκερ;».
Οι φίλοι του τον περιγράφουν ως η «πεμπτουσία της αρχοντιάς, ευγενικό, χωρίς να είναι παλιομοδίτης. Έναν τύπο ζιζάνιο που του άρεσαν η μπίρα και οι φάρσες κι ένα μεγάλο ιδεαλιστή που μαχόταν για τα πιστεύω του. (Κατά τη διάρκεια του ’60 ο ίδιος και η γυναίκα του πρωτοστατούσαν σε διαδηλώσεις εναντίον του Βιετνάμ.)
Ήταν επίσης εξαιρετικά ανεκτικός με τις αδυναμίες και τα λάθη των άλλων γιατί όπως έλεγε συχνά: «(δεν πειράζει), Έχω υπάρξει ηλίθιος κι εγώ.» Δεν τα πήγαινε καλά με την ομορφιά του και γι’ αυτό ίσως επέλεξε να ενσαρκώνει τόσους πολλούς ατελείς χαρακτήρες. Επίσης δεν του άρεσε καθόλου να μιλάει για την υποκριτική και απέδιδε την επιτυχία του «λιγότερο στο φυσικό ταλέντο και περισσότερο στη σκληρή δουλειά, στην τύχη και στο κουράγιο ενός τεριέ.»
Ο Νιούμαν μετά το θάνατο του μοναχογιού του Σκοτ, σε ηλικία 28 ετών (από αλκοόλ και χάπια) έφτιαξε το Scott Newman Center, που ενημερώνει για τους κινδύνους των ναρκωτικών και του αλκοόλ. Έχει φτιάξει επίσης μια οικογενειακή επιχείρηση που πουλάει σος για σαλάτες (δικής του έμπνευσης – λάτρευε να μαγειρεύει) και για πολλά άλλα οργανικά προϊόντα διατροφής, τα κέρδη της οποίας πάνε όλα σε διάφορους φιλανθρωπικούς σκοπούς.
Από τα χρήματα αυτά έφτιαξε μια σειρά από κατασκηνώσεις, τα "Hole in the Wall Gang Camps", για παιδιά με καρκίνο και άλλες σοβαρές ασθένειες. Έλεγε πάντα ότι ήταν η μεγαλύτερη που θα άφηνε φεύγοντας. "Είμαστε τόσο σπάταλοι με τις ζωές μας", είχε πει ο ίδιος σ' ένα δημοσιογράφο. "Το κόλπο της ζωής είναι να γλιστρήσεις πάνω και έξω από τον πλανήτη κάνοντας τη λιγότερη δυνατή φασαρία που μπορείς. Δε θέλω να γίνω άγιος. Απλώς πιστεύω ότι στη ζωή πρέπει να είμαστε κάπως σαν τον αγρότη που βάζει πίσω στο χώμα ό, τι βγάζει από αυτό".
Πολιτικά ο Νιούμαν ήταν ένας πολύ φιλελεύθερος ενεργός Δημοκράτης, που όταν έμαθε ότι ο Νίξον τον είχε βάλει στη 19η θέση της λίστας με τους εχθρούς του, το 1973, γιόρτασε το γεγονός λέγοντας ότι "αυτό τον ανέβασε στα μάτια των παιδιών του". Όταν έπειτα από οκτώ υποψηφιότητες του έδωσαν τελικά το Όσκαρ το 1986, για το ρόλο του στο "Χρώμα του χρήματος", ο Νιούμαν δεν πήγε στην τελετή απονομής και αρκέστηκε να δηλώσει αργότερα: "Είναι σαν να κυνηγάς μια όμορφη γυναίκα επί 80 χρόνια. Τελικά εκείνη ενδίδει κι εσύ της λες: Συγνώμη, αλλά είμαι κουρασμένος".Τα τελευταία χρόνια της ζωής του απέφευγε να πηγαίνει σε τελετές απονομής βραβείων, παρά το ότι ήταν συνεχώς υποψήφιος. Κάθε φορά έλεγε ως δικαιολογία ότι δεν είχε πλέον σμόκιν στη ντουλάπα του. Ο Πολ Νιούμαν πήρε την παλέτα με όλα τα χρώματα του κι έφυγε γλιστρώντας από τον πλανήτη με τη μεγαλύτερη φασαρία που έχει κάνει ποτέ ουράνιο τόξο. Ήταν 83 ετών.Συνοψίζοντας: Δεν ήταν επιτηδευμένα μελαγχολικός και αιώνια έφηβος σαν τον Τζέϊμς Ντιν, σύμβολο της δεκαετίας των '50s, στην οποία πρωτοεμφανίστηκε. Ήταν μάλλον αθόρυβος, διάλεγε σκοτεινούς ρόλους που πάντα άφηναν το παράθυρο της ηθικής αμφιβολίας. Δεν μετέτρεπε κάθε ταινία σε επίδειξη υποκριτικής βιρτουοζιτέ, ούτε προκαλούσε συνεχώς ακτιβιστικό (ή σκανδαλοθηρικό) θόρυβο σαν το συνομήλικο του Μάρλον Μπράντο. Ήταν ασύλληπτα εκφραστικός, ερμήνευε ενσαρκώνοντας το less in more και χωρίς τυμπανοκρουσίες δώρισε 220 εκατομμύρια δολάρια σε διάφορα ιδρύματα. Δεν σάρωσε τα Όσκαρ όπως ο Τζακ Νίκολσον. Μοιράζεται πάντως μαζί του το ρεκόρ για υποψηφιότητες σε πέντε διαφορετικές δεκαετίες. Έπρεπε να φθάσουμε στο 1986 για να κερδίσει το αγαλματάκι, παίζοντας μοναδικά "αρσενικά" το ρόλο του μέντορα του Τομ Κρουζ στο "Χρώμα του Χρήματος". Δεν ήταν ο all American γκόμενος σαν τον -κάποτε διόσκουρο του- Ρόμπερτ Ρεντφορντ, ούτε έκανε ζωή playboy. Δεν ξεφτίλισε το μύθο του όπως άλλοι αστέρες του Χόλυγουντ. Αποσύρθηκε διακριτικά λέγοντας: "Αρχίζεις να χάνεις την μνήμη σου, την αυτοπεποίθηση σου, την εφευρετικότητα σου. Τότε καταλαβαίνεις ότι αυτό το βιβλίο έκλεισε για σένα". Δεν έφυγε νωρίς όπως ο σκληρός Στιβ Μακ Κουίν. Είχε κι εκείνος το ίδιο πάθος με τα αγωνιστικά αυτοκίνητα, είχε κερδίσει αρκετά πρωταθλήματα, αλλά έφθασε μέχρι τα 83 πλήρης ημερών και έργων. Τελικά, ίσως δεν ήταν καν ένας μεγάλος σταρ. Ήταν όμως cool. Κι αυτό έφτανε...