CLAPS.gr

Get reAdy.

Movies of all categories that they are “must”

– each one for its own distinctive reason.

Η ΛΑΜΨΗ (THE SHINING/1980) του Στάνλευ Κιούμπρικ


Δύο τέρατα του σύγχρονου κινηματογράφου ένωσαν τις δυνάμεις τους για να έχουμε την δυνατότητα να θαυμάζουμε αυτό το κινηματογραφικό αριστούργημα. Ο Stephen King, πάνω στην νουβέλα του οποίου και βασίστηκε η ταινία και ο Stanley Kubrick ως σκηνοθέτης και σεναριογράφος. Ωστόσο, η συνεργασία αυτή δεν ήταν τόσο ομαλή καθώς, πολλές οι διαφωνίες ανάμεσα στους δυο τους. Το αποτέλεσμα παρ`όλα ταύτα, δικαίωσε και τους δύο.
Ο King οραματιζόταν την αυτούσια μεταφορά του μυθιστορήματός του στην μεγάλη οθόνη. Ο Kubrick από την άλλη, ως ελεύθερο πνεύμα, επιθυμούσε να βασιστεί πάνω στην κεντρική ιδέα αλλά κατά τ` άλλα, να προβεί σε δραματικές αλλαγές. Η λύση βρέθηκε κάπου στην μέση αφού, ναι μεν ο King επέτρεψε αρκετές αλλαγές στην ιστορία του όμως, μέχρι ενός σημείου ενώ ο Kubrick απ` την άλλη, εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο το πεδίο δράσης που του δόθηκε, εισάγοντας τα δικά του γνώριμα χαρακτηριστικά και μάλιστα, στην συγκεκριμένη ταινία, χρησιμοποίησε για πρώτη φορά την Steadicam. Ως δημιουργός δεν παρέδιδε ποτέ εύκολα τα όπλα όπως επίσης, δεν έδινε στους θεατές εύκολα κι αβίαστα τις λύσεις που κρύβονταν στις ταινίες του.
Ο κεντρικός άξονας της ταινίας φαντάζει πως είναι η απομόνωση και πως μέσω αυτής μπορεί ένα κοινωνικό ον όπως ο άνθρωπος να οδηγηθεί σταδιακά στην παράνοια. Στην πραγματικότητα όμως, δεν είναι αυτός ο κεντρικός άξονας αλλά, ένα μόνο τμήμα του που ωστόσο, μαεστρικά αναπτύσσει ο Kubrick. Σταδιακά μας αφήνει να περάσουμε κι εμείς μαζί με τον Jack σε αυτόν τον νευρωτικά μοναχικό κόσμο αλλά και στον διαταραγμένο ψυχισμό του που δεν επηρεάζει μόνο τον ίδιο αλλά και την οικογένειά του. Και μπορεί ο γιος του Jack, Danny, να είναι χαρισματικός όμως, δεν αφήνει την μοναδική αυτή ιδιότητά του να μας στοιχειώσει μεταφέροντάς μας δε ένα καθαρά μεταφυσικό σύμπαν. Όμως και ο Jack, μπορεί να μετατρέπεται σε δολοφονική μηχανή αλλά, επιλέγει να μην τον αφήσει να αιματοκυλιστεί. Δεν είναι αναγκαίο άλλωστε αφού, τα πορτρέτα των προσώπων της οικογένειας είναι αρκετά για να σε κάνουν να ανατριχιάσεις.

Μία από τις κορυφαίες ταινίες όλων των εποχών και ταινία σταθμός στο είδος της.
Ο Jack Nicholson βρίσκεται χωρίς αμφιβολία σε μια από τις κορυφαίες στιγμές της καριέρας του, σε έναν ρόλο σταθμό που τον σημάδεψε και τον χαρακτήρισε ως έναν από τους καλύτερους ηθοποιούς που έβγαλε ποτέ ο πλανήτης. Και σίγουρα όχι άδικα αφού, φέρνοντας απλά και μόνο το πρόσωπο του αρρωστημένου Jack στο μυαλό σου, μπορείς να τρομοκρατηθείς. Η τρέλα δεν είναι εύκολο πράγμα να διαχειριστεί αφού, μπορεί εύκολα από τρομακτική, να μετατραπεί σε γελοία καρικατούρα κάποιου που θα ήθελε να μας δημιουργήσει αυτό το αίσθημα αλλά δεν μπορεί. Ο Jack όμως μπορεί, το κάνει και μας στοιχειώνει με την ερμηνεία του. Αν ο Τζακ Νικολσον δεν είχε "κόψει τον κάβο" του μυαλού του σε αυτό το υποδειγματικό φλερτ με τον εσωτερικό μας τρόμο, δε θα είχαμε φανταστεί ποτέ ότι η δύναμη του κακού δεν είναι κάτι που έρχεται από μακριά, αλλά αντίθετα βρίσκεται σε μικρότερη απόσταση από εκείνη της αναπνοής μας. Μέσα μας.

Το ίδιο συμβαίνει ωστόσο και με την υποταγμένη μητέρα της οικογένειας, Shelley Duvall που, που αφενός στο κομμάτι της ιστορίας όπου ζει τρομοκρατημένη υπό τον φόβο για την ζωή την δικιά της αλλά και του γιου της είναι πειστικότατη αλλά, αφετέρου στο υπόλοιπο της ταινίας περιφέρεται με ένα αρκετά υποτονικό ύφος πράγμα που προφανώς ζήτησε ο σκηνοθέτης για τον ρόλο της. Εξαιρετικός όμως είναι ο μικρός Danny Lloyd του οποίου το γεμάτο ένταση και αγωνία βλέμμα με στοιχειώνει μέχρι και σήμερα.
Κάποιοι έχουν αναφερθεί και σε ρατσιστικά μηνύματα της ταινίας. Ως απόδειξη, παρουσιάζουν το γεγονός ότι ο μοναδικός νεκρός της ταινίας δεν είναι παρά ο νέγρος χαρισματικός υπάλληλος, ένα αιματοβαμμένο πτώμα πάνω σε ένα ινδιάνικο χαλί. Όμως, είτε έτσι είτε αλλιώς, τι άλλο να πει κανείς για ένα αριστούργημα που όσες φορές και να το δεις, απλά σε κάνει να ανατριχιάζεις... Τίποτα!


