CLAPS.gr

Get reAdy.

                                                             Από την Piaf στη Zaz.


Για τη γαλλική μουσική η πιο σημαντική μορφή μουσικής έκφρασης είναι το chanson. Αν και η "στεγνή" μετάφραση του είναι τραγούδι, για τους Γάλλους σημαίνει κάτι πολύ περισσότερο. Με ρίζες από το γερμανικό lieder του Schubert, το chanson χρησιμοποιήθηκε από τους Γάλλους από το Μεσαίωνα και μετά αδιαλείπτως μέχρι σήμερα, καθώς συνιστά ένα αξεπέραστο μόρφημα μουσικής εκφραστικότητας και λυρικής ποικιλομορφίας. Τον 20ο αιώνα το chanson εξελίσσεται κάθε λίγα χρόνια, επιρρεπές στις πνευματικές αλλαγές και καλλιτεχνικές αναζητήσεις της γαλλικής κοινωνίας. ο Francis Poulenc με τους Jacques Prevert και Jean Cocteau συνθέτουν τα chanson conservatrices (συντηρητικά τραγούδια), ενώ αργότερα επανέρχεται η πιο φυσιολογική εκδοχή του chanson, που άπτεται θεματικών που σχετίζονται με τη θάλασσα, το βουνό και τα τοπία. Οι επιταγές των καιρών στο chanson litteraire (λογοτεχνικό τραγούδι). Παρά τις μικρές ή μεγαλύτερες διαφοροποιήσεις του, το chanson αποτελεί αδιάλειπτα το όχημα για την πολιτιστική και γλωσσική έκφραση ενός ολόκληρου έθνους, αλλά και η ασπίδα που αντικρούει κάθε ανεπιθύμητη εξωτερική επιρροή ή επίθεση.
Η δραματική περίοδος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και η ήττα των Γάλλων από τη ναζιστική Γερμανία πυροδότησαν σημαντικές οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές, αλλά ταυτόχρονα σηματοδότησαν την πνευματική αναγέννηση, επηρεάζοντας άμεσα το γαλλικό chanson σε μια νέα ακμή κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου. Αυτή η περίοδος σημαδεύεται από τη μεγάλη κυρία του γαλλικού τραγουδιού, τη μοναδική Edith Piaf. Οι αξιομνημόνευτες παραστάσεις της στα music halls της εποχής, το ABC και το Olympia, και η μοναδική της εκφραστικότητα την ανέδειξαν ως μυθική προσωπικότητα, παρά το μικρό της μέγεθος -μόλις 1.47μ- που ήταν η αφορμή για το καλλιτεχνικό της επώνυμο, Piafб που σημαίνει "σπουργιτάκι" στη γαλλική αργκό. Το μικρό "σπουργιτάκι" κουβαλάει στην πλάτη του δύσκολα παιδικά χρόνια και ένα πολύπαθο παρελθόν, που περιλαμβάνει από διετή τύφλωση μέχρι την απώλεια της δίχρονης κόρης της από μηνιγγίτιδα, τα οποία όμως χρωματίζουν έντονα τη φωνή της, όταν τραγουδάει για τη στέρηση, την απόγνωση, τη δυστυχία, αλλά και τους άτυχους έρωτες. Κατά τη διάρκεια της γαλλικής αντίστασης στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, τα τραγούδια της έγιναν ένα είδος εθνικού ύμνου, όπως για παράδειγμα το τραγούδι Mon Legionnaire, παρά τις υπόνοιες που συντηρούνται μέχρι σήμερα ότι η Piaf συνεργαζόταν με τους Γερμανούς. Ωστόσο το πιο εμβληματικό τραγούδι της είναι αναμφισβήτητα το, γραμμένο από την ίδια το 1947, La vie en rose, με το οποίο ξεκινά τις περιοδείες της στην Αμερική, την οποία κατακτά αν και με δυσκολία. Άλλωστε