claps.gr

(Text in english)


Χαρίστε της αυτό το βαλς.


Εμφανίστηκε πρόωρα και έζησε γρήγορα. Η εποχή ήταν κάπως ακατάλληλη για έξυπνα, δυναμικά, προικισμένα αγοροκόριτσα σαν εκείνη. Διέθετε χάρη, ταλέντα, επικοινωνιακό χάρισμα, αλλά ασφυκτιούσε ζώντας στη σκιά του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ. Ακόμα και οι λογοτεχνικές της επιδόσεις επισκιάστηκαν από τις δικές του. Η πίεση, τα άγχη και οι ανασφάλειες της, σε συνδυασμό με τις παροιμιώδεις κραιπάλες του ζεύγους, συνέβαλαν τελικά στην έξαρση της ψυχικής της νόσου. Η Ζέλντα υπήρξε πάντως καλλονή, ίνδαλμα, πνεύμα ανήσυχο και καινοτόμο. Εκείνη και ο σύζυγος της Σκοτ ενέπνευσαν θεατρικά έργα, ταινίες, μιούζικαλ, βιβλία -με πλέον πρόσφατο το μυθιστόρημα "Ζέλντα - Σκοτ Φιτζέραλντ" της Ανιές Μισό (εκδόσεις Κέδρος).


Υπερδραστήρια, υπερκινητική, τσαχπίνα, η Ζέλντα ήταν "διάολος" από πιτσιρίκα - ένα μέρος της ενεργητικότητας της το εκτόνωνε στο μπαλέτο. Στο Λύκειο παρότι έξυπνη, αδιαφορούσε για τα μαθήματα -προτιμούσε τις εξόδους, τα πάρτι και τα αγόρια. Το αντισυμβατικό πνεύμα της δεκαετίας του 1920 βρήκε λοιπόν σε αυτήν τον ιδανικό εκφραστή. Έπινε, κάπνιζε, μιλούσε μόρτικα, ντυνόταν έξαλλα, έκανε κοντολογίς ό, τι μπορούσε προκειμένου να διασύρει το καλό όνομα της οικογένειας της. Ήταν πράγματι "το κατεξοχήν αμερικανικό αγοροκόριτσο", όπως την κολάκευε ο σύζυγος της Σκοτ Φιτζέραλντ.


Γεννήθηκε στο Μοντγκόμερι της Αλαμπάμα στις 24 Ιουλίου 1900. Ήταν το μικρότερο από τα έξι παιδιά του δικαστή Έντουαρντ Σάιρ, ο οποίος σπάνια προλάβαινε να ασχοληθεί μαζί τους -ουσιαστικά τα μεγάλωσε η μητέρα τους, η Μίνι. Εκείνη βάφτισε το στερνοπαίδι τους Ζέλντα, δίνοντας του το όνομα τσιγγάνας πριγκίπισσας παιδικού παραμυθιού. Έπεσε διάνα. Η μικρή έμελλε να ζήσει ζωή παραμυθένια, θυμίζοντας άλλοτε πριγκίπισσα και άλλοτε τσιγγάνα. Δυστυχώς σε αντίθεση με τα παραμύθια η ιστορία της δεν είχε happy end...


Ο Σκοτ Φιτζέραλντ υπηρετούσε σε ένα στρατόπεδο κοντά στο Μοντγκόμερι όταν την γνώρισε, στις αρχές του 1918. Την είδε να χορεύει στο κλαμπ της περιοχής, έχοντας όλα τα φανταράκια στα πόδια της. Εκείνος όμως διέφερε -είχε τύπο, ευφράδεια, αύρα. Σύντομα την αποκαλούσε "μωράκι" και εκείνη τον προσφωνούσε "Κύριο Νότο". Μόλις απολύθηκε, της ζήτησε να τον ακολουθήσει στη Νέα Υόρκη, αλλά εκείνη δίστασε. Έπρεπε αφενός να την πείσει για τους σκοπούς του και αφετέρου να σταθεί στα πόδια του οικονομικά. Έφυγε μόνος αλλά δεν σταμάτησε να της γράφει. Τον Μάρτιο του 1920 εξέδωσε το μυθιστόρημα "This side of paradise", το οποίο έμελλε να αποτελέσει το μοναδικό αδιαμφισβήτητο μπεστ σέλερ του. Τον ίδιο μήνα έστειλε στη Ζέλντα το δαχτυλίδι της μητέρας του, εκείνη το φόρεσε, πήγε να τον βρει και τον παντρεύτηκε τον Απρίλιο. "Εκείνη αγαπά τη γεύση του αλκοόλ πάνω στα χείλη μου. Εγώ λατρεύω τις ψευδαισθήσεις της", έγραψε τρυφερά ο Σκοτ.


