claps.gr

Θοδωρής Κατσαφάδος. (Text in english)


"Γιατί ο θεατής έχει ένα πολύ αλάνθαστο ένστικτο. Βλέπουν αυτό που έχει γίνει με βάσανο, με δουλειά, με προεργασία και το εισπράττουν."


Συνέντευξη που μας παραχώρησε ο γνωστός ηθοποιός μέσα στους χώρους του Εθνικού Θεάτρου και μετά από την σχετική άδεια που μας δόθηκε.


Ε: Λοιπόν, αγαπητέ Θοδωρή Κατσαφάδο βρισκόμαστε στο Εθνικό Θέατρο και πριν τη συνέντευξη θέλω να μας πεις σε ποιο ακριβώς τμήμα του Εθνικού Θεάτρου βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή.

Θοδωρής Κατσαφάδος: Εδώ είναι ο κεντρικός διάδρομος επάνω στα θεωρεία που οδηγεί στη νέα σκηνή.


Ε: Αυτές οι πανέμορφες τοιχογραφίες που βλέπουμε κατά μήκος του διαδρόμου από ποιον φτιάχτηκαν;


ΘΚ: Αυτές οι τοιχογραφίες φτιάχτηκαν από τον Τσίλλερ και τη δεκαετία του ’60 σοβατίστηκαν και κρύφτηκαν δυστυχώς. Δηλαδή 25 χρόνια που είμαι εγώ εδώ δεν τα είχα δει ποτέ. Με την αναστήλωση όμως που έγινε όταν ήταν διευθυντής ο κ. Κούρκουλος έγινε αυτή η αποκάλυψη και πολλές από αυτές ζωγραφίστηκαν από την αρχή χρησιμοποιώντας ως βοήθημα το φωτογραφικό υλικό που είχαμε. Έτσι έχουν αποκατασταθεί ακριβώς στη μορφή που ήταν όταν πρωτοφτιάχτηκαν. Μιλάμε για εξαιρετική δουλειά. Από εκεί λοιπόν είναι η νέα σκηνή που ονομάστηκε Νίκος Κούρκουλος γιατί πραγματικά ο Κούρκουλος έκανε σπουδαία δουλειά. Από την απέναντι πλευρά είναι η αίθουσα των εκδηλώσεων. Μία εξίσου θαυμάσια αίθουσα.


Ε: Όταν λέμε αίθουσα εκδηλώσεων τι ακριβώς γίνεται εδώ;
ΘΚ: Εδώ γίνονται συνεδριάσεις για παράδειγμα και στα πρώτα χρόνια της κατασκευής του Εθνικού Θεάτρου έρχονταν εδώ οι βασιλείς από το θεωρείο και εδώ γινόταν η υποδοχή, κάποια δεξίωση. Τώρα εμείς την χρησιμοποιούμε και σαν χώρο προβών και πρόσφατα είχε έρθει και ο Πήτερ Μπρουκ για να μιλήσει και έκανε μια πολύ ωραία διάλεξη εδώ. Άρα είναι ένας χώρος κυρίως για συνέδρια για ομιλίες για πρόβες κτλ.



Ε: Και τώρα που είπες «βασιλείς» να πούμε ότι το Εθνικό Θέατρο κάποτε λεγόταν…
ΘΚ: «Βασιλικό Θέατρο». Όπως και ο «Βασιλικός Κήπος» τώρα λέγεται «Εθνικός Κήπος». Να πούμε επίσης ότι για ένα μεγάλο διάστημα είχε κλείσει το Εθνικό Θέατρο και είχε γίνει χώρος στέγασης των προσφύγων. Εδώ λοιπόν, για ένα μεγάλο διάστημα είχαν μείνει πρόσφυγες τότε με την καταστροφή της Σμύρνης.

Μετά από αυτή τη μικρή ξενάγηση αρχίζουμε τη συζήτηση μας με τον γνωστό ηθοποιό.