ήταν μια Γαλλίδα που τραγουδούσε με μόνο όπλο τη φωνή της και τους όμορφους στίχους των τραγουδιών της και χωρίς περιττά λούσα, πάντα φορώντας ένα μαύρο φόρεμα και το σταυρό της. Με την ίδια δυσκολία κατακτά και την Ελλάδα, όπως μαρτυρά στην αυτοβιογραφία της. Κατά τη διάρκεια τουρνέ γνωρίζει τον Δημήτρη Χορν, τον οποίο ερωτεύεται σφόδρα και στα ερωτικά γράμματα που του στέλνει ομολογεί: "Θα τα παρατήσω όλα για σένα", ενώ ταυτόχρονα τον παροτρύνει να την επισκεφτεί στο Παρίσι. Μπορεί αυτός ο έρωτας να μην ευοδώθηκε, αλλά ο τελευταίος της σύζυγος ήταν Έλληνας, ένας κομμωτής 20 χρόνια νεότερος της, ονόματι Θεοφάνης Λαμπούκας, που μετονόμασε σε Theo Sarapo και μεταμόρφωσε σε ένα τραγουδιστή άξιο να τραγουδά δίπλα της στη σκηνή του φημισμένου Olympia. Την ίδια τακτική είχε ακολουθήσει άλλωστε και με πολλούς άλλους τραγουδιστές στους οποίους πίστεψε ή αγάπησε, όπως ο Yves Montand, o Eddie Constantine, o Gilbert Becaud, o George Moustaki και ο Charles Aznavour, μεταξύ άλλων. Ο θάνατος της που επήλθε από καρκίνο, αλλά και από τις καταχρήσεις και τα πολλαπλή τροχαία ατυχήματα που έπληξαν σοβαρά την εύθραυστη υγεία της, το 1963, σε ηλικία μόλις 47 ετών, έριξε σε πένθος όλη τη Γαλλία... είχαν μόλις χάσει τη φωνή της πατρίδας τους.
Από το 1945 στη Rive Gauche (αριστερή όχθη) του Σηκουάνα, που από χρόνια είναι το κέντρο της πνευματικής και καλλιτεχνικής ζωής του Παρισιού, μετά τα χρόνια της στέρησης του πολέμου, οι νέοι απολαμβάνουν την ελευθερία των απόψεων τους, αναζητούν την πνευματική αναγέννηση, αλλά ζουν για τη χαρά της διασκέδασης. Στο Saint-Germain-des-Pres βρίσκονται βιβλιοθήκες, εκδοτικοί οίκοι, γκαλερί αλλά και cafes, όπως τα περίφημα Cafe de Flore και Cafe des deux Magots, οι "caves" -αντίστοιχες μπουάτ-, Les Trois Baudets του περίφημου Jacques Canetti, και φυσικά τα cabarets, La Rose Rouge, το μυθικό Tabou, La Colombe. Εκεί φιλοξενούνται σχήματα μίμων-κωμικών-τραγουδιστών όπως οι διάσημοι Freres Jacque και οι Quatre Barbus, που δίνουν μια διαφορετική ερμηνεία στα γαλλικά τραγούδια της εποχής, πιο ανάγλυφη και απτή, ενώ νέοι τραγουδιστές υιοθετούν ένα διαφορετικό ήχο. Είναι το νέο chanson Rive Gauche και σηματοδοτεί τη χρυσή εποχή του είδους.
Η πνευματική δίνη του Saint-Germain-des Pres είναι ασύλληπτη. Πολιτικές αναζητήσεις, φιλοσοφικά κινήματα, καλλιτεχνικά ρεύματα, από τον μαρξισμό και τον υπαρξισμό μέχρι τον υπερρεαλισμό και τον ντανταϊσμό, συμπαρασύρουν και τους ποιητές, τους πνευματικούς αυτούς ταγούς που εμπνέονται από τον πολιτιστικό οργασμό και δημιουργούν ποιήματα με σκοπό να τα παραχωρήσουν για μελοποίηση και σύντομα το chanson litteraire (λογοτεχνικό τραγούδι) ανάγεται σε βασικό συστατικό των βραδιών στη Rive Gauche. Πρωτοστάτες σ' αυτό το ρεύμα είναι οι Jacques Prevert, o Jean Paul Sartre, o Francois Mauriac και αργότερα η Francoise Sagan.
