BOB DYLAN: ΦΩΝΗ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑΣ


Φολκ ποιητής και μέγιστος μουσικός, επηρέασε όσο λίγοι τη σύγχρονη μουσική αλλά και τη σκέψη όσων μεγάλωσαν ή προβληματίστηκαν με τα τραγούδια του. Συνεχίζει μέχρι σήμερα να κρατάει ζωντανά το θρύλο του και θα συνεχίσει μέχρι τέλους.


Για πάντα νέος. Έχουν γραφτεί τόσα πολλά για τον Ντίλαν και ακόμα περισσότερα για τα τραγούδια του, το περιεχόμενο τους, τους στίχους τους, και όλα αυτά τα κείμενα προσπαθώντας να εξηγήσουν την ποίηση ενός ανθρώπου που εδώ και τόσες δεκαετίες παραμένει ενεργός πρωταγωνιστής μιας απίθανης ιστορίας. Από τον ίδιο έχει αποδοθεί πολλές φορές μια ερμηνεία απλή: ούτε αυτός δεν ξέρει τι σημαίνουν τα τραγούδια του. Για παράδειγμα, οι φήμες έλεγαν παλιά ότι το "Mr. Tambourine Man" είναι ένα τραγούδι για τα ναρκωτικά, αλλά αυτό είναι κάτι που έχει διαψευστεί από τον ίδιο. Ο ίδιος πάλι έχει σθεναρά αρνηθεί ότι ο στίχος από το "Rainy Day Woman 12 & 35" με το ρεφρέν που λέει "everybody must get stoned" είναι ένα τραγούδι που υμνεί τη χρήση των ναρκωτικών. Λένε κάποιες άλλες φήμες λένε ότι ήταν αυτός που έδωσε το πρώτο τσιγαριλίκι στον Τζον Λένον κατά τη διάρκεια της πρώτης περιοδείας των Beatles στην Αμερική. Και η αλήθεια είναι ότι αυτό δεν το έχει αρνηθεί ποτέ, αφού έχει καταγραφεί και από ερασιτεχνική κάμερα. Αλλά σημασία έχει ότι, από την στιγμή που αυτός ο ιδιαίτερος άνθρωπος ξεκίνησε να γράφει στίχους και τραγούδια, τόσο οι οπαδοί του όσο και οι κριτικοί ρωτάνε πάντα το ίδιο πράγμα: Τι σημαίνουν τέλος πάντων οι στίχοι του Ντίλαν; Ο καθένας έχει τη δική του άποψη και αυτή είναι η μαγεία της ποίησης του. Γιατί ο Ντίλαν όταν γράφει ένα τραγούδι δεν σκέφτεται μόνο τον άνθρωπο. Τους σκέφτεται όλους. Φυσικά, σκέφτεται ένα πράγμα, αλλά αυτό μπορεί να ερμηνευτεί διαφορετικά από τον κάθε ακροατή, με αποτέλεσμα το ίδιο τραγούδι να έχει διαφορετικό νόημα για όποιον το ακούει. Αν ακούσει κανείς το "Man of Peace" μπορεί να σκεφτεί ότι ο τραγουδιστής μιλάει για τον ερχομό του Σατανά, ενώ για άλλους μπορεί να είναι η ιστορία για έναν ερωτευμένο άντρα που μιλάει με μια γυναίκα στο κρεβάτι για χρυσές υποσχέσεις και δαχτυλίδια. Φυσικά, οι προθέσεις του συγγραφέα δεν είναι πάντα καθαρές και σίγουρα όχι οι πιο ευχάριστες κάθε φορά. Γιατί ο Ντίλαν ξέρει πάνω απ' όλα ότι η τέχνη μπορεί να ερμηνεύεται διαφορετικά από τον καθένα και ότι οι ακαθόριστοι στίχοι του μπορεί να μοιάζουν θολοί ή ασαφείς, αλλά πάντα τους συνδέει μια σωστή αλληλουχία. Ο Robert Allen Zimmerman γεννήθηκε στις 24 Μαΐου 1941 στο Ντουλούθ της Μινεσότα. Ήδη από