claps.gr

Μίμης Πλέσσας. (Text in english)


"Ένα συρτάρι με βιωμένες μνήμες."


Συνέντευξη που μας παραχώρησε ο γνωστός συνθέτης, τραγουδοποιός, μαέστρος και πιανίστας Μίμης Πλέσσας. Η συνέντευξη έγινε μετά από πρόσκληση του ιδίου στην οικία του.


Κύριε Πλέσσα καταρχήν θα ξεκινήσω με ένα τεράστιο ευχαριστώ για το γεγονός ότι βρισκόμαστε μετά από πρόσκληση σας εδώ στο χώρο σας και μας υποδέχεστε για να μας πείτε αυτές τις δύο κουβέντες. Βέβαια πολλές φορές έχω δηλώσει on camera ότι δεν είμαι δημοσιογράφος, απλά ένας συζητητής, και οπωσδήποτε τώρα αρχίζουν τα δύσκολα για μένα γιατί όταν έχω μπροστά μου μια μορφή όπως ο Μίμης ο Πλέσσας, το ερώτημα είναι πώς ξεκινάω, πώς συνεχίζω και πώς ολοκληρώνω τη συζήτηση μου.

Εγώ θα έλεγα ότι όταν είσαι μαζί με τον Μίμη Πλέσσα, θα αντιληφθείς ότι όλα αυτά γίνονται με μια ευκολία γιατί υπάρχει τόσων ετών πείρα… για παράδειγμα θα έλεγα ότι μια χρονιά «μίλησε» το ραδιόφωνο στη χώρα μας και την επόμενη χρονιά ήταν 1 έτους η ραδιοφωνία, 15 ½ εγώ και βρέθηκα να είμαι ο πρώτος σολίστ ελαφράς μουσικής, το 1939. Από τότε μέχρι τώρα έχω βιώσει όλων των ειδών τις επικοινωνίες. Γιατί ύστερα από το ραδιόφωνο ήρθε ο κινηματογράφος, κατακτήθηκε το θέατρο, ήρθε η μαυρόασπρη τηλεόραση, την κάναμε και έγχρωμη και κάποια στιγμή βρισκόμαστε στο σήμερα που εσύ κρατάς μια κάμερα και εγώ να έχω όλη αυτή την πείρα και εσύ να εξακολουθείς να έχεις την σεμνότητα να φοβάσαι ότι θα συναντήσεις μια προσωπικότητα. Καμιά προσωπικότητα! Θα συναντήσεις ένα συρτάρι –παλιά το λέγαμε «η καμαρούλα, μια σταλιά» - κι εκεί γινόντουσαν όλα. Σήμερα το λέμε ένα συρτάρι με βιωμένες μνήμες. Κι από αυτές ότι θέλεις ρώτα και το μόνο που θα ξέρεις είναι ότι οτιδήποτε σου πω θα είναι αλήθεια.


Ό, τι καλύτερο είχατε να πείτε σαν εισαγωγή το είπατε ήδη κύριε Πλέσσα. Εγώ θα ξεκινήσω, πηγαίνοντας πίσω εκ των πραγμάτων. Είναι πράγματα που μάλλον τα έχετε ξαναπεί αλλά θα ήθελα να πάμε πίσω στα παιδικά χρόνια για να ρωτήσω, πως ξεκινάει αυτή η ιστορία του Μίμη Πλέσσα.

Βεβαίως. Σε ένα σπίτι που είναι γεμάτο από δύο μεγάλα σόγια. Ο πατέρας μου Ζακυνθινός με 14 αδέλφια εν ζωή και η μητέρα από την Πριγκηπόνησο, δηλαδή μεγάλωσε και σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη, στη Χάλκη, με 4 αδέλφια. Καταλαβαίνεις, λοιπόν, ότι και η Ανατολή και η Δύση ήταν μέσα σ’ αυτό το σπίτι κι εγώ ήμουνα ο πρωτότοκος γιος του πρωτότοκου της μεγάλης οικογένειας. Ο πατέρας μου, λοιπόν ο Αντώνης, ήταν μαζί με τα αδέλφια του καπελάς δηλαδή έφτιαχνε ψαθάκια (ψάθινα καπέλα). Βιοτέχνες ήταν οι άνθρωποι, θέλησαν να γίνουν βιομήχανοι, ήρθαν στην Αθήνα και σ’ ένα σπίτι που ήταν ακριβώς απέναντι από το Αρχαιολογικό Μουσείο, έμενα με την οικογένεια μου και ήμουνα ο κακομαθημένος πρωτότοκος μια μικροαστικής οικογένειας.