THE SHINING (1980), by Stanley Kubrick


Two monsters of modern motion pictures joined their strength so we can have the opportunity to marvel at this masterpiece of cinematography. Stephen King, on whose novel the movie was based, and Stanley Kubrick as director and scriptwriter. Nevertheless this co-operation was not so smooth because there were many disagreements between them two. In spite of all these, the result justified both of them.
King was dreaming of the intact transfer of his novel to the big screen. Kubrick, on one hand, as a free spirit that he was, he desired to be based on the central idea, but, after all, to proceed in drastic changes. The solution was found somewhere in the middle, although King permitted several changes in his story, but up to a certain point, but on the other hand, Kubrick took a great advantage of the field range that was given to him, putting in his own familiar characteristics, and actually, in this particular movie, he used the Steadcam for the first rime. As a creator he was not giving up easily, just as he was not giving easily and effortlessly the solutions that were hidden in his movies to the viewers.
The central axis of the movie seems to be isolation and how can a social being like man be gradually led to paranoia through this. But in reality, this is not the central axis, but only a part of it, which, however, Kubrick skillfully develops. Gradually he lets us also pass, along with Jack, into this neurotic solitary world, and also into his disturbed psyche that it does not affect only him but also his family. And maybe Danny, Jack’s son, is a charismatic person; nevertheless he does not permit this unique quality of his to haunt us bringing us into a purely metaphysical universe. But even Jack, he he might turns into a murderous machine, but he chooses not to cause bloodshed. Besides, it is not necessary since the portraits of the persons in the family are enough to make you shiver.


One of the most outstanding movies of all times; a movie milestone of its kind. Undoubtedly Jack Nicholson is in one of the supreme moments of his career, in a landmark role which marked him and characterized him as one of the greater movie actors that this planet ever had. And it’s fair for sure since, bringing simply only the face of the sick Jack in your mind, you can get terrified. Madness is not an easy thing to handle since from it can easily change from frightening to a ridiculous caricature who would like to create in us this feeling but it can’t. But Jack can; he does it and he haunts us with his performance. If Jack Nicholson had not “cut the cord” of his mind in this exemplary flirting with our inward terror, we would never have had imagined that the power of evil is not something that comes from far ahead, but on the contrary it exists in a distance shorter than that of our breath – Inside us. The same happens however also with the subjugated mother of the family, Shelley Duval who, on one hand in the point of the history where she lives terrified under the fear of her own life, and also of her son’s, she is very persuasive, but on the other hand for the rest of the movie she just roams around with a very passionless expression, something that probably the director asked for her role. Young Danny Lloyd is also excellent , whose full of tension and agony look haunts me to this very day. Some have spoken of the racist messages of the movie. As a proof, they present the fact that the only dead in the movie is none other but the Negro charismatic clerk, a blood-stained body on an Indian carpet. But, one way or another, what else can someone say about a masterpiece which no matter how many times you see it, it simply makes you shiver… Nothing!

DEAD MAN. Το απόγειο της σκηνοθετικής δουλειάς του Jim Jarmusch.
Είναι ένα ξεχωριστό σε σκηνοθετική σύλληψη και άκρως μυσταγωγικό γουέστερν, που βλέπει την Άγρια Δύση με γενναίο και παρωδιακό βλέμμα. Με μανία στη λεπτομέρεια του χώρου και ατάκες λίγες αλλά μετρημένες, ο Jarmusch βρίσκει την τόλμη να αποστραφεί από τις ρίζες του αμερικανικού έθνους και να απαγγείλει ποίηση μέσα στο σκούρο τοπίο. Όλα αυτά, με την επιβλητική ασπρόμαυρη φωτογραφία του Robby Mueller και υπό τις ταιριαστές μπλουζ νότες του Neil Young, που φαίνεται περισσότερο να αυτοσχεδιάζει.
Δεν χρειάζονται πολλά περισσότερα λόγια για μια από τις σημαντικότερες ταινίες της δεκαετίας του 90. Αν δε το έχετε δει, τρέξτε, και αν το έχετε ήδη δει, ξαναδείτε το. Ο Jarmusch καθηλώνει με τις εικόνες από το πρώτο κιόλας πλάνο και σε κατακτάει με το αμοραλιστικό του χιούμορ και τους παρακμιακούς του χαρακτήρες. Μια εικόνα της Άγριας Δύσης που δεν παραπέμπει σε καμία παλαιότερη, δημιουργώντας νέους κανόνες στο είδος. Μία από τις καλύτερες εμφανίσεις του Johnny Depp, που από το πρώτο πλάνο σε κάνει να παραδεχτείς ότι είναι πολύ λίγοι οι ηθοποιοί με τόση απόλυτη φυσικότητα στο παίξιμο τους.

DEAD MAN – the apex of the direction work of Jim Jarmusch
It is a distinctive, in the conception of its direction, and a highly mystagorical western, which sees the Wild West with a brave and mockery glance. With frenzy in its details of the location and with few but moderated remarks, Jarmusch finds the boldness to abhor from the roots of the American nation and to recite poetry within the dark landscape. All that, with the impressive black and white photography of Robby Mueller and by the matching blues notes of Neil Young, who seems more to improvise. No more words are needed for one of the most significant movies of the ’90s. If you haven’t seen it, run, and if you already have seen it, see it again. Jarmusch pins you down with the pictures even from the first scene and he captivates you with his amoralistic humor and with his decadent characters. An image of the Wild West that is not referring to some former ones, but it creates new rules for its kind. One of the best appearance of Johnny Depp, who from the first scene makes you admit that the actors with such an absolute naturalness in their acting are very few.