Με τη μεγάλη επιτυχία του πρώτου μυθιστορήματος, τα δολάρια ρέουν και τα αδηφάφα φώτα της δημοσιότητας εστιάζουν στο νεαρό ζευγάρι. Εκείνοι είναι όμορφοι, κομψοί, φωτογενείς. Έχουν ταλέντο, στυλ, άποψη. Κατεβάζουν μια μπανιέρα σαμπάνια δίχως καν να ζαλίζονται. Το σπίτι τους στη Νέα Υόρκη γίνεται κέντρο διερχομένων, διασήμων και μη. Οι Φιτζέραλντ ανταποκρίνονται άψογα στο ρόλο τους ως διασημότητες της λεγόμενης "εποχής της τζαζ". Νιώθουν στο στοιχείο τους περιφερόμενοι σε μπαρ, κλαμπ, πάρτι και κοσμικές συνάξεις. Το τέλος μιας τέτοιας βραδιάς βρίσκει συχνά τη Ζέλντα να χορεύει ξυπόλητη πάνω σε κάποιο τραπέζι. Τα επόμενα μυθιστορήματα του Σκοτ ("Όμορφοι και καταραμένοι" , "Ο υπέροχος Γκάτσμπι"), καθώς και τα διηγήματα που δημοσιεύει ο συγγραφέας σε μηνιαία περιοδικά, αντανακλούν τον ευδαιμονισμό των ημερών. Η Ζέλντα ενσαρκώνει τις ανεξάρτητες απελευθερωμένες ηρωίδες που περιέχονται σε αυτά, αλλά και πολλές σύγχρονες της γυναίκες.


Δυστυχώς η φήμη σύντομα έδειξε την αλγεινή πλευρά της. Η Ζέλντα άρχισε να φθονεί την επιτυχία του Φιτζέραλντ, καθώς και η ίδια επιθυμούσε διακαώς να γίνει συγγραφέας. Τον κατηγορούσε εξάλλου ότι αντέγραφε συστηματικά από εκείνη ιδέες και γραπτά. "Η λογοκλοπή αρχίζει από το σπίτι", έλεγε χαρακτηριστικά. Φοβόταν επίσης ότι ο σύζυγος της την απατούσε. Από την άλλη, ο Σκοτ ενοχλούνταν από τα επίμονα αρσενικά βλέμματα που εκείνη τραβούσε επάνω της σε κάθε έξοδο και από τη συνήθεια της να κλέβει την παράσταση όποτε έβγαιναν. Με τον καιρό οι καβγάδες τους γίνονταν ολοένα και συχνότεροι, ολοένα βιαιότεροι - σε έναν από αυτούς η Ζέλντα παραλίγο να χάσει το μάτι της. Ούτε τα χρήματα τους απασχολούσαν πλέον. Άλλωστε ο κοσμοπολίτικος, εξεζητημένος τρόπος ζωής τους δεν άφηνε περιθώρια για οικονομίες. Έτρωγαν, έπιναν, ψώνιζαν, διασκέδαζαν στα καλύτερα μέρη και ταξίδευαν πολύ. Ο Σκοτ συναλλασσόταν μέχρι και με προσωπικό λαθρέμπορο αλκοόλ - στις ΗΠΑ ίσχυε τότε η ποτοαπαγόρευση.