Με ποια έννοια «κακομαθημένος πρωτότοκος»;

Γιατί καταλαβαίνεις ότι όλοι ήθελαν να μου κάνουν τα χατίρια και μιας και ήμουνα το πρωτότοκο παιδί και το αγόρι, ήταν απολύτως φυσικό να μη μου χαλάνε χατίρι. Δηλαδή εκείνη την εποχή το να είσαι 4 ετών και να έχεις ποδήλατο ήταν σπάνιο.


Παρολ’ αυτά κύριε Πλέσσα πριν ασχοληθείτε με τη μουσική σπουδάσατε χημικός. Αυτό το κάνατε επειδή το θέλατε κι εσείς ή επειδή σας έσπρωξε λίγο και η οικογένεια σας με την έννοια ότι δεν ήθελε ίσως κάποιος από την οικογένεια σας να ασχοληθείτε με τη μουσική.
Πολύ σωστά. Εκείνη την εποχή δεν ήταν τόσο απλό σε μια μικροαστική οικογένεια να πεις ότι θέλω να γίνω μουσικός γιατί η μητέρα μου αμέσως βρήκε τον τρόπο να με κάνει να το σκεφτώ για δεύτερη φορά λέγοντας μου «Παιδί μου, ευχή και κατάρα, μη γίνεις μουζικάντης». Να είναι καλά η ψυχούλα της, μουζικάντης δεν έγινα αλλά και τους μουζικάντες τους έκανα μουσικούς. Κι αυτό το έχω μεγάλη περηφάνεια. Από την άλλη μεριά, η αντίδραση της εποχής ήταν απολύτως φυσική μιας και απέναντι από το σπίτι μας, στον κήπο του Αρχαιολογικού Μουσείου, 6 σημαντικοί σολίστες έπαιζαν συγκλονιστική μουσική και περνούσε και το πράσινο το τραμ το οποίο και έτριζε. Ενώ οι κυρίες χωρίς να τους απασχολεί ούτε το τρίξιμο του τραμ, ούτε η σπουδαία μουσική που έπαιζαν αυτοί οι άνθρωποι, έπιναν το τσάι τους στον κήπου του Μουσείου. Πώς λοιπόν, μια μητέρα να θέλει να το δει το παιδί της σε αυτή την «κατάσταση», η οποία δε θα έφερνε τιμή σε μία μικροαστική οικογένεια. Από την άλλη μεριά, της έκανα το χατίρι. Και επειδή, με καμάρι το λέω, είμαι αυτοδίδακτος μουσικός, αλλά πολύ μορφωμένος επιστήμονας. Πήγα στο Πανεπιστήμιο και σπούδασα χημεία. Πήγα στην Αμερική και πήρα διδακτορική εργασία. Και σήμερα, με καμάρι το λέω, είμαι επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Πατρών και ούτε λίγο ούτε πολύ μαζί με 6 νομπελίστες, συνυπογράφουμε τα χαρτιά που πηγαίνουν για σημαντικά θέματα που αφορούν, τον πλανήτη, την υγεία μας και το μέλλον μας.

Θα ήθελα να σας ρωτήσω ποια ήταν η πρώτη μουσική σας σύνθεση.

