claps.gr

(Text in english)


Μια αναδρομή στο "δούρειο ίππο" της στιχουργικής του.


Η περίπτωση του στιχουργού - ποιητή Σιδηρόπουλου χρήζει διατριβής, όχι βέβαια σε ακαδημαϊκό πλαίσιο. Χρήζει πολύχρονης μελέτης και επίμονης προσπάθειας αποκωδικοποίησης του ποιητικού του λόγου. Να τονιστεί το ψυχολογικό - κοινωνιολογικού του περιεχόμενο και να διδαχτεί -ναι, καλά ακούσατε- να διδαχτεί, επίσημα ως κείμενο στους νέους των σχολείων και των πανεπιστημίων, όπως διδάσκονται οι στίχοι του Bob Dylan. Μόνο τότε ίσως ησυχάσει και ο ίδιος, ο οποίος έφυγε με ένα παράπονο: "Εγώ, κοίταξε να δεις κάτι, γράφω μουσική, αλλά έχω ένα παράπονο, ότι δεν ακούνε τους στίχους μου, και θέλω να ακούνε τους στίχους μου. Τι να πω;" (από συνέντευξη του
στις 22.11.1990)


Σήμερα θα ήταν 72 χρονών. Η γενεαλογία του λίγο πολύ γνωστή. Πατέρας αριστερός εργοστασιάρχης, μητέρα αυταρχική αλλά και θερμή ως παρουσία, αίμα διανοούμενου (ανιψιός της Έλλης Αλεξίου) καρδιά ελαφιού (δισέγγονος του Ζορμπά). Με ένα πρόσωπο ολάνθιστο και φωτεινό. Με μια φωνή άλλοτε να χαράζει σαν κοφτερό νύχι και άλλοτε να αφηνιάζει σαν αγριεμένο άλογο. Πάντα αντρίκεια. Πάντα ερωτική, είτε προς την Άννα είτε προς την Ηρωίνη. Πιθανόν να ήταν η απάντηση της Ελλάδας στους συνομηλίκους του ροκ σταρ της αλλοδαπής, Ρόμπερτ Πλάντ, Μπράιν Φέρι, Νιλ Γιανγκ κ.ά. Πιθανόν να φόραγε μια κάλτσα στο κεφάλι και να γέμιζε με αφίσες τους δρόμους της Αθήνας, διαφημίζοντας τις παραστάσεις του. Αλλά με εικασίες δεν προχωράει η ζωή, ούτε ο θάνατος. Το δεδομένο είναι ότι ήρθε, έζησε και απήλθε αφήνοντας μας την ροκ προίκα του.
Φλου, φίλε, όλα είναι φλου.