Μια μόνο γυναίκα ενσαρκώνει απόλυτα αυτή την περίοδο, και δεν είναι άλλη από την Juliette Greco. Γίνεται η "Bασίλισσα του Saint-Germain" και η μούσα πολλών ποιητών, αλλά κυρίως του υπαρξιστή Jean Paul Sarte, που λέει για την ίδια: "Η Greco έχει εκατομμύρια διαμάντια στο λαιμό της. Εκατομμύρια ποιήματα που δεν γράφτηκαν ακόμα, μα θα γραφτούν. Κάνει κανείς έργα για διάφορους ηθοποιούς, για να μην κάνει κανείς ποιήματα για μια τέτοια φωνή;" Με το Les Feuilles mortes του Jacques Prevert κάνει σαρωτική επιτυχία στα cabarets του Saint Germain, αν και πρωτοερμηνεύτηκε από τον Yves Montand, ενώ με το Je hais les dimanches του Charles Aznavour κατακτά την σκηνή των music halls.Εκεί η απόλυτη πρέσβειρα του chanson Rive Gauche τελειοποιεί τις ερμηνείες της και μεταλαμπαδεύει τα chansons από την ελίτ στο ευρύ κοινό. Το σύντομο ειδύλλιο της με τον Αμερικανό τζαζίστα Miles Davis την στιγματίζει για μια ζωή και έκτοτε η πολιτικοποιημένη πάντα Greco αγωνίζεται και κατά του ρατσισμού.
Ταυτόχρονα ο Gilbert Becaud και ο Yves Montand ανεβαίνουν εκείνοι στη σκηνή των music halls. Δεν είναι τυχαίο ότι και τους δυο έχει διαμορφώσει σε αυτό που είναι η Edith Piaf. Έχοντας δουλέψει ως πιανίστας του πρώτου άντρα της, Jacques Pills, ως μάνατζερ της ίδιας, στο τέλος διαμορφώθηκε ως τραγουδιστής και προωθήθηκε από την Piaf. Και όχι άδικα. Με ψευδώνυμο "ο κύριος 100.000 βολτ" έδινε πολύ ενεργητικές παραστάσεις και ενθουσίαζε το κοινό, ειδικά με την επιτυχία του Nathalie και όχι μόνο. Με τη χαρακτηριστική του πουά γραβάτα, κατάφερε να τραγουδήσει 33 φορές στο Olympia, ένα ρεκόρ που δεν κατέχει κανένας άλλος σύγχρονος. Ο νεαρότερος Yves Montand από την άλλη τραγουδάει το Les feuilles mortes και καταφέρνει να γοητεύσει 2.000 άτομα κάθε βράδυ με τις ποικιλόμορφες ερμηνείες του, που μεταπηδούν από την ποίηση στην κωμωδία, από τη θλίψη στον ενθουσιασμό, από τον υπέρμετρο ρομαντισμό στη ζηλοφθονία.