Όταν χάνεται η γιαγιά μου η Αθηνά, το σπίτι μας είναι σε πένθος και τότε πένθος σημαίνει ότι δεν υπάρχει μουσική, δεν υπάρχει ραδιόφωνο, κλείνει το πιάνο, ντύνονται με άσπρα οι καθρέφτες και εγώ βρίσκομαι στο σπίτι, μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον το περίεργο, και βέβαια μουσικογεννημένος χωρίς να το θέλω μου λείπει το ότι δεν υπάρχει ήχος. Κι όταν είμαι μόνος, πηγαίνω και λύνω τα κορδονάκια από το πιάνο, το ανοίγω και βάζω τα χεράκια μου – είμαι 6 χρονών – και αντιλαμβάνομαι ότι ο ήχος όταν πηγαίνω προς τα δεξιά γίνεται οξύτερος κι όταν πηγαίνω προς τα αριστερά γίνεται βαρύτερος. Την άλλη μέρα κάνω το ίδιο. Την ώρα που είμαι μόνος, πηγαίνω και το ανοίγω και αντιλαμβάνομαι ότι οι νότες που παίζω έχουν ένα θλιβερό άκουσμα. Χωρίς να το καταλάβω, γιατί ούτε μουσική ήξερα ούτε είχα ξαναγγίξει τα πλήκτρα του πιάνου, θυμάμαι αυτές τις νότες και για τρίτη και τέταρτη φορά προσπαθώ να επαναλάβω αυτό το μοτίβο που είναι και η πρώτη μου ουσιαστική σύνθεση. Αργότερο της έδωσα και τον τίτλο και το είπα «Λειτουργία για άθεους». Γιατί σκέφτηκα ότι πρέπει να είναι πολύ κακός ένας Θεός που μπορεί να πάρει τη γιαγιά μου. Από την άλλη μεριά, πρώτη σύνθεση για κάθε είδος μουσικής, είναι τελείως διαφορετική και σήμερα ακόμα όλα μου τα τραγούδια μια αλλιώτικη δομή, μια αλλιώτικη ιδέα και δε μοιάζει κανένα με το άλλο. Πάντα πίστευα ότι το να κάνεις μια επιτυχία και να «κάθεσαι» πάνω σ’ αυτή και να επαναλαμβάνεσαι, αυτού του είδους η μανιέρα είναι θνησιγενής. Γιατί μπορεί να σου δώσει αλλεπάλληλες επιτυχίες με ευκολία αλλά σίγουρα κάποια στιγμή θα έρθει ο χρόνος και δε θα σου συγχωρήσει την επανάληψη. Έτσι, αν σου πω διαφορετικά, για το θέατρο η πρώτη μου σύνθεση είναι διαταγή του διευθυντού του θεάτρου στο οποίο ως φαντάρος έκανα τους τελευταίους 6 μήνες, ήταν η μουσική σκηνή «Το σπίτι του στρατιώτη». Ένας πολύ σπουδαίος συγγραφέας, ο Νίκος Φατσέας, ήταν ο διευθυντής του θεάτρου. Και κάποτε μου έδωσε την εντολή να γράψω 3 τραγούδια. Το ένα ήταν το «Σαν αγαπάς», το άλλο ήταν «Με τον έρωτα παρέα» και το τρίτο…. Δε το θυμάμαι αυτή τη στιγμή. Αλλά του εξήγησα ότι εγώ δεν γράφω μουσική, παίζω μουσική των συναδέλφων μου. Μου απάντησε με ένα πολύ χαρακτηριστικό σκληρό χαμόγελο: «Εκτελέσατε διαταγή και αναφέρατε εκτέλεση». Πήγα, τα έγραψα και 3 μέρες μετά με φώναξε, με φίλησε και μου έδωσε μια εβδομάδα άδεια. Κι όταν ρώτησα γιατί μου είπε «Γιατί τα 3 κομμάτια που έγραψες, τα άκουσαν οι αδελφές Καλουτά και μαζί με τον τενόρο Ντενόγια θα ανεβάσουν το «Με τον έρωτα παρέα» σε μουσική σκηνή της Θεσσαλονίκης.

Κράτησα αυτό που είπατε «Σας έδωσε εντολή», για να ρωτήσω το εξής. Υπήρξε παρολ’ αυτά στην διάρκεια της καριέρας σας κάποιος που σε εισαγωγικά να σας έδωσε εντολή για να δημιουργήσετε μια μουσική σύνθεση και πραγματικά να δυσκολευτήκατε αρκετά στην έμπνευση και στη δημιουργία αυτής της μουσικής σύνθεσης;