AMERICAN BEAUTY. 5 βραβεία Oscar 2000: Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας, Α' Ανδρικού Ρόλου (Kevin Spacey), Φωτογραφίας και πρωτότυπου σεναρίου.
Ένα πλούσιο σπίτι στα προάστια, μια οικογένεια, μια πετυχημένη καριέρα και η ψευδαίσθηση του Αμερικανικού Ονείρου λάμπει στο ολόχρυσο, φανταχτερό του περιτύλιγμα. Λανθάνουσα ευτυχία που αποκαλύπτει το σάπιο της περιεχόμενο που αναδίδει τη δυσοσμία του ανεκπλήρωτου και του ανολοκλήρωτου, της δυστυχίας και της μοναξιάς. Η "σκλαβωμένη" φωνή του Lester Burnham μας ξεναγεί από το υπερπέραν στους τελευταίους μήνες της ζωής του και τα πρώτα του λόγια είναι η εισαγωγή σε μια σχεδόν σαπουνοπερική, μάλλον ειρωνική, αλλά σίγουρα τραγική ιστορία: «Κοιτάξτε με, αυνανίζομαι στο μπάνιο… Αυτό είναι το αποκορύφωμα της μέρας, από δω και πέρα όλα θα είναι ένας κατήφορος». Δε θα μπορούσε να υπάρξει για την ταινία πιο εύστοχο tag line: "Η ομορφιά πολλές φορές θαμπώνει… κοιτάξτε καλύτερα."

AMERICAN BEAUTY. Five Oscar Awards in 2000: Best Movie, Director, 1st Male Actor (Kevin Spacey), Photography and Original Script.
A rich house in the suburbs, a family, a successful career and the illusion of the American Dream shines in its pure gold, flashy wrapping. A wrong feeling of happiness that reveals its rotten content which emits the unpleasant smell of the unfulfilled and the unfinished, of misery and of loneliness. The “enslaved” voice of Lester Burnham guides us from beyond in the last months of his life and his first words are the introduction to an almost soap-opera type, most likely ironic, but surely a tragic story: “Look at me, jerking off in the shower… This will be the highpoint of my day; it’s all downhill from here”. It couldn’t exist for the movie a more acute tag line than this: The beauty often dazzles… look closer”.

REQUIEM FOR A DREAM. Κινηματογραφικό κομψοτέχνημα του Darren Aronofsky.
Μια από τις λίγες ταινίες που κρύβουν τόση δύναμη και σκληρότητα στον τρόπο αντιμετώπισης του θέματος τους. Ο Darren Aronofsky αποτελεί σύγχρονη σκηνοθετική ιδιοφυΐα, κάτι που εκφράζεται μεταξύ των άλλων στις πρωτότυπες γωνίες της κάμερας, το μοντάζ καθώς και στην απόλυτη σχέση της μουσικής με το σύνολο.
Οι ήρωες της τανίας του είναι ασήμαντα άτομα μέσα στη σύγχρονη κοινωνία. Τους συνδέει το καταφύγιο που βρίσκουν στην πολυτέλεια του εθισμού (χάπια, πρέζα και σεξ) καθώς και οι λόγοι που τους οδηγούν σε αυτό (μοναξιά, εγκατάλειψη, φθορά και πόνος). Μια ταινία-παραλήρημα, και μία από τις πιο αξιόλογες ταινίες που ασχολούνται με ναρκωτικά...
Σκηνοθετικά ο Darren Aronofsky δίνει ρεσιτάλ και σε παρασύρει στο ρυθμό της ταινίας...Σπουδαίες ερμηνείες από τις γυναίκες του cast (Ellen Burstyn και Jennifer Connelly) και μία μουσική που όχι απλώς σε καθηλώνει, αλλά σου μένει χαραγμένη στη μνήμη....
H τελευταία σκηνή είναι συγλονιστική και εντελώς ρεαλιστική...

REQUIEM FOR A DREAM. A cinematographic work of art by Darren Aronofsky.
One of the few movies that hides so much power and cruelty in the way of dealing with its theme. Darren Aronofsky constitutes the contemporary directing genius, something that is expressed amongst others in the unconventional angles of the camera, the editing and also the absolute relation of music as a whole.
The heroes of his movie are insignificant people in the modern society. They are connected by the shelter where they find the luxury of addiction pills, drugs and sex as well as the reasons that lead them to that loneliness, rejection, corruption and pain. A movie-delirium and one of the most considerable movies that are dealing with drugs…
The direction of Darren Aronofsky gives a recital and carries you away into the rhythm of the movie… Significant performances by the women of the cast (Ellen Burstyn and Jennifer Connelly) and music than doesn’t simply pin you down, but it remains carved in your memory…
The last scene is shocking and entirely realistic…