Οι στίχοι του λοιπόν. Που ακόμα και σήμερα έχουν να αντιμετωπίσουν, εκτός από τον αιώνιο δαίμονα του ήχου τους (ροκ και ελληνικός στίχος είναι ένα αταίριαστο ζευγάρι, συνεχίζουν να λένε) τη ρετσινιά του περιθωριακού, του ανθρώπου της κλειστής κοινωνίας των Εξαρχείων και των φαινομένων της κοινωνικής παθογένειας του τότε. Ροκ με ελληνικό στίχο. Για τους περισσότερους ήταν αδιανόητο ως τότε: "Έχει μεγάλη δυσκολία να μπει ελληνικός στίχος στη ροκ μουσική, αλλά πως να το κάνουμε, πρέπει να παλέψεις. Πρώτα θα βγει λίγο κουτσό, λίγο τραυματισμένο, μετά όμως θα βρει το δρόμο του. Θέλει ειδική μελέτη. Εγώ κουράστηκα αλλά βρήκα τα μυστικά της ελληνικής γλώσσας και τώρα ο στίχος κολλάει. Κοφτά, λέξη προς λέξη. Και νιώθω μεγάλη ικανοποίηση γιατί αυτό το "ταξίδι" το' βγαλα πέρα μόνος μου". Καθάρισε με το "Η" μια και καλή ο Σιδηρόπουλος; Δεν νομίζω. Απλά δεν είναι πλέον in η περιθωριακή θεματολογία στο σύγχρονο τραγούδι. Αλλά και πώς να μιλήσεις για θέματα που καίνε, όταν το τρίγωνο Εξάρχεια - Ομόνοια - Σύνταγμα πεζοδρομήθηκε εικονικά για τους καλλιτέχνες σε facebook - twitter - mySpace; Αλλά ας μην παρελθοντολογούμε. Το θέμα μας είναι οι στίχοι του Πρίγκιπα όπως τον αποκάλεσαν (αφού οι θέσεις των βασιλιάδων ήταν ρεζερβέ). Η μοναδική ως είδος -στην Ελλάδα - στιχουργική του. Ένα μείγμα ποίησης, κοινωνιολογίας, ιστορίας, πασπαλισμένο με τα χώματα των δρόμων όπου έζησε και των καπνών που τον κύκλωσαν στα υπόγεια στέκια. Ποτέ κανείς δεν έγραψε σαν κι αυτόν, σε εγχώριο έδαφος. Γιατί ποτέ κανείς δεν κατάφερε να περάσει στους στίχους του την ατόφια ζωή και την ατόφια ποίηση μαζί. Όχι αόριστα. Συγκεκριμένα. Όχι περιγραφικά. Χειροπιαστά.Όχι μέσα από τα δόντια του. Αλλά απ' έξω.
Το οριακό Φλου του 1979, άλλαξε εν μία νυκτί το χάρτη της ροκ στιχουργικής στην Ελλάδα και βεβαίως του ροκ γενικότερα. Στα 31 του χρόνια δημιούργησε με το χέρι του τη διαχωριστική γραμμή του τι πρέπει και τι δεν πρέπει να λέγεται ροκ στίχος. Με την καθόλου αυτονόητη για την εποχή του πρώτη ύλη την ελληνική γλώσσα και κυρίως την όχι πολιτευτική ή μεταπολιτευτική διάλεκτο. Το δήλωνε άλλωστε και ο ίδιος στο περιοδικό Μουσική τον Μάιο του 1979 (τεύχος 18): "Είναι καθημερινή ζωή αυτό το πράγμα. Δεν με εξέφραζε εμένα ο Θεοδωράκης και οι άλλοι. Δεν μου αρκούσαν αυτά. Ήθελα πιο άνετο, πιο βρόμικο στίχο και πιο εκφραστικό. Να μην είναι δηλαδή τόσο κραυγαλέα επαναστατικός, ώστε στο τέλος να καταλήγει να μην είναι επαναστατικός." Και τι δεν περιλαμβάνει αυτός ο δίσκος. Από περιθωριακούς ήρωες της προσωπικής του μυθολογίας (Μπάμπης ο Φλου, ο Λευτέρης του 69), οι οποίοι ανάγονται σε μορφές διαχρονικές, όπου ο καθένας μας μπορεί να βρει κομμάτια του εαυτού του, μέχρι ατόφιους ποιητικούς στίχους είτε δικούς του είτε δανεισμένους. Γιατί αυτή ήταν η μοναδικότητα του Παύλου: υπήρξε ο διανοούμενος του δρόμου. Έτσι, στο ποίημα "Οι σοβαροί κλόουν", μια ρεαλιστική περιγραφή των φοιτητικών χρόνων -με την ελπίδα και τη διάψευση σαν δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος- ενσωματώνει στίχους του Allen Ginsberg (πεθαίνοντας μέσα στον τρόμο ότι πεθαίνουν), του Μανόλη Αναγνωστάκη (γυμνοί από αγάπη και από μίσος), ενώ αναφέρεται ξεκάθαρα σε ποιητές και συγγραφείς (Πόε, Ντε Σαντ και Μαρκ Τουέν). Γράφει ο ίδιος "να φεύγουν με τη γεύση του μισού, να συλλαβίζουνε την αλφαβήτα της κραυγής" κ.