μαθητής του γυμνασίου είχε ξεκινήσει να παίζει φυσαρμόνικα, πιάνο και κιθάρα, ενώ συμμετείχε για πρώτη φορά σε συγκρότημα, τους Golden Chords, ερμηνεύοντας τραγούδια του Τσακ Μπέρι και του Λιτλ Ρίτσαρντ, με έμφαση στη rock' n' roll, την country, τη folk και την blues μουσική. Το 1959 φοίτησε στο Πανεπιστήμιο της Μινεάπολης. Εκεί άκουσε για πρώτη φορά τη μουσική του θρύλου της folk Γούντι Γκάθρι, έγινε θαυμαστής του και αποφάσισε να τον συναντήσει. Για τον σκοπό αυτό, παράτησε τις σπουδές του και έφτασε στη Νέα Υόρκη, τη μητρόπολη της μουσικής, αλλά και το μέρος όπου μπορούσε να γνωρίσει το ίνδαλμα του. Ο Γκάθρυ που νοσηλευόταν σε νοσοκομείο, έχρισε το νεαρό θαυμαστή του από τη Μινεσότα διάδοχο του. Εν τω μεταξύ, ο Robert Zimmerman μετονομάστηκε σε Μπομπ Ντίλαν. Κάποιες φήμες λένε ότι επέλεξε αυτό το όνομα προς τιμή του Ουαλού ποιητή Ντίλαν Τόμας που πέθανε στη Νέα Υόρκη το 1953, στα 39 του χρόνια, από αλκοολισμό. Και με αυτό το όνομα έμελλε πέρα από μουσικός να γίνει και ποιητής - στιχουργός. Το 1960 άρχισε να παίζει σε διάφορους μουσικούς χώρους, με το νέο του όνομα και έχοντας ως μουσικό πρότυπο τον Γκάρθι. Τραγουδούσε σε πλατείες και σε μικρά folk bars γύρω από την περιοχή του Γκρίνουιτς Βίλατζ. Ο γνωστός μουσικός και δημοσιογράφος Ρόμπερτ Σέλτον έγραψε πρώτη φορά γι' αυτόν: "Αυτό το αγόρι, αυτή η μοναδική διασταύρωση παιδιού του κατηχητικού και μπίτνικ, έχει πολύ μεγάλο ταλέντο." Φυσικά και δε διαψεύστηκε ποτέ, αφού ο Ντίλαν απέκτησε σύντομα συμβόλαιο με την πολυεθνική εταιρία Columbia στην οποία ηχογραφεί μέχρι σήμερα.


Ο ποιητής της διαμαρτυρίας. Γύρω στις αρχές του 1962 κυκλοφόρησε ο πρώτος του δίσκος με δύο δικά του τραγούδια ("Song for Woody" και "Talking New York"), ενώ όλα τα υπόλοιπα ήταν διασκευές μεταξύ των οποίων και το "The House of the Rising Sun". Την επόμενη χρονιά κυκλοφόρησε το άλμπουμ με τίτλο "The Freewheelin' Bob Dylan που περιέχει το δημοφιλές "Blowin in the wind" , με το οποίο θα ξεφύγει από τα στενά όρια της folk κοινότητας της Νέας Υόρκης και θα γίνει ευρύτερα γνωστός. Η φυσιογνωμία του, ο τρόπος ερμηνείας του, οι στίχοι του, η μουσική του αλλά πάνω απ' όλα οι ριζοσπαστικές του ιδέες θα στρέψουν όλα τα φώτα της δημοσιότητας πάνω του. Θα αποκτήσει ένα ένθερμο κοινό, θα παίξει σε αμέτρητες συναυλίες και η ποίηση του θα γίνει σύνθημα για τους νέους. Ο Ντίλαν δε θα αργήσει να γίνει η νέα φωνή της Αμερικής. Αυτός και μόνο θα είναι η προσωποποίηση της διαμαρτυρίας, της άρνησης, της αμφισβήτησης, της νέας επανάστασης. Ο ίδιος θα αρνηθεί πολλές φορές το ρόλο της φωνής του κινήματος. Θα εγκαταλείψει τα τραγούδια της διαμαρτυρίας και επηρεασμένος από τους μεγάλους συμβολιστές ποιητές που θαυμάζει (Μποντλέρ, Ρεμπό και κυρίως Τ.