Στην προπολεμική Γαλλία, όπου η σύνθεση, η στιχουργική και το τραγούδι είναι ρόλοι για τρία διαφορετικά άτομα, πρώτος ο Charles Trenet τραγουδά τραγούδια βασισμένα σε δικό του υλικό παίζοντας με την παραδοσιακή φόρμα του chanson, ανοίγοντας τον δρόμο για τους τραγουδοποιούς της γενιάς που έπεται, των auteurs-compositeurs-interpretes (συγγραφείς-συνθέτες-ερμηνευτές). Εμπνευσμένος από την παλιότερη γενιά, όπως ο Maurice Chevalier, o Trenet κατάφερε να εκμοντερνίσει το γαλλικό τραγούδι, εισάγοντας ποιητικούς και ρεαλιστικούς στίχους, αλλά και υιοθετώντας στοιχεία του swing και της jazz που τότε μεσουρανούσαν χάρις στο Quintette du Hot Club και τις Big Bands. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι ο Trenet έγραψε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γαλλικά τραγούδια όλων των εποχών, το La mer, μεταξύ άλλων 900 τραγουδιών του ρεπερτορίου του, ενώ ο θάνατος του το 2001 πυροδότησε την εκ νέου ανθολόγηση του γαλλικού chanson και την επανεκτίμηση της "παλιάς φρουράς" της γαλλικής μουσικής.
Με τον Trenet ως πρωτεργάτη, διαμορφώνεται ένα νέο είδος καλλιτεχνών που υπηρετούν το chanson Rive Gauche, οι auteurs-compositeurs-interpretes ή αλλιώς ACI, οι οποίοι ανανεώνουν δραστικά το chanson και διευρύνουν το περιεχόμενο τους. Είναι ερωτικά, χιουμοριστικά, επαναστατικά, ειρηνιστικά ακόμα και προσβλητικά. Κύριοι εκπρόσωποι του είναι οι πιο αντιπροσωπευτικές αντρικές φωνές της εποχής, αρχικά ο Georges Brassens, o Jacques Brel, o Leo Ferre, ενώ στο τέλος της δεκαετίας αναδύονται ο Charles Aznavour και ο Jean Ferrat. Όλοι διαμορφώνουν ένα διαφορετικό προσωπικό ύφος.
Ο Georges Brassens αντιπροσωπεύει αναμφισβήτητα το chanson d' auteur (τραγούδι του συγγραφέα), ένα είδος στο οποίο οι στίχοι είναι πιο σημαντικοί από τη μουσική. Άλλωστε ο Brassens οδηγήθηκε στη μουσική μέσα από τα ποιήματα και τους στίχους, μέσα από τη βαθιά γνώση της μετρικής που σκάρωνε και θέλησε κάποια στιγμή να τους μελοποιήσει. Είναι μοναδικό του γνώρισμα το ότι καταφέρνει να αφηγείται ιστορίες σε κακόφημα μέρη, με πόρνες και κλέφτες, κι όμως το κοινό του να νοιώθει ότι έρχεται σ' επαφή με την υψηλότερη μορφή ποίησης. Εξαιρετικά επαναστατικός αλλά και αθυρόστομος, παίζει με τις λέξεις, τους ιδιωματισμούς, την αργκό και τους συμβολισμούς, γι' αυτό και τα τραγούδια του χάνουν τα υποδόρια νοήματα τους όταν μεταφράζονται. Παρ' όλα αυτά, βρίσκουμε μερικά διασκευασμένα από Έλληνες καλλιτέχνες, τον Χρήστο Θηβαίο (Ο γορίλλας), το Φοίβο Δεληβοριά (Η γυναίκα του Πατώκου) και το Θόδωρο Αναστασίου (Οι μαλάκες, Η κακή μου φήμη, η διαθήκη).
Δεμένοι με μια δυνατή φιλία που διήρκεσε μέχρι το τέλος της ζωής τους, αλλά και με κοινά φιλελεύθερα πιστεύω, ο Brassens και ο Jacques Brel στην πραγματικότητα διαφέρουν εξαιρετικά. Ο "Grand Jacques" ("Μεγάλος Ζακ), όπως τον αποκαλούσαν οι Γάλλοι, αν και μνημειώδης φιγούρα για το γαλλικό τραγούδι σήμερα, γεννιέται στο Βέλγιο. Η επιτυχία δεν έρχεται εύκολα, ούτε σύντομα, αλλά ύστερα από μήνες που τραγουδάει σε 6-7 cabarets μέσα σε ένα βράδυ και έπειτα από μερικές σωστές συμβουλές για την τοποθέτηση της φωνής του από τον ιδιοκτήτη του Les Trois Baudets, βρίσκεται σύντομα στην αρχή μιας μεγάλης καριέρας. Με όχημα τη μορφή του κλασσικού chanson, ο Brel χρησιμοποιεί στίχους θλιμμένους ενδεδυμένους με χαρούμενες μελωδίες, βασιζόμενος ενίοτε σε χορευτικούς ρυθμούς γαλλικών και φλαμανδικών χορών και γίνεται η φωνή της προδομένης ή χαμένης αγάπης. Ne me quittez pas...