ά, χωρίς να έχει να ζηλέψει σε τίποτα τους πιο ταλαντούχους γραφιάδες. Στο επίσης κρυπτογραφικό ποίημα "Τω Αγνώστω Θεώ" αποτίει φόρο τιμής σε ανθρώπους που τον επηρέασαν, δανειζόμενος στίχους τους: παρελαύνουν ο Lou Reed (μισώ το σώμα μου), ο Διονύσης Σαββόπουλος (μ' αγάλματα κομμάτια στα μάτια της τα δυο) και ο Brendan Behan (από το γνωστό τραγούδι του Θεοδωράκη ήταν πρωί τ' Αυγούστου κοντά στη ροδαυγή, φράση - αντίστιξη στον επόμενο στίχο σκοράριζε το θάνατο κει στη δεξαμενή).Τίποτα γραμμένο τυχαία. Τίποτα γραμμένο απλά για να προκαλέσει. Όλα μελετημένα, όλα διαλεγμένα στίχο στίχο. Ξέρει δηλαδή πολύ καλά τι γράφει και αυτό υπήρξε η μεγάλη του ευχή αλλά και η μεγάλη του κατάρα. Γιατί χρειάζεται επίγνωση να έχεις γνωρίσει τον κόσμο των σκληρών ναρκωτικών και να γράφεις -πόσο μάλλον να τραγουδάς: Ξέρω πως ανάσκελα θα μας βρουν ένα πρωί (Η ώρα του stuff). Ψύχραιμο αίμα. Όσο κι αν ρωτούσε αν το φόβο μου έβλεπες πίσω από κάθε μου φιλί. Όσο κι αν αποζητούσε με το σύνολο των στίχων του, αυτό που συνοψίζεται στο καταληκτήριο κομμάτι του δίσκου: πουλάμε σώμα και ψυχή, δώστε μας λίγη προσοχή (Εν κατακλείδη). Η επιρροή και εδώ του Lou Reed με το Goodnight Ladies σαφής, αλλά όπως αναφέρει ο δημοσιογράφος Μανόλης Νταλούκας, σε μια κριτική στο περιοδικό Ήχος, ο αρχικός πυρήνας της ιδέας είναι ο Τόμας Έλιοτ και η Έρημη Χώρα. Κι όμως, ο Σιδηρόπουλος, ήταν ψυχικά υγιής. Και αξιοπρεπής. Και εκφραστής. Στον ίδιο δίσκο βεβαίως και το αξεπέραστο Στην Κ., τραγούδι που μαζί με τα μεταγενέστερα Ύστατη στιγμή, Άντεργκράουντ με στρας, και Κάποτε θα δεις, φανερώνουν το ταλέντο του Σιδηρόπουλου να περιγράφει εύστοχα τη γυναικεία ψυχολογία: από τη μία πλευρά, το στεγανοποιημένο κορίτσι που θα πρέπει να ανακαλύψει μονάχο του τον κόσμο (μονάχη στέκεσαι στο δρόμο τον άνθρωπο κοιτάς με τρόμο και ψάχνεις τον μπαμπά σου πάνω του να βρεις). Και από την άλλη, το άγριο θηλυκό που παίζει με τα αρσενικά (με άγριο ύφος μετρώντας για αδυναμία την ηδονή). Και στις δύο περιπτώσεις το συμπέρασμα είναι το ίδιο: οι αλήθειες τους να σέρνονται στο πάτωμα γυμνές.
Η συμβολή του Φλου στην όμορφη και "καταραμένη" ιστορία του ροκ ήταν ότι άνοιξε το δρόμο σε ένα σωρό άλλους μουσικούς που έπαιζαν ή ήθελαν να παίξουν ροκ ή έστω επηρεάστηκαν από αυτό για να διαμορφώσουν το μουσικό τους στίγμα. Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια του Γιάννη Αγγελάκα που λίγο αργότερα θα δημιουργήσει το συγκρότημα "Τρύπες": "Ο Παύλος είναι ένας άγιος της ελληνικής ροκ σκηνής. Έφυγε πριν ακόμα δει τους σπόρους που είχε φυτέψει και οι οποίοι έπιασαν τελικά. Έφυγε κυνηγημένος, περιθωριοποιημένος, αλλά πιστεύω ότι αν υπάρχει πουθενά, θα χαίρεται γι' αυτό που συμβαίνει. Γιατί ότι κι αν συμβαίνει ξεκίνησε από τον Παύλο και από τον Πουλικάκο. Το Φλου ήταν ένας οριακός δίσκος για όλους μας".