Περνούσαν τον περισσότερο χρόνο τους στη Νέα Υόρκη και στη Γαλλία. Η πόλη του Φωτός και η μεσογειακή Ριβιέρα αποτελούσαν μαγνήτη για όλη τη λεγόμενη "χαμένη γενιά" του Μεσοπολέμου, στην οποία ανήκαν μεταξύ άλλων πολλοί φίλοι τους -η Γερτρούδη Στάιν, η Γκλόρια Σουάνσον, ο Τζέιμς Τζόις, ο Τζον Ντος Πάσος, η Ρεμπέκα Ουέστ. Φυσικά στην τελευταία κατηγορία ανήκε και ο Έρνεστ Χέμινγουεϋ, ο οποίος έγινε από νωρίς κολλητός του Σκοτ σε τέτοιο βαθμό, ώστε η Ζέλντα έφτασε να τους κατηγορήσει ότι είχαν κρυφό ερωτικό δεσμό! Η μόνη σχετική παρασπονδία, ωστόσο, μάλλον συνέβη κάποιο μεθυσμένο βράδυ στο Παρίσι, οπότε οι δυο άντρες συνέκριναν "τρεκλίζοντας" τα προσόντα τους καθώς ουρούσαν στην τουαλέτα ενός κλαμπ. Η Ζέλντα αντιπάθησε τον Χέμινγουεϋ εξαρχής. Απορούσε πως ένα "νευρωτικό και υπερευαίσθητο άτομο" όπως ο άντρας της τον έκανε παρέα. Η ίδια τον αποκαλούσε "ψώνιο", "κάλπικο" και "πλαστογραφημένο τσεκ επιταγών". Αργότερα, μάλιστα, η ζήλια της για τον Σκοτ κατάντησε παθολογική. Σύμφωνα με μαρτυρίες, σε κάποιο πάρτι κατακρύλισε επίτηδες από τις σκάλες για να τραβήξει την προσοχή του, όταν τον είδε να χαριεντίζεται με την Ισιδώρα Ντάνκαν.


Η γέννηση της μονάκριβης κόρης τους το 1921 ελάχιστα συνέβαλε στην ηρεμία του ζευγαριού. Η Ζέλντα φρόντιζε την "όμορφη, μικρή βλαμμένη" της όσο μπορούσε, αλλά βασικά η Σκότι (που πολύ αργότερα έγινε συγγραφέας, δημοσιογράφος και σημαίνον στέλεχος του Δημοκρατικού Κόμματος) μεγάλωσε με παραμάνες. Επιπλέον, κάποια στιγμή, άρχισαν οι απιστίες της Ζέλντα και τελικά μια σύντομη σχέση πάθους με νεαρό γάλλο πιλότο το 1924 ξεχείλισε το ποτήρι. Ο Σκοτ άρχισε να την κλειδώνει στο σπίτι και να απομονώνεται στο γραφείο του. Η Ζέλντα αναζήτησε παρηγοριά στη συγγραφή, αλλά τα περισσότερα διηγήματα της "δημοσιεύτηκαν με το όνομα του Σκοτ ή χα΄θηκαν μυστηριωδώς". Για να καταπολεμήσει τις νευρικές κρίσεις της, προσπάθησε να επιστρέψει στην παιδική της αγάπη, το μπαλέτο. Θέλοντας όμως να κερδίσει το χαμένο χρόνο, υποβλήθηκε σε ένα ιδιαίτερα εξαντλητικό πρόγραμμα, που την στέγνωσε ψυχικά και σωματικά. Στα 27 της ήταν εξάλλου "υπερήλικη" για μπαλαρίνα.
Κάποια στιγμή άρχισε να καταριέται τον εαυτό της επειδή "κάποτε εγκατέλειψε το χορό εξαιτίας του Φιτζέραλντ". Οι κρίσεις της απέκτησαν μεγαλύτερη ένταση και διάρκεια. Οι εμμονές της έγιναν βασανιστικές. Της διέγνωσαν σχιζοφρένεια. Έτσι, η κάποτε απαστράπτουσα κυρία Ζέλντα Φιτζέραλντ πέρασε την υπόλοιπη ζωή της μπαινοβγαίνοντας σε κλινικές και ιδρύματα της Γαλλίας, της Ελβετίας και των ΗΠΑ. Πολύ αργότερα πάντως, ο τελευταίος θεράπων ιατρός της δήλωσε ότι οι κύριες αιτίες της νευρικής της κατάρρευσης ήταν η συμπεριφορά του άντρα της και η λανθασμένη θεραπευτική αγωγή που της επιβαλλόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα.


