claps.gr

(Text in english)


Γούντυ σημαίνει Τζαζ.


"Όταν ήμουν μικρός, το πρωί που ξυπνούσα και πήγαινα στην τουαλέτα, έτρωγα το πρωινό μου και ετοιμαζόμουν να πάω στο σχολείο, άνοιγα το ραδιόφωνο -όπως και οι άλλοι όλοι Αμερικάνοι- και ήταν όλοι τους εκεί: ο Duke Ellington, o Frank Sinatra, o Benny Goodman, o Tommy Dorsey, o Count Basie... Δεν σκεφτόμουν αν ήταν τέχνη ή όχι. Μου αρκούσε ότι ήταν καλή μουσική".


Όλοι εμείς που αυτοχαρακτηριζόμαστε φαν του Γούντυ Άλλεν, έχουμε περάσει πολλά χρόνια με το μύθο του σκηνοθέτη που κάθε Δευτέρα παίρνει το κλαρινέτο του και πηγαίνει στο μπαρουτοκαπνισμένο Michael' s Pub (τώρα πια στο κομψό Cafe Cartyle, του ομώνυμου εμβληματικού ξενοδοχείου) για να παίξει παραδοσιακή τζαζ της Νέας Ορλεάνης. Η Woody Allen New Orleans Jazz Band είναι αυτή τη στιγμή η πιο περιζήτητη ερασιτεχνική μπάντα του κόσμου. Κι ευτυχώς που ο σκηνοθέτης γυρίζει ταινίες σε διάφορα μέρη της Ευρώπης φέρνοντας μαζί του και την παρέα του. Κάπως έτσι βρέθηκαν και το 2005 στο Μέγαρο Μουσικής. Πήγα φυσικά ως φαν αλλά με μισή καρδιά φοβούμενος ότι θα συναντήσω τον αντίστοιχο μιας ρεμπέτικης κομπανίας με frontman Έλληνα κωμικό. Αυτό που είδα ήταν ένα μουσικό που λειτουργούσε σαν μέλος μιας μεγάλης δεμένης κεφάτης μπάντας, με ένα παίξιμο κάπως τραχύ, ακατέργαστο (και γι' αυτό πιο κοντινό στον παραδοσιακό ήχο της Νέας Ορλεάνης), που όταν ζεσταθεί βγάζει ένα συναίσθημα που σε κερδίζει, κι όταν ζεσταθεί πολύ, δε διστάζει να τραγουδήσει κιόλας, χαρίζοντας στο κοινό του μια εικόνα που δεν την έχει δει ποτέ του σε καμιά ταινία του.


Γεννημένος τον Δεκέμβριο του 1935, με όλη την παιδική του ηλικία να "τροφοδοτείται" από τους ήχους της εποχής του σουίνγκ, που κι αυτή ήταν μια ποπ τρέλα "ανήθικη" για τη δεκαετία του '30, ανάλογη με αυτή της έκρηξης του ροκ εν ρολ στα fifties ή της Beatlemania των sixties, ο Γούντυ έζησε των Φρανκ Σινάτρα να "ειδωλοποιείται" σαν τραγουδιστής της ορχήστρας του Tommy Dorsey καθώς ο Glenn Miller έφτιαχνε το ένα χιτ μετά το άλλο. Ο τρομπετίστας Harry James ήταν ο μεγάλος σταρ της εποχής -και μια σειρά από σπουδαίους μαύρους καλλιτέχνες όπως ο Duke Ellington και ο Count Basie όριζαν τη φύση και το χαρακτήρα της τζαζ. Χοντρικά μπορεί κανείς να αντιληφθεί λοιπόν, το μουσικό μπακγκράουντ μέσα στο οποίο μεγάλωνε ο Γούντυ στο Μπρούκλιν -πράγμα που αργότερα καθόρισε το σάουντρακ πολλών σπουδαίων (ή μη) ταινιών του. Η σχέση με τη τζαζ, έγινε πολύ πιο στενή αργότερα, το 1950, όταν ο Γούντυ άκουσε το revival της παραδοσιακής τζαζ (της Νέας Ορλεάνης), έμαθε να παίζει κλαρίνο και έκανε μια δεύτερη, "παράλληλη" και παθιασμένα χομπίστικη καριέρα ως μουσικός και ως τζάζμαν, την οποία συνεχίζει ως τις μέρες μας με επιμονή και πίστη.
Το είδωλο του Γούντυ Άλλεν -αυτός που η παρουσία και η υπόσταση του τον έσπρωξε να μάθει να παίζει μουσική- ήταν ο Sidney Bechet. Μάλιστα τον Γούντυ δεν τον ενδιέφερε καθόλου το κλαρίνο στην αρχή. Ήθελε να μάθει σοπράνο σαξόφωνο -ένα όργανο εύκολο στην εκμάθηση του (αλλά καθόλου εύκολο στον ηχομουσικό χειρισμό του). Έχοντας σαν πρότυπο του τον Bechet λοιπόω, (σε βαθμό που στην κόρη του έδωσε το όνομα Bechet Dumaine Allen), ο Γούντυ έγινε σοπράνο σαξοφωνίστας. Η μεταπήδηση στο κλαρίνο έγινε φυσιολογικά (γιατί τα δύο πνευστά έχουν παρόμοια τεχνική) και ο άνθρωπος που τον ενέπνευσε -μουσικά και στυλιστικά- ήταν πια ο George Lewis.