Ε: Θοδωρή καταρχήν το πρώτο που θέλω να πω είναι ότι καθώς κάποιος κινείται μέσα σους χώρους του Εθνικού Θεάτρου πραγματικά τον πιάνει δέος. Αλλά ένας ηθοποιός όπως πολλοί μου έχουν πει είτε παίζει στο Εθνικό Θέατρο είτε στο θεατράκι της γειτονιάς, πρέπει πάντα να τα δίνει όλα γι’ αυτόν που έχει απέναντι του και για να τιμάει το θεατή.

ΘΚ: Φυσικά. Κοίταξε ο χώρος εδώ μπορεί να συγκινεί όλους εμάς τους ηθοποιούς και ιδιαίτερα εμένα γιατί ήμουνα εδώ πάρα πολλά χρόνια κι έχω μνήμες από την προσωπική μου αλλά και την καλλιτεχνική μου ζωή εδώ. Μπήκα ένα νέο παιδί και έμεινα 25 χρόνια. Κι αυτό από μόνο του δεν μπορώ να μη σου πω ότι έχει μια συναισθηματική προσωπική φόρτιση. Βεβαίως όμως όπως είπες κι εσύ το κοινό πρέπει να το σεβόμαστε σε όποιο χώρο και να παίζουμε. Ακόμα και σε ένα δωμάτιο. Ο θεατής έρχεται, σε τιμά με το εισιτήριο και με την παρουσία του και εσύ πρέπει να δίνεις τον καλύτερο σου εαυτό. Βέβαια, για το Εθνικό Θέατρο δε θα μπορέσω να είμαι αντικειμενικός και δεν ξέρω αν αυτά που θα πω ισχύουν για όλους τους ηθοποιούς και για όλους τους σκηνοθέτες ή τους θεατές. Είναι πολύ προσωπική μου εκτίμηση ότι πάντα γινόταν μια πολύ σοβαρή δουλειά. Βεβαίως με εξαιρέσεις. Δε θα πω ότι πάντα τα ανεβάσματα ήταν σημαντικά. Υπήρξαν και λάθος επιλογές, υπήρξαν και μέτριες παραστάσεις. Όμως γίνεται θέατρο εδώ. Και εμείς οι ηθοποιοί που είμαστε εδώ, και τώρα και παλιά, έχουμε το Εθνικό Θέατρο σαν πρώτη γραμμή από τις υπόλοιπες επιλογές μας που μπορεί να είναι και η τηλεόραση και ο κινηματογράφος. Γιατί ας μη ξεχνάμε ότι η δουλειά μας έχει μέσα της και το κομμάτι του βιοπορισμού. Εγώ θεωρώ τον εαυτό μου πάρα πολύ τυχερό που βρέθηκα 25 χρόνια εδώ και είμαι πάλι εδώ. Γιατί δεν πρέπει να θεωρούμε δεδομένο ότι εγώ θα’ πρεπε να είμαι εδώ κι όχι κάποιος άλλος. Είναι τύχη. Βεβαίως δούλεψα γι’ αυτό. Βεβαίως είχα υπομονή και ήταν επιλογή μου ότι μετά από 10 χρόνια στο ελεύθερο θέατρο με καλή πορεία, επέλεξα να μπω εδώ πριν από 30 χρόνια και να αρχίσω σχεδόν από το μηδέν. Για παράδειγμα πριν έρθω στο Εθνικό Θέατρο έπαιζα στο «ΝΤΑ» με το Μάνο Κατράκη. Ένα πολύ σπουδαίο ρόλο δίπλα στον Κατράκη. Ήμουνα επίσης στο θέατρο της Κρήτης. Στο ημι-κρατικό θέατρο Κρήτης τότε. Όμως ήταν επιλογή μου να έρθω στο Εθνικό Θέατρο και να παίξω ρόλους και έργα που νομίζω ότι εκτός Εθνικού Θεάτρου δε θα μπορούσα να τα κάνω. Γιατί πάντα το Εθνικό υπηρετούσε και υπηρετεί ένα ρεπερτόριο που πολύ δύσκολα μπορεί να συμβεί στο ελεύθερο θέατρο. Και για οικονομικούς λόγους αλλά και επειδή οι θίασοι είναι πολυπληθείς. Τα μεγάλα έργα όπως οι τραγωδίες το καλοκαίρι και ο Αριστοφάνης αλλά και το χειμώνα ο Σαίξπηρ, ο Ίψεν, ο Τσέχωφ και ο Μπρεχτ είναι έργα με πολλά πρόσωπα. Δεν αντέχουν οι παραγωγοί στο ελεύθερο θέατρο να σηκώσουν το βάρος μιας τέτοιας παραγωγής. Το Εθνικό Θέατρο και μπορεί και οφείλει να το κάνει και το κάνει τελικά.