Λυπάμαι που θα σε διαψεύσω, αλλά όσο περισσότερο με στρίμωχναν τόσο καλύτερα απέδιδα. Και το πιο χαρακτηριστικό απ’ όλα είναι στο έργο «Ορατότητα μηδέν», το «Βρέχει φωτιά στη στράτα μου». Που ούτε λίγο ούτε πολύ, ενώ έχω σημειώσει για να γράψω 1 ώρα και 10 λεπτά μοντέρνας συγχρονικής μουσικής που απαιτεί το έργο, την ώρα που φεύγω μου φωνάζει ο Νίκος Φώσκολος από την αίθουσα του μοντάζ: «Μου χρειάζεται και ένα ζεϊμπέκικο για να κάψει ο Κούρκουλος τα ρούχα του. Λέω: «Μα είσαι με τα σωστά σου; Αφού δεν είδα μια τέτοια σκηνή». Μου λέει: «Δεν την είδες γιατί ακόμα δεν έχει γυριστεί». Χωρίς λοιπόν αυτή τη διαδικασία σκέφτηκα να γράψω ένα ζεϊμπέκικο. Έκανα, λοιπόν, αυτό που θα έκανε ο καθένας. Φώναξα τα θηρία μου. Τον Γιώργο Ζαμπέτα, τον Δημήτρη Ξαπλαντέρη – ήταν ζευγάρι τότε οι δυο τους στο μπουζούκι – και τους δικούς μου που μπορούσαν να παίξουν από άρια σε όπερα μέχρι το «οτιδήποτε», και κατεβαίνοντας τις σκάλες τις γυριστές – είχε μια σκάλα υπηρεσίας που ένωνε την αυλή με την αίθουσα μοντάζ της Φίνος Φιλμ – σκέφτηκα τη μουσική. Ήρθε και η παρέα, το γράψαμε, το ηχογραφήσαμε με μια φωνή που είχα ακούσει 2 μέρες πριν, ένα νεαρό παιδί με μια κιθάρα σε ένα μεγάλο λαϊκό κέντρο. Το νεαρό παιδί ήταν ο Στράτος Διονυσίου. Το τραγούδι ήταν το «Βρέχει φωτιά στη στράτα μου» και 2 μήνες μετά 80.000 άνθρωποι όρθιοι στη Θεσσαλονίκη, στο Καυτατζόγλειο στάδιο, τραγουδούσαν το «Βρέχει φωτιά στην στράτα μου»

Στιγμές μοναδικές.! Ας μιλήσουμε τώρα κύριε Πλέσσα για μουσική συγκεκριμένα που έχετε γράψει για το θέατρο και βέβαια έχοντας κάνει ήδη πάρα πολλά πράγματα.

69 θεατρικές παραστάσεις και άλλες 11 διεθνείς. Κι από αυτές δεν πολύ αναφέρονται παρά μόνο ο καθένας ανάλογα με το είδους θεάτρου που αγαπάει βρίσκει εκεί μέσα και τον Πλέσσα αναφερόμενο. Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί ο θεατρικός Πλέσσας είναι πολυσχιδής. Ξεκινάει με τον Κάρολο Κουν. Συνεχίζει με τον Μουσούρη και κάποια στιγμή βρίσκεται με τον Δημήτρη Χορν και επί 5 χρόνια στην κεντρική σκηνή ανεβάζουν και γράφει τη μουσική για τα πιο μοντέρνα για την εποχή θεατρικά έργα. Από το διεθνές αλλά και από ελληνικό ρεπερτόριο. Εγώ έχω μεγάλο καμάρι επειδή έχω γράψει τη μουσική για το Θωμά Δίψυχο του Άγγελου Τερζάκη. Πέραν όμως από αυτό, υπάρχει ένα πολύ μεγάλο «Πλεσσέϊκο» έργο που ακολουθεί μια μοναδική επιτυχία. Η διασκευή μου μαζί με το Δημήτρη Μαραβέτα τον αξέχαστο, για το «Ιησούς Χριστός Υπέρλαμπρο άστρο», το γνωστό «Jesus Chrst Superstar”. Ούτε λίγο ούτε πολύ 325 έρχονται σε ακροάσεις, διαλέγουμε τους 23 και με 23 ελληνόπουλα και με τη διασκευή μου καταφέρνουμε να κάνουμε την καλύτερη παράσταση του κόσμου, απ’ ότι λένε οι ίδιοι οι γράψαντες, με δεύτερη την Αυστραλιανή, τρίτη την Ισπανική και τέταρτη την Γερμανική. Μας «αφήνει» βέβαια, επειδή κατεβαίνει άδοξα γιατί το κυνηγάει η εκκλησία και οι θρησκευτικές οργανώσεις. Αντί να έρθουν να δουν τη πίστη ενδυναμώνεται μέσα από τον τρόπο με τον οποίο αυτά τα παιδιά τραγουδούσαν σ’ αυτό το μιούζικαλ, τουλάχιστον σ’ αυτή τη δική μας μεσογειακή διασκευή. Κι ευτυχώς για μας ο Δημήτρης Μαραβέτας λέει: «Γιατί να μείνουμε με τα μπράβο σε ένα έργο που δεν είναι δικό μας παρά μόνο η μετάφραση και η διασκευή. Να κάνουμε και ένα δικό μας». Και κάνουμε τους νεκρικούς διαλόγους του Λουκιανού και το παρουσιάζουμε στο φεστιβάλ Αθηνών στο θέατρο της Άννας Συνοδινού. Κι εκεί ανακαλύπτουν ότι ο Μίμης Πλέσσας έχει και άλλες θεατρικές δυνατότητες. Κι αυτό μας δίνει κουράγιο και 5 χρόνια μετά ανεβάζουμε τον Ορφέα και την Ευριδίκη. Μια λαϊκή όπερα με τον αξέχαστο ποιητή μας Κώστα Κινδύνη όπου εκεί πρωτοεμφανίζεται ένα πολύ μεγάλο αστέρι και για πρώτη φορά ακούμε τον Γιάννη Μπέζο και τη γυναίκα του τη Ναταλία Τσαλίκη. Θα μου πεις βέβαια, γιατί όλα αυτά τα πράγματα δεν βγαίνω να τα πω. Μα ποιος θα είχε την υπομονή να κάτσει όπως εσύ με μία κάμερα για να τα καταγράψει. Ή μάλλον επέτρεπε η τεχνολογία μέχρι τώρα να είμαι εγώ στο σπίτι μου, αξύριστος και να έχω την άνεση να θυμάμαι όλα αυτά τα πράγματα. Έτσι λοιπόν, αντί για το δικό σου ευχαριστώ, πρέπει εγώ να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ για την υπομονή σου και να βεβαιώσω ότι και την επόμενη φορά που θα θέλεις θα συμπληρώσουμε αυτά που δεν μπορούν να χωρέσουν από μια ζωή που καλώς ή κακώς της έχει δοθεί τόσο μεγάλη διάρκεια για να υποστεί τόσα και τόσα πράγματα και τόσες ευκαιρίες για να μπορεί να εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να ελπίζει για το μέλλον των παιδιών μας.