Ο Φιτζέραλντ επηρεάστηκε βέβαια βαθύτατα από τη ψυχική κατάσταση της γυναίκας του. "Υπήρξαμε ευτυχισμένοι χιλιάδες φορές... Ίσως ξανάρθει και για εμάς η άνοιξη, αν πιστέψουμε τα λαϊκά τραγούδια. Όμορφε κύκνε, ανάλαφρα να αρμενίζεις. Σ' αγαπώ", της έγραψε το 1932. Η ασθένεια της έγινε βασικό θέμα του τέταρτου μυθιστορήματος του "Τρυφερή είναι η νύχτα" (1934). Ίσως έτσι προσπάθησε να ξορκίσει το κακό. Όμως το βιβλίο -όπως και τα επόμενα του- δε σημείωσαν την εμπορική επιτυχία του παρελθόντος και γρήγορα ο ίδιος "πάτωσε" οικονομικά. Οι στεναχώριες και οι καταχρήσεις τον κατέβαλαν. Άρχισε να θεωρεί τον εαυτό του αποτυχημένο συγγραφέα και άνδρα. Τελικά αποφάσισε να συνεχίσει τη ζωή του χωρίς τη Ζέλντα. Το 1937 υπέγραψε στην εταιρία Metro-Goldwyn-Mayer, προκειμένου να εργαστεί ως σεναριογράφος στο Χόλυγουντ. Την ίδια χρονιά συνδέθηκε ερωτικά με τη Σίλα Γκρέιαμ, γνωστή δημοσιογράφο του κουτσομπολίστικου κινηματογραφικού ρεπορτάζ. Συγκατοίκησαν και εκείνος ρίχτηκε στο γράψιμο με νέα πνοή, ώσπου τον πρόδωσε η καρδιά του. Πέθανε στις 21 Δεκεμβρίου 1940, σε ηλικία μόλις 44 ετών, προτού προλάβει να ολοκληρώσει το πέμπτο του μυθιστόρημα "Ο τελευταίος μεγιστάνας".


Αν και ο Σκοτ αραίωσε τις συναντήσεις του με τη Ζέλντα από το 1937, εκείνη συνέχισε να αλληλογραφεί μαζί του μέχρι το θάνατο του. Τη δεκαετία του 1930, στα φωτεινά της διαλλείματα, η Ζέλντα ζωγράφιζε αφηρημένους πίνακες, πορτρέτα, απόψεις της Νέας Υόρκης -δυστυχώς τα περισσότερα έργα της καταστράφηκαν από μια σημαδιακή όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, πυρκαγιά που εκδηλώθηκε το 1934 στο σπίτι των Φιτζέραλντ. Κατά περιόδους έγραφε πυρετωδώς. "Συγκεντρώνω τα πάντα σε ένα μεγάλο σωρό με την επιγραφή "παρελθόν" και, αδειάζοντας το βαθύ ρεζερβουάρ που ήταν κάποτε ο εαυτός μου, συνεχίζω", σημείωσε. Τελικά μπόρεσε να ολοκληρώσει και να εκδώσει ένα μόνο μυθιστόρημα - "Χαρίστε μου το βαλς" (1932). Πολύ αργότερα άρχισε ένα δεύτερο πεζογράφημα, αλλά την πρόλαβε ένα φρικτό και μυθιστορηματικό τέλος. Στις 10 Μαρτίου 1948, στο Άσβιλ της Β. Καρολίνα, το ίδρυμα όπου νοσηλευόταν άρπαξε φωτιά και η άτυχη γυναίκα πέθανε δύο χρόνια πριν κλείσει τα 50.