Ε: Θα σε διακόψω τώρα για μια απορία που μου δημιουργήθηκε από τα λεγόμενα σου. Στο Εθνικό Θέατρο, επειδή μίλησες για Τσέχωφ και άλλους κλασσικούς συγγραφείς, τα έργα των κλασσικών συγγραφέων ανεβαίνουν πάντα με κλασσικό τρόπο ή και με ποιο μοντέρνο. Ή τελικά είναι απαγορευτικό να γίνει κάτι τέτοιο όταν αναφερόμαστε σε Εθνικό Θέατρο;

ΘΚ: Τα πρώτα χρόνια, από το 1980 που μπήκα μέχρι πριν λίγα χρόνια και έχοντας γνωρίσει όλους τους διευθυντές του Εθνικού, όπως τον Αλέξη Μινωτή που ήταν τότε στο τέλος της θητείας του αλλά και τον Πολιτόπουλο και την Τσάτσου και αργότερα βέβαια και τον Κούρκουλο και τώρα τον Γιάννη Χουβαρδά , υπήρχε περισσότερο ένας κλασσικός τρόπος ανεβάσματος των έργων αυτών. Δεν τολμούσαν και οι σκηνοθέτες και οι ηθοποιοί να κάνουν κάτι ας πούμε με τα σημερινά δεδομένα «πειραγμένο» ή διασκευασμένο. Σπάνια συνέβαινε κάτι τέτοιο. Τώρα συμβαίνει πιο συχνά όπως και στο ελεύθερο θέατρο. Έχουμε και επιρροές από ξένους θιάσους που έρχονται από την Ευρώπη και γενικότερα έχουμε μεγαλύτερες προσλαμβάνουσες από παραγωγές του εξωτερικού. Και οι σκηνοθέτες τολμούν και στο Εθνικό Θέατρο –δεν είναι απαγορευτικό- και να πειραματίζονται και να δοκιμάζουν νέα πράγματα. Και κατά τη γνώμη μου, παρόλο που εγώ και λόγω ηλικίας είμαι λίγο παλιός και δεν μπορώ να βλέπω με μεγάλη ευκολία διασκευασμένα ή πειραγμένα έργα και παραστάσεις, όταν γίνονται με σοβαρότητα, με σκέψη και με τεκμηρίωση μπορώ να το δεχτώ. Δεν μπορώ να πω λοιπόν γιατί να μη γίνονται. Να γίνονται. Και τα κλασσικά έργα και τα μεγάλα έργα έχουν πολλές αναγνώσεις. Γι’ αυτό και είναι μεγάλα έργα. Όσες φορές και να παιχτεί ένα έργο πάντα θα ανακαλύπτεις μέσα του κρυμμένα καινούργια πράγματα. Και λες: πώς δεν το είδα την πρώτη φορά, πώς δεν το είδα τη δεύτερη, πώς δεν το είδα την Τρίτη; Εμένα μου έχει τύχει να παίξω σε έργα πολλές φορές, για παράδειγμα στην «Αντιγόνη» 3 φορές με 3 διαφορετικές σκηνοθεσίες και πραγματικά κάθε φορά ανακάλυπτα μέσα στο κείμενο και μέσα στους ρόλους σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη καινούργια εντελώς πράγματα. Και απορούσα: γιατί δεν το είχα δει αυτό με τον Κρέοντα; Τώρα κάνω πρόβες για την παράσταση «Η αυλή των θαυμάτων» και το είχα ξαναπαίξει πριν από 30 χρόνια εδώ στο ίδιο θέατρο – τότε είχα κάνει τον νεότερο τώρα κάνω τον γηραιότερο- και πραγματικά στις πρόβες λέμε πράγματα και ανακαλύπτω πράγματα που εκείνη τη φορά δεν τα είχα ακούσει. Κι όμως λοιπόν, ανακαλύπτω πράγματα τώρα στον Καμπανέλλη που τότε δεν τα είχα δει. Και νομίζω αν σε λίγα χρόνια ξανανέβει το έργο πάλι θα βρω καινούργια πράγματα. Να μη ξεχνάμε βέβαια ότι οι επιρροές σήμερα είναι πιο πολλές και οι θεατές είναι πιο απαιτητικοί. Κάτι δηλαδή που μπορεί να ήταν σπουδαίο πριν από 50 – 60 χρόνια υποκριτικά ή σκηνοθετικά τώρα μπορεί να μη λέει τίποτα. Όπως αυτά που κάνουμε εμείς τώρα μετά από λίγα χρόνια πάλι μπορεί να μη λένε τίποτα. Αυτό όμως που λέω τώρα και που το είπα και πιο πριν είναι ότι καθετί που γίνεται θεατρικά πρέπει να γίνεται με βάσανο και με σοβαρότητα και όχι με ευκολία. Μία λέξη να σβήσουμε από το κείμενο πρέπει να το σκεφτούμε πολύ. Ένα κοστούμι που θα επιλέξουμε να φορέσει ο ηθοποιός για το ρόλο του πρέπει να το σκεφτούμε πολύ. Να μη γίνεται εφέ για το εφέ. Να μη γίνονται κόλπα για να εντυπωσιάσουμε το θεατή έτσι αβασάνιστα. Γιατί ο θεατής έχει ένα πολύ αλάνθαστο ένστικτο. Βλέπουν αυτό που έχει γίνει με βάσανο, με δουλειά, με προεργασία και το εισπράττουν. Όπως επίσης εισπράττουν και αυτό που έχει γίνει με ευκολία.