Κύριε Πλέσσα, επανέρχομαι και θα επιμείνει λίγο για το «Jesus Christ Superstar» για να ρωτήσω πώς ακριβώς προέκυψε αυτό και να μας πείτε επίσης δύο λόγια για τον κύριο Webber.
Μάλιστα. Αυτό το παλικάρι, μας περίμενε στο Λονδίνο για να υπογράψουμε και να μας δώσει την άδεια. Εμείς πήγαμε στο Λονδίνο και για να τιμήσουμε τα νιάτα του και καθώς την εποχή εκείνη τη «διάθεση» που είχε το Λονδίνο με τους μακρυμάλληδες και με τους χίπυς, είμασταν ντυμένοι με τα πουκαμισάκια μας και εμφανίζεται o Andrew Lloyd Webber με κουστούμι και με γραβάτα. Συναντιόμαστε, τα λέμε, υπογράφουμε και στο τέλος δεν αντέχω και τον ρωτάω: «Δε μου λες αγόρι μου, εγώ για να τιμήσω τη γενιά σου έβαλα πουκάμισο. Εσύ γιατί έβαλες κουστούμι;» Και λέει, «Γιατί ο πατέρας μου, μού είπε ότι θα συναντήσω έναν πολύ μεγάλο συνθέτη, ένα πολύ σπουδαίο Έλληνα και ένα τζέντλεμαν». Λέω, ο πατέρας σου στο είπε αυτό; Λέει ναι. Ήταν επιτροπή που σας έδωσε το πρώτο βραβείο στο Διεθνές Φεστιβάλ της Πολωνίας και θυμάται ακόμα ότι εσείς πήγατε και δώσατε συγχαρητήρια στον δεύτερο που βραβεύτηκε που ήταν ένας διάσημος Βέλγος που έπαιζε φυσαρμόνικα.

Και μιας και μιλάμε για βραβεία, έχετε κι άλλα πολύ σημαντικά πράγματα να πείτε για βραβεία. Σας αφήνω να πείτε 2 – 3 πολύ σημαντικά.