Σ.Έλιοτ) θα δημιουργήσει όχι μόνο πολύπλοκα ροκ ποιήματα αλλά και τρεις μεγαλειώδεις δίσκους που θα αλλάξουν για πάντα την ιστορία της ροκ. Highway 61 Revisited: ο δίσκος που σηματοδοτεί την επιστροφή του στο ηλεκτρικό μπλουζ. Εκεί καμαρώνουν τα "Like a Rolling Stone", "Desolation Row", και "Ballad of a Thin Man". Ακολουθεί το Bringing it All Back Home, με τα μοναδικά και αξεπέραστα "Subterranean Homesick Blues", "Maggie's Farm" και "Mr. Tambourine Man". Λίγο αργότερα θα γράψει το Blonde on Blonde με το "Rainy Day Women", "I want you" και "Obviously 5 listeners". Οι πιστοί οπαδοί του της folk θα τον αποδοκιμάσουν στο Newport Festival το '65, όταν ανεβαίνει στη σκηνή με ένα δερμάτινο τζάκετ, ψηλοτάκουνες μπότες και ακόμα χειρότερα μια ηλεκτρική κιθάρα στο χέρι. Βέβαια οι αποδοκιμασίες αυτές θα δώσουν τη θέση τους σε χιλιάδες νέους θαυμαστές της ποίησης και της μουσικής του, πράγμα που σημαίνει ότι ο εικοσιπεντάχρονος μουσικός θα έχει πάνω από 10 εκατομ. πωλήσεις και θα γίνει η σημαία της επανάστασης, το πρώτο ροκ λάβαρο στην ιστορία. Το 1965 είναι μια πολύ συμβολική χρονιά, όχι μόνο για τον Ντίλαν αλλά για ολόκληρη την ιστορία της ροκ μουσικής, η οποία σηκώνει το ανάστημα της και αμφισβητεί διαρκώς και με κάθε τρόπο το κατεστημένο, είτε κοινωνικό, είτε πολιτικό. Θα γίνει η μουσική μιας μόνιμης αμφισβήτησης. Εκείνο το καλοκαίρι οι Byrds θα πάρουν το "Mr. Tambourine Man" και θα το απογειώσουν, κάνοντας το νούμερο 1 επιτυχία, ενώ λίγο αργότερα, το φθινόπωρο, ο Ντίλαν και η -διάσημη από το τραγούδι που της έγραψε μετά το διαζύγιο τους- Σάρα Λόουντενς θα παντρευτούν στην Ισπανία και θα αποκτήσουν δύο παιδιά. Η πρώτη παγκόσμια περιοδεία θα ξεκινήσει το 1966 μαζί με το δικό του συγκρότημα, τους Hawks, που αργότερα έγιναν γνωστοί ως "The Band", και το Μάιο εκείνης της χρονιάς θα δώσει μια ιστορική συναυλία στο Λονδίνο, η οποία θα ηχογραφηθεί αλλά θα κυκλοφορήσει 22 χρόνια μετά, το 1998. Μετά το τέλος της περιοδείας θα αποτραβηχτεί σε ένα σπίτι που αγοράζει κοντά στο Woodstock, όπου δε δέχεται κανέναν παρά μόνο τον Άλεν Γκίνσμπεργκ και μέλη της μπάντας του. Το πρωί της 29ης Ιουλίου τραυματίζεται σοβαρά με τη μηχανή του, μια μαύρη Triumph, σπάει λαιμό, κόκκαλα και τραυματίζει το πρόσωπο του. Πολλοί θα πουν ότι ήταν μια δολοφονική ενέργεια της CIA, ενώ αυτοί που είναι πιο κοντά του θα καταλάβουν ότι μετά από το ατύχημα δε θα είναι πια ο ίδιος. Το τέλος της δεκαετίας φτάνει σαν μια