Zorba the freak


"Είμαι δισέγγονος του Ζορμπά και ως γνωστό ο Ζορμπάς ήταν rock and roll όπως και να το κάνουμε. Και πολύ μάλιστα. Αυτό μας το λέει και ο Καζαντζάκης. Απ' την άλλη μεριά όμως, έχω και σπέρμα από τη γενιά των Αλεξίου. Της Έλλης της Αλεξίου, η οποία είναι θεία μου. Κι έτσι έχω μέσα μου και τον διανοούμενο και τον αλήτη. Από τη σύγκρουση αυτών των δύο βγαίνει άλλοτε καταστροφή κι άλλοτε δημιουργία".


Ο Παύλος Σιδηρόπουλος γεννήθηκε το 1948 στην Αθήνα αλλά έζησε τα παιδικά του χρόνια στη Θεσσαλονίκη. Εκεί πήγε το 1970 για να σπουδάσει στο Μαθηματικό. Ο τραγουδοποιός Βαγγέλης Γερμανός μιλάει για εκείνη την εποχή: "Με τον Παύλο Σιδηρόπουλο ήμασταν φίλοι και συγκάτοικοι το 1970 στη Θεσσαλονίκη, φοιτητές στο Μαθηματικό τμήμα. Ήταν ένας γλυκός "κακομαθημένος" έφηβος. Το όνειρο του ήταν να γίνει συγγραφέας. Είχε διαλέξει και ψευδώνυμο: Παύλος Αστέρης. Εκείνη την εποχή του άρεσαν τα ντραμς και κάναμε ντουέτο στο σπίτι. Εγώ κιθάρα κι αυτός τύμπανα σε μια πάνινη πολυθρόνα με κουτάλια και μπαγκέτες. Παίζαμε χαρούμενα και κάναμε ατέλειωτη πλάκα και αταξίες.Τον θυμάμαι στη συναυλία του Τζέιμς Μπράουν στο "Παλλάς" να πάλλεται στην ένταση και τον ρυθμό της μπάντας. Άλλη μια φορά στα καμαρίνια του "Μετρό" να μου λέει πως όπου να' ναι "καθαρίζει". Ο Παύλος ήταν ένας βιωματικός τύπος, όπως πρέπει να είναι ο καλλιτέχνης, μόνο που η χημεία που διάλεξε να παλέψει μαζί της, δε σηκώνει αστεία κι έτσι έφυγε νωρίς, αφήνοντας τα τραγούδια του πίσω για παρηγοριά. Τον θυμάμαι πάντα με αγάπη".