ΟΡΓΙΣΜΕΝΟ ΕΙΔΩΛΟ. Martin Scorsese.
Η κορυφαία στιγμή της συνεργασίας του Μάρτιν Σκορσέζε με τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο αποτελεί παράλληλα και την σπουδαιότερη ταινία της δεκαετίας του '80. Ένα ασπρόμαυρο αριστούργημα που συναρπάζει τον θεατή τόσο με την διεισδυτική ματιά του σκηνοθέτη όσο και με την αξεπέραστη ερμηνεία του Ντε Νίρο. Ο σπουδαίος ηθοποιός καταφέρνει να μπει ολοκληρωτικά στο πετσί του ρόλου του, μας πείθει από το πρώτο μέχρι το σπαρακτικό τελευταίο μονόλογο και κερδίζει το 1981 το Όσκαρ Α'Ανδρικού ρόλου για την ερμηνεία του. Η ταινία, την ίδια χρονιά, απέσπασε και ένα δεύτερο Όσκαρ για το μοντάζ της Θέλμα Σουνμέικερ. Είναι περίεργο γιατί δεν έχω λόγια για να περιγράψω τα συναισθήματα που γεννά αυτή η ταινία. Το θέμα της είναι άκρως τραγικό, θα έλεγα. Η ιστορία του παγκοσμίου φήμης πυγμάχου Τζέικ Λα Μότα ο οποίος με την αλαζονεία του και τον κακό του χαρακτήρα απομάκρυνε από κοντά του όλα τα συγγενικά του πρόσωπα. Από τον αδελφό του, που τους συνέδεε ένας δεσμός εμπιστοσύνης για χρόνια μέχρι την γυναίκα του την οποία ξυλοκοπούσε και ζήλευε παθολογικά. Μια ιδιόρρυθμη προσωπικότητα, ένας άνθρωπος που αφοσιώθηκε τόσο πολύ στους αγώνες της πυγμαχίας που τελικά έχασε τον εαυτό του και ξέφυγε από τα όριά του. Βέβαια, δεν θα αργήσει η ώρα όπου θα πληρώσει το τίμημα για τις συμπεριφορές του και τότε μόνο θα καταλάβει το πόσο αισχρά αντιμετώπιζε τον κόσμο μέχρι τότε. Θα κλάψει, θα παρακαλέσει τον Θεό σαν να ήταν μικρό παιδάκι αλλά θα κατανοήσει εκείνο που χαρακτηριστικά αναφέρεται στο ''Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο'' της Καινής Διαθήκης, ότι ''ήταν φτωχός'' και μετά από όλη αυτή την μαρτυρική διαδικασία ''βλέπει το φως το αληθινό'' ξανά. Τονίζοντας στο τελευταίο ημίωρο της ταινίας αυτήν ακριβώς την μεταστροφή του 90άχρονου σήμερα πυγμάχου, ο σκηνοθέτης προσπαθεί να προσδώσει καθολικότητα σε όλη αυτή την εσωτερική διαδικασία που εκατομμύρια άνθρωποι πραγματοποιούν καθημερινά. Γιατί ποιος ο μεγαλύτερος αντίπαλος από τον εαυτό μας; Τους ''Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας'' μόνοι μας τους στήνουμε μπροστά μας. Φανταστείτε πόσο πιο ψηλά θα μπορούσε να είχε φτάσει ο Λα Μότα εάν δεν τον υπερνικούσε ο ναρκισσισμός και η αλαζονεία του! Το εξαιρετικό αυτό φιλμ βασίζεται σε αυτοβιογραφικό βιβλίο που έγραψε ο πυγμάχος δίνοντας την ευκαιρία στον Σκορσέζε να φιλμάρει το Μπρονξ της δεκαετίας του '40 αλλά και μερικούς εντυπωσιακούς αγώνες πυγμαχίας. Ξεχωριστή αναφορά επιβάλλεται να γίνει στην διεύθυνση φωτογραφίας του Μάικλ Τσάπμαν που είχε συνεργαστεί ξανά με τον σκηνοθέτη στον επίσης αριστουργηματικό ''Ταξιτζή''. Πέρα από την αξεπέραστη ερμηνεία του Ντε Νίρο, θα μπορούσαμε να πούμε ότι μια εξίσου δυνατή ερμηνεία μας παραδίδει και ο Τζο Πέσι. Ένας ηθοποιός που κατά την περίοδο 1980-1990 διακρίθηκε σε β'ρόλους σε ταινίες που περιέγραφαν εκείνη την ταραγμένη για την Αμερική περίοδο, της δεκαετίας του '40. Τότε όπου κυριαρχόυσε η παρανομία, η διαφθορά και η σήψη που είχε επιφέρει η τεράστια οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας. Το ''Οργισμένο είδωλο'' εκτός από τα δύο Όσκαρ που κέρδισε ήταν επίσης υποψήφιο και για ακόμα 6 (καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας για τον Σκορσέζε, Β'Ανδρικού ρόλου για τον Πέσι, Β'γυναικείου ρόλου για την Μοριάρτι, διεύθυνσης φωτογραφίας και ήχου). Αδικία να μην κερδίσει το βραβείο ο Τζο Πέσι με τον τόσο καλά δουλεμένο χαρακτήρα που πλάθει. Από την άλλη, κάπως υπερβολική η υποψηφιότητα για την Μοριάρτι η οποία μπορεί να είναι οπτικά εντυπωσιακή αλλά σε κάποιες σκηνές μοιάζει αμήχανη. Στο σύνολό της μια άρτια ταινία με απίστευτες ερμηνείες και άριστη χρήση των τεχνικών μέσων όπου έχοντας ως κεντρικό της θέμα την ταραχώδη ιστορία του Τζέικ Λα Μότα πραγματεύεται το ζήτημα της εσωτερικής πάλης με τον εαυτό μας όταν όλα μας δείχνουν ότι σφάλαμε και η προσπάθεια να σηκωθούμε όταν έχουμε πέσει αιμόφυρτοι πάνω στα σκοινιά του ρινγκ. Και για αυτό μια τόσο ανθρωποκεντρική, τραγική, νατουραλιστική ταινία που επιβάλλεται να δει ο καθένας.

RAGING BULL. Martin Scorsese.
The supreme moment of the co-operation of Martin Scorsese with Robert De Niro constitutes at the same time also the most significant movie of the ’80s. A black and white masterpiece that fascinates the viewer a lot with the penetrating look of the director and also the sublime performance of De Niro. The excellent actor manages to enter completely under the skin of his role; he persuades us from the first to the heartbreaking last monologue and wins the 1981 Oscar of 1st Male role for his performance. In the same year, the movie won a second Oscar for the Editing of Thelma Schoonmaker. It is strange, because I am short of words to describe the feelings that this move creates. Its theme is extremely tragic, I would say. The story of the world famous Jake La Motta, whose arrogance and his bad character pushed away all his relatives. From his brother, that they were joined together for years with a bond of trust, to his wife, whom he was beating severely and he was jealous of her compulsively. An eccentric personality, a man who was dedicated so much on the boxing contest that finally lost his self and got away from his limits. Of course, the time will not delay for him to pay the price of his behaviors and only then he will understand how disgracefully he was to the world till then. He will cry, he will beg God like he was a small child, but he will understand that which characteristically is said in John’s Gospel in the New Testament, that “he was poor” and after all this excruciating process “he sees the true light” again. Emphasizing, in during the last half hour of the movie, exactly on this diversion of the today 90 years old boxer, the director is trying to impact a universality of all this inward process that millions of people carry out daily. Because who is our greater opponent than our own self? The “Laistrigones and the Cyclops” we ourselves put them in front of us. Can you imagine how much higher La Motta could reach, if he was not overcome by his narcissism and his arrogance! This excellent film is based on an autobiography that the boxer wrote giving a chance to Scorsese to film Bronx of the decade of the ’40s and also some impressive boxing fights. A separated mention is imposed to be done for the photography direction of Michael Chapman, who had worked again with the director in the also masterly “The Taxi driver”. Besides the sublime performance of De Niro, we can say that an equally powerful performance is given and by Joe Pesci (too). An actor who in the period of 1980-1990 excelled in second roles, in movies that described that trouble period for America, the decade of the ’40s. Back then, when lawlessness, corruption and rottenness were ruling, which were caused by the economic crisis of the previous decade. The “Raging Bull” besides the two Oscars that won, it was also nominated for 6 more (Best Movie, 2nd Women Role for Moriarty, Photography and Sound). It was unfair that Joe Pesci didn’t win the Oscar, with the so well worked character that he created. On the other hand, the nomination for Moriarty was somehow too much, who looks impressive but in some scenes she seems awkward. As a whole, it is a complete movie with unbelievable performances and excellent use of the technical means, that having as its central theme the riotous story of Jake La Motta, it deals with the issue of inward fighting with ourselves when it looks like we were wrong and our effort to get up when we have fallen covered with blood on the ropes of the boxing ring. That’s why such an anthropocentric, tragic, naturalistic movie is necessary for everyone to watch.