εποχή επικίνδυνη και άγρια, μια εποχή που η γενιά των λουλουδιών καίγεται πια σωματικά και εγκεφαλικά από την υπερβολική δόση των ψυχεδελικών ουσιών, που λίγα χρόνια αργότερα θα αντικατασταθούν από την ηρωίνη. Τους ίδιους ψυχεδελικούς δρόμους θα ακολουθήσει και η ροκ μουσική, μόνο που ο κύριος Ντίλαν αποφασίζει να αποτραβηχτεί και να γυρίσει στις αγροτικές του ρίζες. Απέχει από τις συναυλίες και κυκλοφορεί δίσκους με διασκευές δικών του τραγουδιών και μοναδικές έντονες στιγμές είναι η συμμετοχή του στο φεστιβάλ που θα οργανώσει ο Τζορτζ Χάρισον και το αξέχαστο "Knock knock knocking on Heaven' s Door" που θα γράψει για το σάουντρακ του γουέστερν του Σαμ Πέκιντια, Pat Garret and Billy the kid.


Από τα '70ς στο σήμερα.


Στη δεκαετία του '70 οι εμφανίσεις του θα αποτελέσουν ένα γεγονός. θα κυκλοφορήσει το αριστουργηματικό Blood on the Tracks (που θα περιέχει το "Sara") αλλά γύρω στο τέλος της δεκαετίας θα μεταμορφωθεί σε αναγεννημένο χριστιανό, τη στιγμή που όλος ο κόσμος σοκάρεται από την πανκ επανάσταση. Θα απογοητεύσει πολλούς καθώς θα απορροφηθεί από τη μαύρη τρύπα πολλαπλών θρησκευτικών και πολιτικών αναζητήσεων. Η σημαία θα ξεθωριάσει , ενώ ο ίδιος θα απομονωθεί από τους χιλιάδες φίλους του. Μέχρι που το 1992 θα γιορτάσει τα 30 χρόνια του επί σκηνής, με καλεσμένους όλους τους παλιούς του φίλους. Θα φτάσει μέχρι και την Ελλάδα τον Ιούνιο του 1993. Μέχρι που σχεδόν 60χρονος θα κυκλοφορήσει το 1997 μια νέα σειρά από τραγούδια που υπό τον τίτλο Time out of mind θα τον βάλουν πάλι στις καρδιές όλων. Όχι επειδή είναι βασισμένο στο πρόβλημα υγείας που αντιμετώπισε με την καρδιά του, αλλά επειδή αυτά τα νέα τραγούδια έχουν την αξεπέραστη κλάση του κυρίου Ντίλαν. Κάτι που θα τον κάνει να σαρώσει τα βραβεία Grammy, ανοίγοντας έτσι μια νέα περίοδο απόδοσης τιμών. Τα επόμενα χρόνια θα προταθεί για Νόμπελ Λογοτεχνίας και θα παραλάβει ένα Όσκαρ για το τραγούδι "Things Have Changed" από την ταινία Wonder Boys του 2000. Ο Ντίλαν, ένας σημαντικός μοσυικός και ένας ακόμα πιο σημαντικός στιχοπλόκος , επιβεβαιώνει ότι διανύει μια ακόμα εφηβεία συμμετέχοντας σε ταινίες και διαφημιστικά και περιοδεύοντας ανά τον κόσμο σε μια Never Ending Tour, ενώ το τελευταίο του δημιούργημα, ο πρώτος τόμος της αυτοβιογραφίας του με τίτλο Chronicles, ήδη καμαρώνει στα ράφια των δισκοπωλείων . Για τον καθένα μας παραμένει μια ιδιαίτερη και πολύ προσωπική στιγμή. Σαν μια αξέχαστη βόλτα που ξεκίνησε από εκείνο το φανταστικό εξώφυλλο του The Freewheelin' Bob Dylan, μια βόλτα που όλοι θέλουν να κάνουν έτσι, για όλο το υπόλοιπο της ζωής τους.