Σχεδόν αμέσως έφτιαξε με τον κιθαρίστα των "Olympians", Παντελή Δεληγιαννίδη το ντουέτο "Δάμων και Φιντίας". Δύο τραγούδια τους μπήκαν στον ιστορικό δίσκο "Ζωντανοί στο Κύτταρο". Κι επειδή το Κύτταρο ήταν τότε το κέντρο του μικρόκοσμου της ελληνικής ροκ γνωρίστηκαν με άλλους μουσικούς και ένωσαν τις δυνάμεις τους με το γκρουπ "Μπουρμπούλια" που έπαιζε με τον Σαββόπουλο. Ακολουθεί η συνεργασία του με το συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο στους δίσκους "Θεσσαλικός κύκλος" και "Οροπέδιο". Η μεγάλη του όμως στιγμή είναι η συνάντηση του με το γκρουπ "Σπυριδούλα", το 1976, με τον δίσκο "Φλου", σημείο αναφοράς με την εγχώρια εκδοχή του ροκ. Με επιρροές από την ελληνική μουσική σκηνή του '60 και '70, από ξένα ροκ γκρουπ και ενσωματώνοντας στοιχεία από παραδοσιακά ακούσματα, ο Παύλος και η "Σπυριδούλα" δημιούργησαν ένα άλμπουμ που έκανε, τηρουμένων των αναλογιών, πάταγο στην εποχή του.
1987 και Zorba The Freak. Λιγότερο προσωπικός, περισσότερο καταγγελτικός, αφού ο ίδιος δήλωνε σε συνεντεύξεις εκείνης της περιόδου: "Τώρα συμμετέχω ενεργά, δεν είμαι παρατηρητής". Έτσι λοιπόν, με μια αλληγορική γλώσσα που σφάζει με χειρουργικό νυστέρι μιλά για την εργατιά και τη διαχρονική φροντίδα του κόμματος προς τα παιδιά του(το κόμμα τώρα σε διαγράφει βιαστικά...οι σύντροφοι σου: μα ήταν φύση αναρχικιά), για τις ληστείες των τραπεζών (άντε και καλή τύχη μάγκες), ακόμα και για τον Μίκη Θεοδωράκη (Μίκυ Μάους)... (με χρέος συμφωνίες τρεις... λαϊκοκλασσικιστής... ξερνώντας με ένα ήχο κοινό... το δήθεν μέγα μυστικό... συνθηματολογίες επικές...σε πέντε νοτούλες γλυκές). Και ανεξαρτήτως πόσο κοντά βρίσκεται στην αλήθεια, δεν μπορείς παρά να του αναγνωρίσεις το θάρρος να μιλήσει για απαγορευμένα θέματα. Στον ίδιο δίσκο και το μοναδικό Rock'n'roll στο κρεβάτι. Το ερωτικό παιχνίδι στην πιο ειλικρινή του εκδοχή. Ο ίδιος ο Σιδηρόπουλος έλεγε στην τελευταία του ραδιοφωνική συνέντευξη, δεκατρείς μέρες πριν από το θάνατο του, στο Μιχάλη Λημνιό: "Τι θέλεις να πεις γι' αυτό το κομμάτι;" "Κοίταξε να δεις αυτό το κομμάτι το έγραψα ως εξής, ήμουνα σε μονή κατάσταση, μοναχικός, και έψαχνα να βρω κι εγώ κάτι". "Ένα Rock'n'roll ;" "Όχι ένα Rock'n'roll". "Μια Rock'n'roll ζωή;" "Ούτε μια Rock'n'roll ζωή. Μη λέμε σαχλαμάρες τώρα. Μια γυναίκα έψαχνα να βρω".
Στον επόμενο λάιβ δίσκο του, "Χωρίς Μακιγιάζ", συνεχίζει ο οπτικός του φακός, διευρυμένος. Περιγράφει με άψογη στιχουργική μετρική, ακριβοδίκαια και αφοπλιστικά, τις νέες κοινωνικές εξελίξεις (με γάλα ραδιενέργειας βυζαχτό... στην εξουσία συναντάς αυλάρχη τον επαναστάτη κομματάρχη). Κυρίως όμως τοποθετεί στη θέση τους πρόσωπα και καταστάσεις (φαντάσματα πια αντιστασιακά, πλανιέστε στην πλατεία των ΕΑΤ-ΕΣΑ). Κραυγάζει την οργή του: ποιοι είσαστε εσείς που τα λόγια μας κάνετε σύνθημα για βία; Μιλά για το μετανάστη προτού ακόμα γίνει το αγαπημένο θέμα των ειδήσεων και το εξιλαστήριο θύμα της εθνικοπατριωτικής καθαρότητας των κατοίκων του Αγίου Παντελεήμονα: (μπουζούκια και ντίσκο/ρατσισμός α λα Γκρεκ). Και βεβαίως για μια ακόμα φορά υμνεί τη γυναίκα(γυναίκα μεσολάβησε στον άντρα και τη γνώση).