RUN LOLA RUN.
Ταινία right to the point! Πραγματεύεται μια από τις μεγαλύτερες αλήθειες στη ζωή μας...Κάθε δευτερόλεπτο μετράει! Ακόμα και η πιο μικρή λεπτομέρεια μπορεί να αλλάξει ολόκληρη σχεδόν τη ζωή μας!
Τα πιο σπιντάτα 80 λεπτά φιλμικής διάρκειας που εκτροχιάστηκαν ποτέ πάνω στο πανί. Είναι που εξαιτίας αυτής της ταχύτητας της, η ταινία μοιάζει να είναι μικρότερης διάρκειας. Είναι αυτός επίσης ο λόγος που αμέσως μόλις την δεις θέλεις να την ξαναδείς γιατί απλά δεν χορταίνεις να βλέπεις την Φράνκα Ποτέντε να ξεποδαριάζεται στο τρέξιμο προκειμένου να βρει τα 100.000 μάρκα μέσα σε 20 μόνο λεπτά που θα σώσουν το τομάρι του φίλου της από τα χέρια του υπόκοσμου. Και όλα αυτά μέσα από μια σκηνοθεσία του Τομ Τίκβερ που εξαντλεί κάθε φαντασία φθάνοντας στα άκρα με σκηνές καρτούν, flash forward στις ζωές τυχαίων περαστικών, κάμερες χειρός, εναέρια πλάνα, ταχύτατα traveling στους δρόμους του Βερολίνου εναλλάσσοντας με δεξιοτεχνία υπό τους αγχωτικούς techno ήχους του soundtrack, ένα φιλμικό παιχνίδι που δεν γνωρίζει όρια.
Σημαντικό μερίδιο στην επιτυχία του έργου έχουν οι ερμηνείες. Η Franka Potente είναι θαυμάσια στο ρόλο της. Εκτός από το τρέξιμο, είναι ιδιαίτερα πειστική στις σκηνές όπου είναι αγχωμένη και εκνευρισμένη. Ο συμπρωταγωνιστής της Moritz Bleibtreu, τον οποίο έχουμε δει στο Das Experiment επίσης στον πρώτο ρόλο και επίσης στο Μόναχο του Spielberg ως τον Ανδρέα, είναι, επίσης, εξαιρετικός υποδυόμενος το Manni. Οι εκφράσεις του προσώπου του είναι χαρακτηριστικές. Πειστικοί είναι, ακόμη και οι δεύτεροι ρόλοι.
Πρόκειται για ένα σύντομο μεν, αλλά εξαιρετικά καλοδουλεμένο έργο που αξίζει να δείτε πολλές φορές. Κάθε φορά υπάρχει κάτι νέο να δώσει, κάποια μικρή λεπτομέρεια μπορεί να προσέξετε παραπάνω, γιατί είναι αυτές οι μικρές λεπτομέρειες που κάνουν το έργο αυτό αριστουργηματικό.

RUN LOLA RUN.
A movie right to the point! It deals with one of the greatest truths in life… Every moment counts! Even the smallest detail can change almost our whole life!
The most tensed up 80 minutes of film duration that ever derailed on the screen. And it is because of its speed, that the movie seems like of a shorter duration. This is also the reason that immediately when you see it you want to see it again, simply because you don’t get fed up by seeing Franca Potente walking off her feet and running in order to find 100,000 marks only within 20 minutes, which is going to save her friend from the hands of the underworld. And all that through a direction of Tom Tykwer that exhausts any imagination reaching to the end with scenes-cartoons, flash forward in the lives of random passers-by, hand cameras, aerial scenes, very fast traveling on the streets of Berlin alternating with craftsmanship under the stressful techno sounds of the soundtrack, a film game that doesn’t know any limits.
Important parts for the success of the movie are the performances. Franca Potente is marvelous in her role. Except for the running scenes, she is also particularly convincing in the scenes where she is tensed-up and annoyed. Her co-partner Moritz Bleibtreu, whom we have seen in “Das Experiment” also in the first role and also in “Munich” of Spielberg as “Andrea”, is also excellent playing the part of “Manni”. The expressions of his face are characteristic. Even the second roles are convincing. It is a fast but excellent and skillful piece of work that worth watching many times. Every time there is something new to give, some small detail that you can notice more, because it’s these small details that make this movie excellent.

AMERICAN HISTORY. (NOT ANOTHER NAZI MOVIE..)
"Derek, what are you trying to prove?"
Η νεοναζιστική διάθεση στη σύγχρονη Αμερική αποτυπωμένη στο πανί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Βία, πόνος και συγκίνηση που το ένα παίρνει τη θέση του άλλου, σε σωστές δόσεις, τόσο όσο χρειάζεται για να μας ταρακουνήσει ως θεατές και τόσο όσο χρειάζεται για να χτυπήσει το αμερικάνικο κατεστημένο εκεί που πονάει περισσότερο. Δημόσια διαπόμπευση μιας Αμερικής που ξέρει να κρύβεται καλά. Με μία μόνο λέξη θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε συγκλονιστική! Μια συγκλονιστική κινηματογραφική εμπειρία, με ουσία και δυνατές ερμηνείες που δεν πρέπει να χάσει κανένας.
Η ωμή, κάτι παραπάνω από ρεαλιστική απεικόνιση της βίας, η πιστότητα στα πραγματικά γεγονότα, η απουσία μελοδραματισμών, εύκολων λύσεων και κλισέ καθιέρωσαν το American History X ως την σπουδαιότερη σπουδή στον σύγχρονο αμερικανικό κινηματογράφο όσον αφορά τον ρατσισμό και τον νεοναζισμό. Ο Edward Norton σε μια ερμηνεία που τον καθιέρωσε υποδύεται τον συνειδητοποιημένο μεγαλύτερο αδερφό του Danny, στον ρόλο του οποίου βρίσκουμε τον ανέλπιστα καλό Edward Furlong, τον οποίο προσπαθεί να γλιτώσει από τους κόλπους του νεοναζιστικού μπλοκ στην Αμερική γνωρίζοντας εκ των έσω τα αποτελέσματα του καταστροφικού φανατισμού. Μετά το Primal Fear - Φοβος εναντιον Ενστικτου, στο οποίο ο Norton έδωσε το πρώτο μεγάλο του ρεσιτάλ ερμηνείας επιστρέφει να πλημμυρίσει την ταινία με το υποκριτικό του ταλέντο, χάριν στο οποίο κέρδισε την πρώτη του υποψηφιότητα για Oscar. Ο σκηνοθέτης, Tony Kaye, δεν είχε δημιουργήσει καμία ταινία πριν το American History X και είναι ως εκ τούτου άξιος συγχαρητηρίων για την τόλμη του και το οξυδερκές μάτι του και την νευρωτική αλλά σφιχτή σκηνοθεσία του ως πρωτάρης.