                                                          BOB DYLAN: THE VOICE OF PROTEST


Bob Dylan was a folk poet and great musician who influenced as anyone both the modern music and the thoughts of all those who grew up with his songs or those who made second thoughts listening to his songs. He keeps alive his legend till today and he will be keeping it alive till the end. Forever young. So many things have been written about Dylan and even more about his songs, their content, their lyrics and all these texts, trying to explain the poetry of a person who remains an active protagonist of an incredible story for many decades now. He has given a simple interpretation of his songs many times: he doesn’t even know the meaning of them. For example, in the past, rumors said that “Mr. Tambourine Man” was a song about drugs but this is something that Dylan denied. Also, he has strongly denied that the “Rainy Day Woman 12 & 35” with the chorus lines “everybody must get stoned” is an anthem song about drugs. Other rumors say that he was the one who gave the first joint to John Lennon during the first tour of Beatles in America.
The truth is that he never denied that, moreover the snapshot was recorded by an amateurish camera. What matters is that, from the moment that this special person started writing lyrics and songs, both his fans and the critics always ask the same thing: what are Dylan’s lyrics about? Each one has his own point of view and this is the magic of his poetry. Because when Dylan writes a song, he doesn’t only think of one person. He thinks about everyone. Of course, he just has one thing in his head but this can be interpreted differently by each listener and eventually the song has a different meaning for every person. If somebody listens to the “Man of Peace” can think that the singer talks about Satan’s coming; others may think that it’s the story of a man in love who talks for golden promises and rings with a woman on the bed. Of course, the author’s intentions aren’t always clear and definitely not the most pleasant. Dylan knows above all that art can be interpreted in different ways by each person and no matter if his undefined lyrics seem fuzzy or blurred, they all have a proper sequence.


Robert Allen Zimmerman was born on the 24th of May 1941 in Duluth of Minnesota.
He started playing the harmonica, piano and guitar at high school and his first band was the Golden Chords. Golden Chords sang songs of Chuck Berry and Little Richard, emphasizing on rock ‘n’ roll, country, folk and blues. In 1959 he studied at Minneapolis University. There, it was the first time that he listened to the music of the legend of folk, Woody Guthrie. Zimmerman became Guthrie’s huge fan and decided to meet him. Because of this, he gave up on his studies and went to the metropolis of music, the place where he could meet his idol, New York.
Guthrie, who was hospitalized, dubbed his young fan from Minnesota his “successor”. Meanwhile, Robert Zimmerman changed his name to “Bob Dylan”. Rumours say that he chose this name in honour of the Welsh poet Dylan Tomas who died from alcoholism in 1953, at his 39 years, in New York With this name he became not only a musician but also a poet – librettist. In 1960, he started playing in various music stages with his new name and always having Guthrie as his idol. He sang in squares and small folk bars around the area of Greenwich Village.
Robert Shelton, a famous musician and journalist, firstly wrote about him: “This boy, this unique cross between a beatnik and a choir boy, has a great talent”. Of course Shelton was absolutely right as Dylan soon gained a contract with Columbia, a multinational company that records albums till today.


The poet of protest. His first album was released around the beginning of 1962 with two songs written by him (“Song for Woody” and “Talking New York”) while all the other songs were covers, including “The House of the Rising Sun”. In 1963, the album “The Freewheelin’ Bob Dylan” was released including the famous “Blowinin’ the wind”, with which he went beyond the confines of the folk community of New York and became more widely known. His physiognomy, the way he sang, his lyrics, his music but above all his radical ideas, would turn the spotlight on him. He had a fervent audience, he played in countless concerts and youths had his poetry as a slogan. It didn’t take to long for Dylan becoming the new voice of America. He was the only personification of the protest, the denial, the doubt, the new revolution. He denied many times the role of being the voice of the movement. He gave up on the songs of protest and influenced as he was by the great, symbolist poets he admired (Baudelaire, Rimbaud and especially T. S. Elliott) he created not only complex rock poems but also three great albums that changed radically the history of rock.