Με συγχωρείς, αλλά αν γυρίσεις τη μηχανίτσα σου κατά δω ή κατά κει, στο βάθος κήπος, θα δεις ότι «ων ουκ έστιν αριθμός». Δε θα μιλήσουμε λοιπόν παρά μόνο για ένα πράγμα για μένα που είναι πολύ σημαντικό. Βρίσκομαι το 1963 στη Μόσχα διευθύνοντας την «Μπολσόϊ Φιλαρμόνια» με ερμηνεύτρια τη Γιοβάνα και κάνοντας 15 συναυλίες. Ηχογραφούνται και το αποτέλεσμα παίρνει ως βραβείο, το μεγαλύτερο βραβείο που θα μπορούσε ρε πουλάκι μου να πάρει ένας ευρωπαίος την εποχή εκείνη, δηλαδή ο δίσκος με τη Γιοβάνα «Η Γιοβάνα τραγουδάει Μίμη Πλέσσα», πούλησε 18 εκατομμύρια αντίτυπα. Από τα 18 εκατομμύρια αντίτυπα, οι Μοσχοβίτες ονόμαζαν τα παιδιά τους «Γιοβάνα». Και όχι μόνο. Ύστερα από χρόνια – και κάποια στιγμή είδα ότι έπεσε το μάτι σου σε κάτι – με φώναξαν ξανά στη Μόσχα για μια συναυλία στην αίθουσα «Κατσατουριάν» όπου ούτε λίγο ούτε πολύ εμφανίζονταν άνθρωποι που ήταν φοιτητές όταν κάναμε αυτές τις 15 συναυλίες στη Μόσχα. Αυτό είναι ένα βραβείο που δεν ξεχνιέται. Ένα άλλο ήταν αυτό που πήραμε στο Τόκυο. Ένα βραβείο που εξακολουθώ ακόμα και σήμερα να το ‘ χω πολύ ξεχωριστά γιατί σ’ ένα Διεθνές Φεστιβάλ με τη La Toya Jackson, την αδελφή του Michael Jackson, να παίρνει το δεύτερο βραβείο, εμείς πήραμε το πρώτο βραβείο για την καλλιτεχνικότερη συμμετοχή με την αξέχαστη Σοφία Φίλντιση την ποιήτρια μας να έχει γράψει τους στίχους και με την Κλεοπάτρα, μια συγκλονιστική φωνή, την Ελληνίδα Κλεοπάτρα, να έχει κάνει την ερμηνεία. Τώρα ανάμεσα σ’ αυτά, να σου πω ότι με τον Γιώργο Ζαμπέτα παίρνουμε το πρώτο βραβείο στο Βέλγιο. Εγώ διευθύνοντας τη μεγαλύτερη ορχήστρα που έχει γίνει ποτέ στην Ευρώπη, 104 άτομα, με σολίστα το Ζαμπέτα και παίρνουμε το βραβείο ανάμεσα σε συγκλονιστικά ονόματα. Γιατί ήταν Διεθνές Φεστιβάλ και με όλων των ειδών τις μουσικές. Ντρέπομαι να πω ποιους νικήσαμε γιατί είναι πολύ σπουδαίοι άνθρωποι.


Βλέπω ότι στα έργα σας, «Έργα για πιάνο» ότι διαλέγετε και κάτι τίτλους εξαιρετικούς. Παράδειγμα: «Σπουδές σε περιττούς ρυθμούς». Άλλο: «Αναζητώντας την τονικότητα». Μου αρέσουν πάρα πολύ οι τίτλοι που χρησιμοποιείτε.

(γελώντας). Πού τα θυμήθηκες όλα αυτά; Είσαι επικίνδυνα μελετημένος. Οι «Σπουδές σε περιττούς ρυθμούς» είναι μια σειρά από σπουδές για πιάνο γραμμένες σε ¾, 5/8, 7/8, 9/8, 11/8, 13/8 και 15/8 που είναι μοναδικοί ρυθμοί που απαντώνται στην ελληνική δημοτική μουσική. Και είναι γραμμένα με έναν τρόπο που αν τα ακούσεις θα καταλάβεις γιατί το διάλεξαν στη Μόσχα σαν διδακτέα ύλη. Κι αυτό εμένα, τον αυτοδίδακτο, με κάνει πολύ περήφανο. Όσο για το «Αναζητώντας την τονικότητα», μια μέρα καθόμουν και αυτοσχεδίαζα και ένας φίλος πιανίστας μου λέει: «Μπορώ να τα έχω αυτά γραμμένα για να τα παίξω;» Λέω: «Πολύ ευχαρίστως». Του τα έγραψα και του τα έδωσα και μου λέει: «Τι τίτλο να δώσω;» Λέω, όλα ξεκίνησαν για να νοιώσω εγώ την άνεση που έχω να ψάχνω την τονικότητα και να καταλήγω απροσδόκητα, από εκεί που δεν το περιμένεις στην αρχή που ξεκίνησα. Τα έγραψα, τα έπαιξε και μετά τα ανακάλυψε μια σπουδαία αρμένισα πιανίστα η οποία και θα τα κάνει σε δίσκο την επόμενη χρονιά με τη μεγάλη γερμανική εταιρία την Deutsche Grammophon που φιλοξενεί τα σπουδαιότερα συμφωνικά έργα.