Ο Γούντυ Άλλεν, μέσα στο χρόνο, έγινε ένας πολύ καλός μουσικός της τζαζ, πράγμα που σημαίνει ότι έχει πίσω του άπειρες ώρες μελέτης και εξάσκησης. Παράλληλα με τη δημιουργική του πορεία στο σινεμά, η τζαζική του καριέρα αναπτύχθηκε μέχρι του σημείου να γίνει παροιμιώδης! Μουσικός της τζαζ δεν νοείται χωρίς performing acts και σχετική live ιστορία -και ο Γούντυ Άλλεν έχει πάρα πολλές "πτήσεις" στο ενεργητικό του. Σαν μουσικός, σαν τζαζ κλαρινετίστας, ο Γούντυ Άλλεν είναι θαυμάσιος. Φυσικά, όλοι οι purists (σε κάθε τόπο και σε κάθε εποχή) έχουν τάση να συγκρίνουν με βάση κάποια αδιόρατα "συστήματα" αξιών, άσχετα και ανόμοια: κανείς δεν μπορεί να πει ή να ισχυριστεί ότι ο Γούντυ είναι επιπέδου Benny Goodman ή Artie Shaw! Μπορεί όμως (κάλλιστα και στο στυλ που πρεσβεύει) να είναι καλύτερος! Ένας σημαντικός (από πολλές και ποικίλες όψεις) καλλιτέχνης που έχει μεγαλώσει με αυτή τη μουσική, που την έχει μελετήσει και την έχει μάθει καλά και που - από ένα σημείο και μετά - αποφασίζει να την εντάξει (σε συνεχώς αυξανόμενους ρυθμούς) στη βασική του τέχνη που είναι το σινεμά...


Μερικοί υποστηρίζουν τη θέση ότι η μουσική στις ταινίες χρησιμοποιείται συχνά για να χειραγωγήσει το θεατή, ενώ μερικές φορές υποκαθιστά την έλλειψη ταλέντου του σκηνοθέτη. Είναι σαν να "κλέβει" ο σκηνοθέτης και να προσπαθεί μέσα σε τρία λεπτά να προκαλέσει το ίδιο αποτέλεσμα με μια δίωρη ταινία, συναισθηματικά και νοητικά. Όταν λοιπόν χρησιμοποιείς ένα γνωστό τραγούδι, καλείς το θεατή να ανακαλέσει ένα συναίσθημα και να το εφαρμόσει σε μια σκηνή, κάτι που θα έπρεπε θεωρητικά, να προκληθεί από την σκηνή την ίδια. Με άλλα λόγια ο Μπέργκμαν στην Περσόνα δε χρειάζεται τη μουσική για να φτιάξει ένα αριστούργημα, ενώ ο Ταραντίνο έκανε ένα κολλάζ με μουσικές από παλιά σπαγκέτι γουέστερν (ή άλλα cult Euro movies) προκειμένου να ντύσει μουσικά τα Kill Bill του. Κατανοητό το επιχείρημα, αλλά δεν είναι εύκολο να συμφωνήσει κανείς. Δεν έχει και πολύ νόημα να σκέφτεσαι αν είναι εφικτός ο διαχωρισμός του "Κάποτε στη Δύση" από τη μουσική του Μορικόνε, της "Dolce Vita" από τη μουσική του Ρότα, ή της "Σκιάς των τεσσάρων γιγάντων" από τη μουσική του Μπέρναρντ Χέρμαν, που άλλωστε έδωσε ρέστα και στον "Ταξιτζή" του Σκορτέζε, ο οποίος με τη σειρά του είναι ο καλύτερος dj/σκηνοθέτης και συναγωνίζεται τον Ταραντίνο στο παιχνίδι του να διαλέγει τραγούδια για συγκεκριμένες σκηνές. Και ποιος μπορεί να αμφισβητήσει ποτέ το ταλέντο του "dj κινηματογραφικών σεκάνς" Γούντυ Άλλεν, που ξέρει κάθε φορά το καλύτερο τζαζ τραγούδι του '30 για την κάθε σκηνή της ταινίας;