O Leo Ferre, από την άλλη, κατορθώνει να πάει το chanson ένα βήμα πιο κάτω από εκεί που το άφησε ο Trenet. Δανείζεται στοιχεία από ετερόκλητα μουσικά είδη, όπως τη rock, jazz, κλασσική και λατινοαμερικάνικη μουσική, ακροβατώντας με τους πειραματισμούς του στα όρια της μορφής και δομής του chanson. Στην προσπάθεια του να διατηρήσει ένα υψηλό στιχουργικό επίπεδο, μελοποιεί Baudelaire, Verlaine, Rimbaud και Aragon. Ο Ferre ήταν εξαιρετικά αντισυμβατικός, σατίριζε, διαμαρτυρόταν και κατηγορούσε μέσα από τα τραγούδια του, ενώ σκανδάλιζε την κοινή γνώμη με την ανοιχτά αντεθνική στάση του, υποστηρίζοντας την αποχώρηση των γαλλικών στρατευμάτων στον αλγερινό πόλεμο του 1961 και το τέλος της αποικιοκρατίας της Γαλλίας.
Πέρα από τον Aznavour με το αξεπέραστο Mon vieux και τον Ferrat, επιτυχία γνωρίζουν και νέα ταλέντα, που όμως δεν γράφουν το δικό τους υλικό. Η πανέμορφη Dalida, o Alain Barriere, η Anne Sylvestre, η Barbara, o Michel Aubert, o Pierre Vassiliu, o Boris Vian, και ο Francis Lemarque.
Την ίδια εποχή ο κινηματογράφος υιοθετεί επαναστατικές τακτικές και γίνεται μέσο έκφρασης των κοινωνικών κινημάτων και πολιτικών θέσεων. Με κύριους εκφραστές τον Francois Truffaut και τον Jean-Luc Godart, μπαίνει στην εποχή της Nouvelle Vague (Νέο Κύμα) και το chanson Rive Gauche ντύνει μουσικά τις κινηματογραφικές σκηνές. Συχνά οι chansoniers τραγουδούν αλλά και ερμηνεύουν κάποιο ρόλο στην ταινία, μεταπηδώντας ολοένα και με μεγαλύτερη ευκολία ανάμεσα σ' αυτές τις δύο ιδιότητες, όπως ο Yves Montand και ο Eddie Constantine.