Ε: Μίλησες προηγουμένως για την «Αυλή των θαυμάτων» που πρόκειται να παίξεις τώρα στο Εθνικό Θέατρο. Με το συγκεκριμένο θεατρικό όμως έχει γίνει και κάτι το συγκλονιστικό. Θέλεις να μας μιλήσεις γι’ αυτό.

ΘΚ (με μεγάλο χαμόγελο): Ναι βέβαια. Λοιπόν, όταν πρωτομπήκα στο Εθνικό Θέατρο πριν από 30 χρόνια η πρώτη παράσταση που έπαιξα ήταν η «Αυλή των θαυμάτων». Είχα παίξει το καλοκαίρι στον «Πλούτο» του Αριστοφάνη και το χειμώνα έπαιξα την «Αυλή των θαυμάτων». Έκανα τον πιο μικρό της παράστασης σε ηλικία. Και τώρα μετά από 30 χρόνια καλούμαι να παίξω στην ίδια παράσταση αλλά αυτή τη φορά κάνοντας τον πιο γέρο. Και είναι μια υπέροχη σύμπτωση. Γιατί σου ομολογώ ότι πολλές φορές ακόμα και τώρα στις πρόβες μου έρχεται στο μυαλό εκείνη η παράσταση, εκείνες οι πρόβες εκείνοι οι ηθοποιοί τότε. Μιλάμε για συγκλονιστικές μνήμες και πολύ συγκίνηση. Σου είπα ότι όλα αυτά χρόνια εδώ στο Εθνικό Θέατρο μου έχουν χαράξει τη ζωή. Έχω παίξει σε 60 -70 έργα και θυμάμαι πάντα και ρόλους και συνεργασίες και όμορφες στιγμές και άτυχες στιγμές. Έτσι είναι πολύ συνδεδεμένο το θέατρο με τη ζωή μου. Και είναι συγκίνηση και τιμή. Τιμή! Γιατί υπάρχουν πάρα πολλοί συνάδελφοι και μάλιστα ταλαντούχοι συνάδελφοι που δεν είχαν αυτή την τύχη. Εγώ είμαι ευγνώμων ειλικρινά όταν κάνω μια αναδρομή και έναν απολογισμό της ζωής μου και της δουλειάς μου και μόνο χαρά αισθάνομαι. Είμαι ευλογημένος να έχω παίξει αυτούς τους ρόλους και να έχω «μιλήσει» αυτούς τους συγγραφείς και να έχω συνεργαστεί σχεδόν με όλους τους σκηνοθέτες. Δεν μπορεί να μη θυμάμαι τον Σολωμό, τον Βουτσινά, τον Γιώργο Μιχαηλίδη, τον Κώστα Μπάκα και τόσους άλλους.