AMERICAN HISTORY. (NOT ANOTHER NAZI MOVIE..)
“Derek, what are you trying to prove?”
The neo-Nazi mood in modern America captured on the screen in the best possible way. Violence, pain and emotion where one takes the place of the other, in right doses, just as it is needed to shake us up as viewers and just as it is needed to strike the American establishment where it hurts most. A public ridicule of an America that knows how to hide itself well. We could characterize it only with one word – “shocking!” A shocking movie experience with substantial and powerful performances that no one can miss. The crude, with something more than realistic representation of violence, the faithfulness to the actual events, the absence of melodramatics, easy solutions and cliché, established “American History X” as the most significant lesson of modern American cinematography regarding racism and neo-Nazis. Edward Norton, in a performance that established him as an actor, plays the conscious older brother of Danny, in the role of whom we find the unexpectedly good Edward Furlong, who he tries to save from the bosom of the neo-Nazi block in America, knowing from within the results of their catastrophic fanaticism. After the “Primal Fear – Fear against Instinct”, in which Norton gave his first great recital of performance, he returns to flood the movie with his hypocritical talent, for the sake of which he won his first nomination for an Oscar. The director, Tony Kaye, hadn’t created a movie before American History X, and and that’s why he worth being congratulated for his boldness and his discernment eye and also for the neurotic but tight directing as a novice.

Η ΟΜΙΧΛΗ (THE FOG 1979) - του Τζον Καρπεντερ
Παρότι γυρίστηκε με μικρό μπάτζετ, μόλις με ένα εκατομμύριο δολάρια (αλλά αποτελώντας πρωτοφανή εμπορική επιτυχία), ο Κάρπεντερ έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να μην αφήσει να φανεί ότι η ταινία του είναι μια από τις πολλές ταινίες τρόμου β' κατηγορίας που γυρίζονταν σωρηδόν εκείνη τη δεκαετία. Και τα καταφέρνει εκπληκτικά καθότι βασίζεται πάνω στη λογική χτισίματος σασπένς του Άλφρεντ Χίτσκοκ και καθηλώνει το θεατή από τα πρώτα κιόλας λεπτά της ταινίας.
Η ιστορία αρχίζει με την υπνωτική φωνή ενός γέρου ναυτικού να διηγείται σε μια παρέα παιδιών στην παραλία που κάθονται γύρω από τη φωτιά, το ναυάγιο που συνέβη πριν από 100 χρόνια στα ανοιχτά της παραθαλάσσιας κωμόπολης. Το ρόλοι στο μεταξύ σημαίνει μεσάνυχτα. Μια εκατονταετία συμπληρώνεται από το μοιραίο βράδυ του ναυαγίου και μια παράξενη ομίχλη αρχίζει να πλησιάζει τη στεριά από τα σκοτάδια του πελάγους.
Η ταινία αποτελεί μέχρι και σήμερα ένα μάθημα ατμόσφαιρας και μαζικής υποβολής που συνεπαίρνει κάθε θεατή όσες φορές κι αν της παραδοθεί. Μην τη δεις κοντά σε παραθαλάσσιο μέρος γιατί πάντα θα αναρωτιέσαι: "Μήπως θα είμαι εγώ το επόμενο θύμα;"

  THE FOG (1979), John Carpenter
Although it was filmed with a small budget, just with one million dollars but became an astonishing commercial success, Carpenter did all that he could to not let the movie be seen as one of the many terror movies of 2nd category that were filmed in the heaps in that decade. And he amazingly accomplishes it because it is based on Alfred Hitchcock’s logical building of suspense and pins down the viewer already from the first minutes of the movie.
The story begins with the hypnotic voice of an old sailor narrating to a group of children that were sitting on the beach around the fire, the shipwreck that happened 100 years ago in the open sea of a coastal small country town. The clock, in the meanwhile, strikes midnight. A century is completed since that fatal night of the shipwreck and a strange fog starts approaching the land from the darkness of the sea.
To this day, the movie constitutes a lesson of atmosphere and mass submission that enraptures every viewer as many times as he surrenders himself to it. Do not watch it at a place nearby the sea because you will always wonder: “Could it be that I am the next victim?”