Έχετε γράψει επίσης τα «Συμφωνικά Ποιήματα» όπως «Ο χορός των σφαιρών», «Ταξίδια του νου», «Ίδε ο άνθρωπος». Θέλετε να μας πείτε δύο λόγια γι’ αυτά;

Το συμφωνικό ποίημα είναι μια πιο ελεύθερη φόρμα γιατί από το μεσαίωνα και από την αναγέννηση, οι μορφές της μουσικής ήταν πολύ αυστηρά συγκεκριμένες. Η μορφή του κοντσέρτου, η μορφή του πρελούδιου κτλ. Όταν λοιπόν κάποια στιγμή πρέπει να περιγράψεις τον τρόπο που ήθελα εγώ όταν έκανα τον «χορό των σφαιρών» για το πλανητάριο μας, προσπαθούσα να φανταστώ πως θα ακούει ο καλός Θεός αυτή τη φτωχογειτονιά μας εάν οι αποστάσεις οι κοντινότερες με τον ήλιο και οι μακρύτερες από τον ήλιο, όλων των πλανητών, ήταν χορδές που έπαιζαν μουσική. Είναι μοιραίο λοιπόν κάτι τέτοιο να ονομαστεί ένα συμφωνικό ποίημα. «Τα ταξίδια του νου». Ένας συγκλονιστικός ζωγράφος, μας βάζει μέσα στο εργαστήρι του και σχεδιάζοντάς μας δίνει την έμπνευση να γράψουμε ένα τραγούδι που τραγούδησε η πολύ μεγάλη υψίφωνος Κλαούντια Ντέλμερ, με μουσική δική μου επάνω σε ισπανική ποίηση. Τα ταξίδια, λοιπόν, του νου είναι ο τρόπος με τον οποίο τα έργα αυτού του συγκλονιστικού ζωγράφου δείχνουν την αγάπη του με τη γυναίκα και τη θάλασσα. Μέσα από μια σειρά από καράβια που άλλοτε γίνονται σπίτια και άλλοτε γίνονται μουσικά όργανα. Σε μια τέτοια περίπτωση αφήνεις το νου να ταξιδεύει και τα «Τα ταξίδια του νου» είναι η μουσική που έγραψα για τον σπουδαίο ζωγράφο Ρήγα για να παιχτεί στην έκθεση που έκανε στο Παρίσι.


Και το «Ίδε ο άνθρωπος»;

Πάλι με πας βαθιά. Με τον Θεσσαλονικιό ποιητή τον Δημήτρη Προύχο έχουμε κάνει 3 ορατόρια. Το ένα είναι ο «Πατροκοσμάς, ο άγιος των σκλάβων», το δεύτερο είναι «Παύλος, ο πρώτος μετά τον Ένα» και το τρίτο είναι το «Ίδε ο άνθρωπος». Και τα τρία έχουν ηχογραφηθεί και μάλιστα είχα τη μεγάλη τύχη, ο Μητροπολίτης Βεροίας που μας είχε παραγγείλει τον Απόστολο Παύλο, να έχει αγοράσει κάποιους δίσκους τους οποίους και χάρισε στις εκκλησιές της ορθοδοξίας από τη Γη του πυρός μέχρι την Ιαπωνία.


Και φτάνουμε στο επίμαχο σημείο κύριε Πλέσσα, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, για να σας ρωτήσω ποιοι ήταν οι καλλιτέχνες που αναδείχτηκαν μέσα από εσάς. Μάλλον ατελείωτη η λίστα.