Το κακό παιδί όπως συνηθίζουν να τον λένε, της γαλλικής μουσικής σκηνής δεν ήταν άλλος από τον Serge Gainsbourg, ένα μουσικό που άλλαζε με εξαιρετική ευκολία μουσικά είδη και γι' αυτό δύσκολα μπορεί το ρεπερτόριο του να κατηγοριοποιηθεί. Με ρωσικοεβραϊκή καταγωγή και πατέρα μουσικό, έμαθε από μικρή ηλικία πιάνο και σύντομα συνέθετε, αλλά και έπαιζε δικά του τραγούδια. Μπαίνοντας στον κόσμο της show business, αλλάζει το πραγματικό του όνομα Lucien, σε Serge για να μπορεί να περνάει για "σκληρός" άντρας, παρ' ότι το τρακ του στη σκηνή προδίδει την έμφυτη εσωστρέφεια του. Η καριέρα του απογειώνεται όταν η Juliette Greco τραγουδάει μαζί του το La Javanaise, ενώ γράφει το πρώτο του ερωτικό τραγούδι για την Brigitte Bardot, με την οποία έχει ένα σύντομο ειδύλλιο, αλλά ο σύζυγος της απαγορεύει την κυκλοφορία του. Το τραγουδάει λίγο αργότερα με τη γυναίκα που τον σημάδεψε, την Αγγλίδα Jane Birkin. To Je t' aime... moi non plus, με τους απρεπείς στίχους πάνω σ' ένα μουσικό χαλί από βογγητά, είναι βόμβα στο κατεστημένο. Σκανδαλίζει όλη την Ευρώπη και απαγορεύεται στην Αγγλία, ενώ, επιρρεπής στην πρόκληση, ηχογραφεί μερικά χρόνια αργότερα τον εθνικό ύμνο της Γαλλίας, την Marseillaise, σε μία ρυθμική διασκευή με Τζαμαϊκανούς μουσικούς. Το τιτλοφορεί Aux armes et caetera και πυροδοτεί νέο κύμα αντιδράσεων. Παρ' όλα αυτά, την ημέρα που αφήνει την τελευταία του πνοή στο Παρίσι το 1991, οι σημαίες κυματίζουν μεσίστιες.

Πέρα από τους τραγουδοποιούς, αυτοί που έπαιξαν δραματικό ρόλο στην ανάπτυξη της γαλλικής μουσικής, ειδικά από τη δεκαετία του '60 και μετά, ήταν οι κάτοχοι θέσεων-κλειδιά για την πολιτιστική ατζέντα και τη show business της εποχής. Ανάμεσα σ' αυτούς και ο Jacques Canetti, παραγωγός στη δισκογραφική εταιρία Philips και εξαιρετικά αποτελεσματικός κυνηγός νέων ταλέντων -μεταξύ των οποίων η Greco, o Brassens και ο Brel- , ο ιδιοκτήτης του περίφημου music hall που διατηρείται μέχρι σήμερα στη boulevard de Capucines, του Olympia, Bruno Coquatrix, και τέλος οι ιδιοκτήτες των μικρών δισκογραφικών εταιριών που θα κατορθώσουν να προσελκύσουν τα νέα ταλέντα. Ο Eddie Barclay, ιδιοκτήτης και διευθυντής της δισκογραφικής εταιρίας Disques Barclay, και ο Leon Cabat, ιδιοκτήτης της μικρότερης Vogue.
Το πέρασμα στη δεκαετία του '60 σηματοδοτεί την παρακμή του chanson Rive Gauche, την ίδια στιγμή που η γαλλική οικονομία αναπτύσσεται ανέλπιστα, με άμεση επίδραση στα πολιτιστικά αγαθά, αλλά και στην πολιτιστική ζωή της χώρας. Η νεολαία διαθέτει επιτέλους χρήματα, που μέσα στον πολιτιστικό πυρετό του Παρισιού, τα διαθέτει σε εισιτήρια συναυλιών, αλλά κυρίως σε δίσκους. Μέσα στη δεκαετία κυκλοφορούν 150.000 εκατομμύρια δίσκοι, οι δισκογραφικές εταιρίες ηχογραφούν και κυκλοφορούν δίσκους ακατάπαυστα, νέα ονόματα μπαίνουν στο προσκήνιο, ένας νέος ήχος διαμορφώνεται, ενώ οι Γάλλοι ανοίγουν τα αυτιά τους στις μουσικές άλλων χωρών. Είναι η εποχή που το λόγο τον έχουν οι νέοι και οι τέχνες, οι τελευταίες γνωρίζουν ένα νέο ζενίθ και στιγματίζουν όχι μόνο τους νέους, αλλά και τις μεγαλύτερες γενιές. Σύντομα το Παρίσι είναι το κέντρο του κόσμου.