“High 61 Revisited”: the album which marked his return to electrical blues. “Like a Rolling Stone”, “Desolation Row” and “Ballad of A thin Man” are considered the best songs of the album. Then, we have the album “Bringing it all back home” with the unique, amazing songs “Subterranean Homesick Blues”, “Maggie’s Farm” and “Mr. Tambourine Man”. Later, he wrote “Blonde on Blonde”, “Rainy Day Women”, “I want you” and “Obviously 5 listeners”.
His loyal folk fans disapproved him and his music at the Newport Festival ’65 when he appeared on the stage with a leather jacket, high-heeled boots and even worse, an electric guitar on his hands. Of course, these boos gave way to thousand new fans of his poetry and music. The 25-year old musician’s albums had more than 10 million sales and he became the flag of the revolution, the first rock pennon in history.
1965 was an emblematic year, not only for Dylan but for the entire history of rock music, which strengthened its power and doubted continuously and by all means the status quo, either social or political. It was the music of the constant doubt. That summer, Byrds, covered “Mr. Tambourine Man” and made it the number one song. Later in the autumn, Dylan and Sarah Lowndes – famous for the song that Dylan wrote for her after their breakup- got married in Spain and had two kids. He started his first world tour in 1966 with his band, Hawks, which became famous as “The Band”. In May of the same year, he gave a historical concert in London that was recorded and released 22 years later, in 1998. After his tour, he isolated himself in a house that he bought near Woodstock, where he didn’t accept to see anybody but Allen Greensburg and his band’s members. On the morning of the 29th of July, he had a serious accident with his motorcycle, a black Triumph; he broke his neck, bones and traumatized his face. Many said it was a murderous attempt of the CIA. All those who were closer to Dylan realized that after this accident he wasn’t the same person anymore.
The end of the decade seemed like a dangerous and wild season, a time that the generation of the flowers suffered bodily and cerebrally from the excessive doses of psychedelic drugs, which were replaced by heroin a few years later. Rock music had the same psychedelic characteristics, only that Mr. Dylan decided to bow out and go back to his rural roots. He abstained from concerts and released albums with covers of his own songs. The one and only intense moment of these years was his participation to the festival which was organized by George Harrison and the unforgettable “Knock knock knocking on Heaven’s door” song that he wrote as a soundtrack for the western movie “Pat Garret and Billy the Kid” of Sam Peckinpah.


From the ‘70s to today.
In the decade of ’70, his performances were big events. He released the masterpiece “Blood on the tracks” (which included “Sara”) but around the end of the decade he turned into a born-again Christian, at the time when everybody was in shock because of the punk revolution. He let down many people after being absorbed by the black hole of multi-religious and political pursuits. The flag faded and Dylan isolated himself by his thousands of friends.
In 1992, he celebrated his 30 years on stage and guests were all his old friends. He even came in Greece, in June of 1993. In 1997, the almost 60-year old Dylan released a new album with the title “Time out of mind” that put him in everybody’s heart again. Not because it is based on the health problems that he faced with his heart but because these songs had the unsurpassed class of Mr. Dylan. It was an album that made him sweep the Grammy Awards, thus opening an “honor giving” period.
During the next years, he was nominated for the Nobel Prize in Literature and won an Oscar award for the song “Things have changed” from the movie Wonder boys, in 2000. Dylan, a really important music and an even more important librettist, goes through a second puberty, participates in films and commercials touring around the world with the “Never Ending Tour”, while his last creation, the first volume of his autobiography titled “Chronicles”, is already on the shelves of several music stores. For each one of us, it’s a really special and personal moment; like an unforgettable walk that started from that fantastic cover of “The Freewheelin’ Bob Dylan”, a walk that everybody wants to do in this way, for the rest of their lives.