Η λίστα είναι ατελείωτη αλλά μην τους χαρακτηρίσουμε έτσι. Απλά ότι συμπορευτήκαμε και τα πλατύσκαλα της καριέρας τους έγιναν με δικά μου τραγούδια. Ακούγεται λίγο πιο ήπιο γι’ αυτούς που δεν στάθηκαν στο ύψος του πλατύσκαλου που τους ανέβασα. Είτε γιατί θέλησαν να πετάξουν πιο ψηλά και χάθηκαν, είτε γιατί θέλησαν να κατέβουν πιο χαμηλά για λόγους τους οποίους δε θα χαρακτηρίσω. Ξεκινάω πάντα με τη Νανά Μούσχουρη γιατί εγώ εκείνη την εποχή παίζω αμερικάνικη μουσική, δε γράφω δική μου μουσική και πιστεύω ότι η Νανά Μούσχουρη όπως και η ίδια, είναι μια πολύ σπουδαία τραγουδίστρια της Τζαζ. Συνεχίζω με τη Ζωή Κουρούκλη με την οποία κάνω πάρα πολλές εκπομπές γιατί εκείνη την εποχή τραγουδάει στο ραδιοφωνικό σταθμό Ενόπλων Δυνάμεων Ελλάδος. Στη σειρά θα πρέπει στ’ αλήθεια να βάλουμε τη Γιοβάνα γιατί εκείνη την εποχή που αρχίζω να γράφω δικά μου τραγούδια, με τη Γιοβάνα όπως σου είπα κάνουμε αυτή τη μεγάλη επιτυχία στη Μόσχα. Και από εκεί και πέρα, να ξεχωρίσω τη Τζένη Βάνου η οποία είναι το αηδόνι της χώρας μας και όχι μόνο. Και να την ξεχωρίσω αφενός γιατί γράφουμε του κόσμου τα ελαφρά τραγούδια τα οποία σήμερα είναι διεθνώς σε πολύ υψηλή θέση σε όλο το ρεπερτόριο της Ευρώπης και αφετέρου γιατί αργότερα όταν η ίδια με παρακαλεί της γράφω λαϊκά τραγούδια με τα οποία κάνει μια δεύτερη καριέρα. Βεβαίως, τι να πω για την Μαρινέλα που και μόνο το τραγούδι «Άνοιξε πέτρα» και στη συνέχεια 4 -5 ακόμα τραγούδια μας φέρνουν και μέχρι σήμερα να έχουμε τόσο στενή και αγαπημένη φιλία και σχέση. Να πιάσουμε λιγάκι τους αρσενικούς. Ο Γιάννης Βογιατζής από τον κινηματογράφο, ο Φώτης Δήμας, ο Κώστας Χατζής από τους λιγάκι παλιότερους. Και από τους μεταγενέστερους να πούμε τον Γιάννη Πουλόπουλο, τον Τόλη Βοσκόπουλο και μόλις πούμε αυτούς δε θα πάει το μυαλό μας στο Στράτο Διονυσίου; Και τι; Να αφήσουμε στιγμές σαν αυτές που λόγω ταινίας τραγουδάει κάποια στιγμή ο Νίκος Κούρκουλος;


Κύριε Πλέσσα τελειώνοντας θα επαναλάβω ένα πολύ πολύ μεγάλο και θερμό ευχαριστώ. Ήταν πάρα πολύ εποικοδομητικά όλα αυτά. Νομίζω μάλιστα ότι είπαμε και πράγματα που δεν έχουν ακουστεί κι από εκεί κι ύστερα λίαν συντόμως, γιατί όχι, για κάθε καινούργιο που θα κάνετε από εδώ και στο εξής , μας ενημερώνετε και το ανακοινώνουμε στο κοινό μας.

Εσύ είσαι αδιόρθωτος, παιδί μου!


Γιατί;

Ε, τι γιατί; Πρώτον σου εξήγησα ότι εγώ θα πρέπει να σε ευχαριστήσω που είχες την υπομονή να έχεις μια τέτοια προετοιμασία που να με αναγκάσεις να πω με διαφορετικό τρόπο πράγματα που μέχρι τώρα δεν είχα πει. Δεύτερον, έρχεσαι και στο τέλος αντί να σου πω «σ’ ευχαριστώ» και να σε παρακαλέσω όταν θα το ετοιμάσεις να μου στείλεις μια κόπια για να την έχω στα αρχεία μου, είσαι έτοιμος να ξαναπέσεις στη λούμπα για να πάμε παρακάτω. Εάν και μόνο επρόκειτο να σου αναγγείλω τι έχω ως υποχρέωση για το 2013, θα καταλάβαινες ότι κακώς ρώτησες γιατί εγώ έχω αρχίσει να πεινάω και ελπίζω κι εσύ προκειμένου να σταματήσουμε εδώ και να ευχαριστήσουμε αυτούς που άκουσαν την φλυαρία μας.


Ευχαριστούμε θερμά!