Όχι πως δεν υπάρχουν παραδείγματα που επιβεβαιώνουν το κείμενο του Γουντ στη φιλοσοφία του Γούντυ Άλλεν. Αν για παράδειγμα συγκρίνει κανείς μια από τις καλύτερες ταινίες του, τον "Νευρικό εραστή", με μια από τις πλέον αδύναμες, την "Κατάρα του πράσινου σκορπιού", έχει αμέσως μια απόδειξη του θεωρήματος. Στο μεν "Νευρικό εραστή", η μουσική είναι σχεδόν ανύπαρκτη, παρά το γεγονός ότι η πρωταγωνίστρια Νταϊάν Κίτον υποδύεται μια τραγουδίστρια, ενώ στην "Κατάρα του πράσινου σκορπιού", οι καλύτερες σκηνές της ταινίας είναι αυτές που ακούγεται το υπέροχο In a Persian Market από την ορχήστρα του Wilbur de Paris. Η ταινία αφορά έναν ντετέκτιβ ασφαλιστικής εταιρίας που δεν ξέρει ότι κυνηγά τον εαυτό του, καθώς έχει πέσει θύμα υπνωτισμού και διαπράττει ο ίδιος τις ληστείες που ερευνά. Και ενώ η ταινία είναι εντελώς άνευρη, σε σκηνές της ληστείας παίρνουν ρυθμό, αυτόν που ακούγεται από το μπάντζο που κυριαρχεί στην αρχή του κομματιού. Από την άλλη θα ήταν λιγότερο αριστούργημα το "Μανχάταν", χωρίς τις μελωδιές του Γκέρσουιν και ειδικά το Rhapsody in Blue;


Από αυτήν την ταινία ξεκινά αυτό που για τους οπαδούς του Γούντυ Άλλεν είναι πια θεσμός: η χρήση της μουσικής του μεσοπολέμου στις ταινίες του. Στις ταινίες που είχαν προηγηθεί, η μουσική ήταν επουσιώδης, αν και αξίζει να σημειωθούν δύο τρία πράγματα. Το πρώτο αφορά τις πρώτες εμφανίσεις του Γούντυ ως ηθοποιού και σεναριογράφου στο ανοικονόμητο "Casino Royal" και το σαμπανιζέ "What' s new pussycat?". Δύο ταινίες με την υπογραφή του Burt Bacharah στο soundtrack, στην πρώτη μάλιστα χρωστάμε και το αριστουργηματικό "The look of love".