Ε: Στο σημείο αυτό θα σε πάω πάλι λίγο πίσω για να αναφερθείς σε κάτι που ήδη το ανέφερες και πιο πριν, στο εξαιρετικό θεατρικό «ΝΤΑ» που μάλιστα εκεί ίσως να έχει γίνει κάτι ακόμα πιο συγκλονιστικό απ’ ότι στην «Αυλή των θαυμάτων». Μίλησες μας γι’ αυτό.

ΘΚ: Αυτό δεν έγινε στο Εθνικό αλλά τελικά δεν ξέρω αυτό που λέμε «συμπτώσεις» αν ισχύει γιατί εγώ δεν πιστεύω στις συμπτώσεις. Υπάρχει μία «μοίρα». Υπάρχει ένας οδηγός ζωής μη λογικός που αν αφήσεις τον εαυτό σου σ’ αυτή τη ροή των πραγμάτων έρχονται κάποια γεγονότα που τα ονομάζουμε συμπτώσεις και λες πώς είναι δυνατόν; Αυτό που λες με τον Κατράκη έπαιζα στο «ΝΤΑ», στο θέατρο Μπρόντγουεϊ δύο χρόνια και τρία χρόνια περιοδεία στην επαρχία τα καλοκαίρια. Σ’ αυτό το έργο υπάρχει ένας ήρωας που είναι 40 χρονών και θυμάται τον εαυτό του και κανένας στη σκηνή δεν είναι «ζωντανός» εκτός από αυτόν τον σαραντάρη άνθρωπο και θυμάται τν πατέρα του, θυμάται τη μάνα του, θυμάται τον εαυτό του, θυμάται το πρώτο αφεντικό, θυμάται τη γυναίκα που πήγε για πρώτη φορά. Όλα ρόλοι μνήμες. Τότε λοιπόν έπαιξα τον εαυτό του ήρωα στη μικρή ηλικία. Το πιτσιρίκι. Και μετά από 20 χρόνια έπαιξα ξανά το ίδιο έργο με το Φυσσούν πια στο ρόλο του πατέρα και το παίξαμε στο ίδιο θέατρο στο Μπρόντγουεϊ με τη διαφορά ότι τώρα βρισκόμουν πάλι στην ίδια σκηνή αλλά παίζοντας αυτή τη φορά το γιο στη μεγάλη ηλικία με αποτέλεσμα επί σκηνής να θυμάμαι τον εαυτό μου όταν έπαιζα το ρόλο στη νεαρή ηλικία. Και πραγματικά ήταν ένα μπέρδεμα γιατί ενώ έπαιζα στη σκηνή θυμόμουν και τον Κατράκη αλλά και εμένα που έπαιζα πριν 20 χρόνια τη μνήμη του γιου.


Ε: Τελικά μερικά πράγματα δεν εκφράζονται με λόγια έτσι;

ΘΚ: Όχι, δεν εκφράζονται με λόγια. Και πολλές φορές άλλο θέλουμε να πούμε κι άλλο λέμε, αλλά όπως σου είπα και πριν αισθάνομαι πολύ τυχερός γιατί στο κάτω κάτω εγώ δεν είχα ένα παρελθόν ούτε μόρφωσης, ούτε καλλιέργειας, ούτε οικογενειακής παράδοσης. Δεν ήξερα όχι μόνο τους συγγραφείς που ανέφερα πριν αλλά ούτε καν τι είναι θέατρο. Την περίοδο ‘60 – ’70 που εγώ μεγάλωνα και μάλιστα σε χωριό δεν είχα δει ούτε σινεμά. Κι όταν βρέθηκα στην Άνω Γλυφάδα, που ήταν χωριό τότε, πάλι δεν ήξερα προς τα πού πέφτει η Αθήνα. Και πραγματικά μέσα από τη δουλειά ανακάλυψα και συγγραφείς, ανακάλυψα και κόσμους ολόκληρους. Η συγκεκριμένη δουλειά μ’ έφτιαξε σαν άνθρωπο και με καλλιέργησε. Δεν εννοώ μόρφωση αλλά αυτό το ψάξιμο που κάθε φορά κάνω όταν παίζω ένα συγγραφέα και ψάχνω να βρω τι άλλο είχε γράψει και τι άλλο είχε πει, με φωτίζει σαν άνθρωπο στη ζωή μου.