Σε μένα μιλάς;


Ακόμα και για τα μέτρα μιας ταινίας του Μάρτιν Σκορσέζε της δεκαετίας του ΄70 -προτού με άλλα λόγια, ο σκηνοθέτης εισέλθει στην ελίτ του Χόλιγουντ και μετριάσει ελαφρώς την προκλητικότητα του- ο "Ταξιτζής" θεωρείται εξαιρετικά... "αιματηρός". Τόσο αιματηρός ώστε ο δημιουργός του αναγκάστηκε να αλλάξει την παλέτα των χρωμάτων στις τελευταίες σκηνές, μειώνοντας την ένταση του κόκκινου, προκειμένου να μη χαρακτηριστεί το φιλμ "ακατάλληλο". Η περιπλάνηση ενός εκπληκτικού Ρόμπερτ ντε Νίρο στο λαβύρινθο της Νέας Υόρκης και ταυτόχρονα η περιδιάβαση στο τοπίο της πλήρους αποξένωσης και της προσωπικής του τρέλας προκάλεσαν θύελλα αντιδράσεων για το δικαιολογημένο ή το αδικαιολόγητο της βίας, την εξύμνηση ή την καταδίκη της κουλτούρας των όπλων, το νόημα και τις προθέσεις του φιλμ. Με μόλις την τρίτη μεγάλου μήκους ταινίας του, ο Σκορσέζε είχε πετύχει όχι μόνο να κερδίσει το Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες το 1976 και να συγκεντρώσει 4 υποψηφιότητες για Όσκαρ, αλλά και να πετύχει εισπράξεις 28 εκατ. δολαρίων έναντι προϋπολογισμού 1,3 εκατ. και να καταγραφεί ως μείζων αμερικανός σκηνοθέτης. Το ότι πέρα από όλα αυτά η μνημειώδης πρόκληση "You talkin' to me?" του Ντε Νίρο προς τον καθρέφτη του αποτέλεσε έκτοτε κοινό τόπο για το ευρύ κοινό παγκοσμίως ήταν ένα επιπλέον κέρδος. Η θεματική που ο Σκορσέζε και οι συνεργάτες του χώρεσαν στην ταινία ήταν πολλαπλή και πολυεπίπεδη. Από τεχνικής άποψης, αφετηρία στάθηκε η προβληματική του αναφορά με τον κινηματογράφο ως εμπειρία παρόμοια με εκείνη των ομηρικών καταστάσεων ή της επήρειας ναρκωτικών. Σε αυτή τη λογική παραπέμπουν, σύμφωνα με όσα λέει ο ίδιος στο βιβλίο "Scorsese on Scorsese", οι σκηνές σε αργή κίνηση και η αίσθηση μεταξύ ύπνου και πραγματικότητας που μοιάζει να διέπει την ταινία. Ο σεναριογράφος Πολ Σρέιντερ επέλεξε εξ΄αρχής να προσδώσει στο βασικό πρωταγωνιστή την ταυτότητα του βετεράνου του Βιετνάμ: Θεμελίωνε την ατομική παράνοια του ήρωα στο συλλογικό τραύμα της χώρας. Η αποξένωση του ταξιτζή Τράβις Μπιγκλ υποδείκνυε στους θεατές την κατάπτωση των παραδοσιακών αξιών που είχαν αποκαλύψει το αντιπολεμικό κίνημα, τα κοινωνικά ρήγματα και η στρατιωτική ήττα. Η προοπτική αυτή ταίριαζε απόλυτα με το όραμα του Σκορσέζε να παρουσιάσει τον ΝτεΝίρο ως "εκδικητή άγγελο" ο οποίος αναζητεί τη λύτρωση: εξ΄ ου και οι διάχυτοι θρησκευτικοί συμβολισμοί και οι σκηνές όπου ο σκηνοθέτης απεικονίζει τα όπλα και άλλα αντικείμενα του ήρωα από ψηλα με τον τρόπο που παραδοσιακά στον κινηματογράφο αποδίδονται ο ιερέας και η Αγία Τράπεζα. Οπωσδήποτε, η χριστιανική αντίληψη της λύτρωσης είναι διαφορετική του λουτρού αίματος με τον οποίο επέρχεται η λύση του δράματος στον "Ταξιτζή". Σύμφωνα όμως με τα λόγια του Χάρβεϊ Καϊτέλ στους "Κακόφημους δρόμους", την άλλη ευρηματική ταινία του Σκορσέζε για το Νεοϋορκέζικο περιθώριο, "δεν επανορθώνεις για τις αμαρτίες σου στην εκκλησία, το κάνεις στους δρόμους." Στους δρόμους της ταινίας αναδεικνύεται η υποδειγματική ερμηνεία του Ντε Νίρο, η ποιότητα της οποίας γίνεται ακόμα πιο θαυμαστή αν σκεφτεί κανείς ότι ακριβώς την ίδια περίοδο ο ηθοποιός συμμετείχε στα γυρίσματα ενός ακόμα φιλμ. Ενώ τις εργάσιμες μέρες της εβδομάδας βρισκόταν στη Ρώμη για το "1900" του Μπερνάρντο Μπερολούτσι, κάθε Παρασκευή επέστρεφε αεροπορικώς στη Νέα Υόρκη για να ενταχθεί στο συνεργείο του Σκορσέζε. Προσεγγίζοντας το ρόλο του Μπιγκλ με τη γνωστή του επιμέλεια ο Ντε Νίρο φρόντισε να χάσει 18 κιλά, πήρε άδεια οδήγησης ταξί, ώστε να εκμεταλλεύεται τα διαλείμματα των γυρισμάτων και να οδηγεί στη Νέα Υόρκη, ενώ κατά τη διάρκεια των αντίστοιχων διακοπών στη Ρώμη έκανε εκδρομές στη Βόρεια Ιταλία επισκεπτόμενος της εκεί αμερικανικές βάσεις με σκοπό να μελετήσει την προφορά των στρατιωτικών από τις μεσοδυτικές Πολιτείες. Η επίδραση του "Ταξιτζή" υπήρξε ιδιαίτερα διαδεδομένη: Συγκέντρωσε συνολικά 19 βραβεία την περίοδο 1976-1977, ενώ το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου τη συμπεριέλαβε στις 100 καλύτερες ταινίες όλων των εποχών. Είναι αξιοσημείωτο, ωστόσο, ότι η επίδραση της, ιδιαίτερα εκείνη του χαρακτήρα του Ντε Νίρο, ξεπέρασε τα πολιτισμικά στεγανά της ψυχαγωγίας. Η κουλτούρα των "εκδικητών" (vigilantes), αυτόκλητων τιμωρών των κάθε λογής παρανόμων, ήταν γνωστή στις αμερικανικές μεγαλουπόλεις της δεκαετίας του ΄70, όχι όμως και στον υπόλοιπο κόσμο. Η εικόνα του "Μοϊκανού" Ντε Νίρο και των διαλόγων με τον εαυτό του στον καθρέφτη υπήρξε μια από τις πρώτες ματιές στην ψυχοπαθολογία τους για το μη αμερικανικό ευρύ κοινό. Ο Τσαρλς Μπρόνσον στην ταινία "Σε νόμιμη άμυνα" μπορεί να είχε προηγηθεί λίγα χρόνια νωρίτερα και ο "Επιθεωρητής Κάλαχαν" του Κλιντ Ιστγουντ ακόμη περισσότερα πίσω, ο πρώτος όμως ήταν ένας νομοταγής πολίτης που πήρε το νόμο στα χέρια του όταν δολοφονήθηκε η οικογένεια του, ενώ ο δεύτερος αποτελούσε την ενσάρκωση της ένστολης βίας που ονειρευόταν κάθε Ρεπουμπλικάνος και κανείς από τους δυο δεν αντιμετωπιζόταν ως παθολογική προσωπικότητα. Η εξοικείωση με το συγκεκριμένο φαινόμενο έγινε περισσότερο αισθητή 5 χρόνια αργότερα, το 1981, όταν ο Τζον Χίνκλεϋ ο νεότερος αποπειράθηκε να δολοφονήσει τον τότε νεοεκλεγέντα πρόεδρο των ΗΠΑ Ρόναλντ Ρήγκαν. Τόσο η κατάθεση του ίδιου του θύτη όσο και η υπερασπιστική γραμμή των δικηγόρων του στηρίχτηκαν στο γεγονός της παθολογικής εμμονής του με την τότε 18χρονη Τζόντι Φόστερ. Ο Χίνκλεϋ όντας θαυμαστής του "Ταξιτζή", θέλησε να λειτουργήσει ως άλλος Ντε Νίρο και να εντυπωσιάσει τη νεαρή ηθοποιό εκτελώντας τον πρόεδρο. Για να υποστηρίξει το βάσιμο των αιτιάσεων του, η υπεράσπιση ολοκλήρωσε την επιχειρηματολογία της με την προβολή της ταινίας στους ενόρκους. Ο Χίνκλεϋ απαλλάχτηκε των κατηγοριών λόγω ψυχασθένειας και εισήχθη σε ψυχιατρικό ίδρυμα.