Όσο για την πρώτη ταινία που υπογράφει σκηνοθετικά ο Γούντυ Άλλεν, το cult κομψοτέχνημα "What' s up tiger Lilly?" αυτό δεν είναι παρά μια φάρσα. Ως σκηνοθέτης ο Άλλεν δεν γύρισε ούτε μια σκηνή. Απλούστατα πήρε την ιαπωνική κατασκοπική περιπέτεια "Kagi No Kagi", την ξαναμόνταρε, τη μεταγλώττισε με ασυνάρτητους διαλόγους, έβαλε εμβόλιμες σκηνές με τους Lonin' Spoonful να παίζουν τα τραγούδια τους και μας χάρισε μια σουρεαλιστική ταινία.
Γενικά, στις πρώτες του ταινίες, ο Άλλεν πειραματιζόταν με το σινεμά ως μέσο και χρησιμοποιούσε τη μουσική αναλόγως. Στις "Μπανάνες" οι τίτλοι πέφτουν με το θαυμάσιο τραγούδι Quiero La Noche, που έγραψε ο συνεργάτης του Μάρβιν Χάμλις. Στον "Ειρηνοποιό" (Love and Death) που εξελίσσεται στην τσαρική Ρωσία, ακούγονται Ρώσοι κλασσικοί συνθέτες. Τέλος η τζαζ βρίσκει μια θέση στον "Υπναρά" που αποτελεί ένα παράδοξο: μια ταινία που εξελίσσεται στο μέλλον, αλλά η μουσική της είναι παραδοσιακή τζαζ της Νέας Ορλεάνης, από την Preservation Hall Jazz Band. Αυτή η ασυνέπεια εικόνας και ήχου, παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στη συγκεκριμένη κωμωδία κι ας είναι ένα στοιχείο που συνήθως παραβλέπεται από την κριτική.


Το άλλο παράδοξο είναι ότι ο Γούντυ Άλλεν, ως γνωστόν, παίζει ο ίδιος κλαρινέτο σε ένα σχήμα που ειδικεύεται στη Τζαζ της Νέας Ορλεάνης αλλά το συγκεκριμένο είδος απουσιάζει από το σινεμά του. Ίσως γιατί οι ταινίες του είναι "αστικές" ενώ ο συγκεκριμένος ήχος είναι πιο "επαρχιακός". Ο Μπένι Γκούντμαν, ο Αρτ Τέιτουμ και ο Τζάνγκο ταιριάζουν πιο πολύ με τους δρόμους του αγαπημένου του Μανχάταν. Δεν είναι τυχαίο ότι όσες φορές φεύγει από την πόλη του, αλλάζει και η μουσική επένδυση. Οι "Σκιές και ομίχλη" ήταν ένας ταυτόχρονος φόρος τιμής στο γερμανικό εξπρεσιονισμό και το θέατρο του Μπρεχτ, οπότε εύλογα η μουσική που ακουγόταν ήταν συνθέσεις του Κουρτ Βάιλ ενώ αντίθετα η ταινία του "Match point" που οι κριτικοί την χαρακτήρισαν ως τη σημαντικότερη του τα τελευταία χρόνια, είναι ένα κοινωνικό δράμα που εξελίσσεται στο Λονδίνο οπότε η Τζαζ δίνει τη θέση της στην όπερα του Βέρντι. Για να μη ξεχάσουμε ότι στην απολαυστική "Ακαταμάχητη Αφροδίτη", όχι μόνο υπάρχει ένας χορός αρχαίας τραγωδίας που σχολιάζει τα δρώμενα, αλλά ακούγεται στους τίτλους το ταξίμι του Βασίλη Τσιτσάνη από το Μινόρε της Αυγής και σε άλλη σκηνή ο χορός του Σάκαινα του Ξαρχάκου, με το μπουζούκι του Ζαμπέτα. Στην ίδια ταινία, όταν ο πρωταγωνιστής ψάχνει όνομα για το παιδί που υιοθετεί, εξετάζει σοβαρά την πιθανότητα να τον πει Τζάνγκο.


Όπως καταλαβαίνετε (ή όχι) φίλες και φίλοι, ο Γούντυ Άλλεν δεν είναι τυχαίος. Και ένα είναι το σίγουρο. Για οποιαδήποτε ταινία του κι αν μιλήσουμε μέχρι σήμερα, οι μουσικές του πάντα βγαίνουν εκλεκτές και εκλεκτικές παρέχοντας επιπρόσθετη απόλαυση. Αν λοιπόν ετοιμάζεστε να δείτε ξανά (ή για πρώτη φορά) κάποια από τις ταινίες του, η ευχή μας είναι μία: Καλή ακρόαση -πέρα από καλή προβολή...