Ε: Θοδωρή Κατσαφάδο, στο σημείο αυτό τελειώνοντας θέλω να σε ευχαριστήσω πάρα πολύ και γι’ αυτά που μας είπες αλλά και για τη φιλοξενία σου μέσα στον υπέροχο αυτό χώρο του Εθνικού Θεάτρου.

ΘΚ: Εγώ σ’ ευχαριστώ πολύ και θα’ θελα αυτά που λέω, δεν ξέρω βέβαια αν ενδιαφέρουν τον κόσμο, αλλά είναι η αλήθεια μου είτε τη λέω καθαρά, είτε τη λέω μπερδεμένα. Μιλάω πραγματικά όπως θα μιλούσα σε ένα φίλο μου και θέλω να σου πω ότι το θέατρο για μένα είναι η μεγάλη μου αγάπη. Είναι μια αγάπη που δεν τέλειωσε ποτέ και μη σου πω ότι όσο περνούν τα χρόνια φουντώνει αυτός ο έρωτας με τη δουλειά. Όταν βρίσκομαι στη σκηνή νομίζω ότι όλος ο κόσμος είναι δικός μου. Υπάρχουν στιγμές, όπως για παράδειγμα πριν λίγα χρόνια έπαιζα τον αγγελιοφόρο στον Ιππόλυτο στην Επίδαυρο και παρακολουθούσαν 7.000 κόσμος. Την ώρα του μονολόγου που περιγράφει πως σκοτώθηκε ο Ιππόλυτος με το άρμα κτλ, στην κορύφωση του μονολόγου και πριν ακόμα τελειώσω ο κόσμος άρχισε να χειροκροτεί. Είχα πέσει κάτω και εκείνη την ώρα σκεφτόμουν ότι αν για 99 λόγους δεν έπρεπε να κάνω αυτή τη δουλειά και μόνο γι’ αυτή την στιγμή που ζούσα άξιζε που την έκανα. Με ρωτούσαν οι συνάδελφοι πως ένοιωθα και έλεγα «σαν να με χαϊδεύει ο Θεός». Και στις «Βάκχες» και στο Εθνικό Θέατρο και όταν έρχονται οι άνθρωποι στα καμαρίνια για να με χαιρετήσουν, αυτές οι συγκινητικές και υπέροχες στιγμές δεν αντικαθίστανται με τίποτα. Και σε τελευταία ανάλυση θα πω και κάτι πολύ απλό και πολύ ρεαλιστικό. Ας μη ξεχνάμε ότι μέσω αυτής της δουλειάς έζησα και έφτιαξα την οικογένεια μου. Γιατί, λοιπόν, να έχω παράπονο; Και παρόλο που οι καιροί τώρα είναι πάρα πολύ δύσκολοι, εγώ προσωπικά είμαι πάρα πολύ καλά με αυτά που έχω κάνει μέχρι τώρα. Το μόνο που με θλίβει, με αγχώνει και με στενοχωρεί είναι τα παιδιά και οι επόμενες γενιές. Τι θα κάνει το παιδί μου και τα παιδιά του κόσμου σ’ αυτά που συμβαίνουν τώρα γύρω μας. Προσωπικά για μένα δε με απασχολεί. Εντάξει, λίγο ακόμα θα σπρώξω το χρόνο και θα επιβιώσω και στην προσωπική αλλά και στη θεατρική μου ζωή. Το παιδί μου και τα παιδιά του κόσμου. Αυτό είναι που με βαραίνει.


Σ’ ευχαριστώ θερμά.