You talkin' to me?


The “Taxi driver” is an extremely… bloody film; yes, even for a ‘70s Martin Scorsese’s film – in other words, before Scorsese becoming part of the Hollywood elite and mitigating the provocative style of his creations. So much bloody that his creator was made to change the color palette of the last scenes, reducing the intensity of red, otherwise, the film would be “inappropriate” for watching.
Amazing Robert De Niro’s wandering in the labyrinth of New York and at the same time, the passing to the landscape of the absolute alienation and personal madness, caused a storm of reactions for the justifiable or the unjustifiable violence, the glorification or the condemnation of the “weapon culture”, the meaning and the intentions of the film. With his third full-length movie, Scorsese managed not only to win the Golden Palm in Cannes in 1976 and 4 Oscar nominations but also achieve 28 million dollars of box office grosses (against a budget of 1, 3 million dollars) and be recorded as the major American director. An additional profit beyond the above was that Robert de Niro’s monumental question to his mirror “You talkin’ to me?” became a common saying, used and recognized by the public worldwide.
The themes that Scorsese and his partners included in the film were manifold and layered. Technically, the starting point was his problematic reference to the cinema as an experience similar to that of the Homeric period or the drug influence. In his book, “Scorseseon Scorsese”, reveals that all the slow motion scenes and this “between sleep and reality” sense that characterizes the movie, lead to the approximation above. From the beginning, Paul Schrader, the screenwriter, chose to give the main protagonist the identity of a veteran of Vietnam: he grounded the hero’s own paranoia on the total trauma of the country. The alienation of the taxi driver, Travis Beagle, showed the film audience the forfeiture of the traditional values which had revealed the anti-war system, the social divisions and the military defeat. This perspective perfectly fit with Scorsese’s view to present De Niro as the “avenger angel” who sought salvation: that’s the reason for the diffusible religious symbolizations and the scenes where the director shows the weapons and other items of the hero from above; the traditional cinematographic way to represent the priest and the Altar. Certainly, the Christian perception of the “salvation” is different than the bloodbath through which is achieved the solution of the Taxi driver’s drama.
According to Harvey Keitel’s words in Scorsese’s imaginative film “Mean streets” about being a wallflower in New York, “You don’t make up for your sins in the church. You do it in the streets”. De Niro’s exemplary performance is showcased in the streets of the film and its quality becomes even more admirable if anybody thinks that exactly on the same period, the actor took part in the filming of one more film. During the weekdays he was in Rome for the filming of “1900” of Bernardo Bertolucci and every Friday returned to New York by plane to act in Scorsese’s film. Approaching Beagle’s role with his typical diligence, De Niro lost 18 kilos, got a taxi driver license so he could drive in New York at the breaks and during his days in Rome, and visited the American military bases in the northern Italy in order to study the pronunciation of the soldiers from the central-west states. The effect of the “Taxi driver” is widespread: it won 19 awards from 1976 to 1977 and the American Film Institute included it in the 100 best films of all times.
However, it is remarkable that its effect, especially De Niro’s character, overcame the cultural stereotypes of the entertainment. The culture of the “avengers” (vigilantes), unsolicited punishers of every kind of illegal, was famous in the American cities of the ‘70s but not in the rest of the world. The image of the “Mohican” De Niro and the dialogues with himself in the mirror was one of the first approaches to psychopathology for the non American audience.
Of course Charles Bronson in the movie “Death Wish” and the “Inspector Callahan” of Clint Eastwood (much earlier) were the first of their kind but Bronson was a law abiding citizen who took the law into his hands when his family was murdered and Eastwood was the incarnation of the uniformed violence that almost every Republican dreamed. Though, neither Bronson nor Callahan was seen as a pathological personality.
People got more familiarized with this issue 5 years later, in 1981, when John Hinckley junior tried to assassinate the newly elected president of USA, Ronald Reagan. Both the testimony of the victimizer and the defense of his lawyers were based on his pathological persistence with the 18-year old Jodie Foster. Hinckley as a fan of “Taxi Driver”, wanted to act like De Niro and impress the young actress through killing the president. In order to support the validity of his grievances, the defense presented the movie in the court using it as a closing argument for the jurors. Hinckley got rid of every accusation due to mental illness and he was committed to a psychiatric hospital.