Άντε και καλή τύχη μάγκες


Ο μεταθανάτιος δίσκος του Άντε και καλή τύχη μάγκες, στο ίδιο μήκος κύματος: σαρκαστής της αστικής και κατεστημένης πραγματικότητας (η γκόμενα σου είναι χαζή...κι εσύ μοιάζεις με τσόντα), του γκρίζου της πόλης (με γκρίζο χρώμα αρρωστημένο...ανίατα βρόμικο κελί μεγεθυμένο), της βρωμιάς της εξουσίας (νομίζοντας πως θα με βρεις εκεί μες στα σκατά, σκατό της εξουσίας). Ο ποιητικός του λόγος και εδώ καθαρός, εξομολογητικός και ανθρώπινα τραγικός: αυτοί μιλάν κι εγώ μαθαίνω πως να ψηλαφίζω το σκοτάδι. Τα Μπλουζ του Πρίγκιπα, τέλος, φανερώνουν για ακόμα μια φορά το ταλέντο του Παύλου Σιδηρόπουλου να μπαίνει στο ρόλο των ανθρώπινων φιγούρων (Το μπλουζ του εργατόπαιδου, Το μπλουζ του Ρουμπόλα,Αν ήσουν φίλος), αλλά και να κανταδορεί ερωτικά, σαν τους δημιουργούς του ρεμπέτικου αλλά και του ελαφρού τραγουδιού (με τον αλήτη που έμπλεξες τι γύρευες...αφρόψαρο στα φουσκονεριά).
"Ο Σιδηρόπουλος, όπως και όλοι οι νεκροί ήρωες του ροκ, άθελα του δημιούργησε ένα μύθο. Ένα μύθο προς εκμετάλλευση. Στο μύθο όμως πάντα ξεχνιέται το ανθρώπινο στοιχείο. Και ο Παύλος για όσους τον γνώριζαν από κοντά, ήταν ΑΝΘΡΩΠΟΣ. Παράλληλα, όμως, ήταν και ο καλλιτέχνης εκείνος που μίλησε στη γενιά του (και όχι μόνο) με την σκληρή γλώσσα της πραγματικότητας, χωρίς να πιπιλίσει τα αυτιά με ωραιοποιημένα μηνύματα, που θα τον έκαναν εμπορικότερο" ΑΚΗΣ ΛΑΔΙΚΟΣ Συνοψίζοντας: Ο Παύλος Σιδηρόπουλος θα γελούσε αν έβλεπε τη βιογραφία του κάτω από τον τίτλο "Μεγάλοι Δάσκαλοι". Αλλά είναι εκείνος που "δίδαξε" περισσότερο από κάθε άλλον με τα τραγούδια του και την ίδια τη ζωή του πόσο υπέροχο, μαγικό, δύσκολο και τελικά οδυνηρό είναι να κάνεις ροκ στην Ελλάδα.
ΠΗΓΕΣ:


Μανώλης Νταλούκας, "Ελληνικο ροκ, 1945-1990",
εκδόσεις Άγκυρα, 2006


Άκης Λαδικός, "Πού να γυρίζεις", εκδόσεις Λιβάνη,
1998


Άκης Λαδικός "Παύλος Σιδηρόπουλος" εκδόσεις Νέα
Σύνορα - Λιβάνη


Ντίνος Δηματάτης, "25 χρόνια ελληνικού ροκ",
εκδόσεις Λιβάνη, 1992


Ντίνος Δηματάτης, "Το μοναχικό μπλουζ του
πρίγκηπα", εκδόσεις Κατσανός, 1997


Συνεντεύξεις του Παύλου Σιδηρόπουλου στα περιοδικά"Ήχος", "Μουσικό εξπρές" και στην ΕΤ2