Ως απάντηση στην έλευση του αμερικανικού rock n' roll και των σαρωτικών βρετανικών Σκαθαριών, διαμορφώνεται ένα νέο κίνημα και μουσικό είδος επονομαζόμενο chanson yeye, παραφράζοντας το αγγλικό "yeah-yeah". To chanson yeye απευθύνεται στην νεολαία, αλλά το αντίπαλο δέος του, το chanson contemporaine εξακολουθεί να υπάρχει. Το πρώτο έχει αθώα, ακόμα και αφελή θέματα, και περιγράφει μελιστάλακτα ρομαντικά ειδύλλια, ραγισμένες καρδιές και αδιάσειστες φιλίες, ενώ το δεύτερο χρησιμοποιεί περίπλοκο λεξιλόγιο, αφηγείται ιστορίες και ενίοτε βασίζεται σε ποιήματα. Οι γιεγιέδες εμφανίζονται στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο με μικρόφωνα και ενισχυτές, ενώ οι chansonniers αποκλειστικά σε μουσικά θέατρα, cabarets και music halls με ακουστικά όργανα. Στο κίνημα yeye περιλαμβάνονται κυρίως γυναίκες, όπως η βασίλισσα του twist, Sylvie Vartan, η αθώα Francoise Hardy με το Tous les garcons et les filles και η Sheila με το χαρακτηριστικό L' ecole est finie. Κάποιες από αυτές είναι έφηβες, μαθήτριες ακόμα όπως η Jacqueline Taieb, που ξεκινά την καριέρα της στα 16 της χρόνια, και η France Gall που σε ηλικία μόλις 17 ετών κερδίζει το πρώτο βραβείο στην Eurovision του 1965 με το Poupee de cire, poupe de son του Gainsbourg. O τελευταίος την αποκαλεί "γαλλική Lolita". Στην απέναντι όχθη βρίσκονται ο ελληνικής καταγωγής Georges Moustaki του τραγουδισμένου από την Edith Piaf Milord, η διαφορετική Brigitte Fontaine, o Christophe του Aline.
Στο κρατικό ραδιόφωνο, η εκπομπή "Salut les copains" του Daniel Filipacchi, ενός εξαιρετικά ενημερωμένου μουσικά ανθρώπου, προωθεί τη μουσική των γιεγιέδων και έχει τέτοια απήχηση που σύντομα εκδίδεται ομώνυμο περιοδικό. Γίνεται εξίσου δημοφιλές, το τιράζ του θα φθάσει σε λίγους μόνο μήνες το 1.000.000 αντίτυπα. Ταυτόχρονα, με το ραδιόφωνο, τους δίσκους, την τηλεόραση, τον περιοδικό Τύπο και το χώρο του θεάματος, οι μουσικοί γίνονται μέρος της show business, ενός παιχνιδιού του οποίου τους όρους καλούνται να μάθουν. Οι γιεγιέδες προσαρμόζονται εύκολα και βρίσκονται σύντομα στο προσκήνιο και οι άντρες όπως ο ρομαντικός Michel Polnareff, o Jacque Dutronc του j' aime les filles, o Claude Francois -οι Γάλλοι τον φωνάζουν Cloclo- και με ένα μέρος των τραγουδιών του ο Serge Gainsbourg.
Οι γιεγιέδες κατηγορήθηκαν από την παλιότερη γενιά ότι στερούνταν δημιουργικότητας. Με τα θέματα τους, που δεν ήταν λογοτεχνικής αξίας, πίστευαν ότι προωθούν την πνευματική αδράνεια της νεολαίας και ταυτόχρονα οδηγούν στη λήθη την πολιτιστική κληρονομιά του έθνους, γι' αυτό ανάμεσα στους chansioniers συγκαταλέγονται πολλοί πολέμιοι τους. Αν και με την αύξουσα επιρροή της τηλεόρασης το χάσμα που τους χωρίζει μικραίνει και οι διαχωρισμοί σταματούν. Ωστόσο, οι γιεγιέδες έχουν να αντιπαρέλθουν και τους ροκάδες, οι οποίοι τους χλευάζουν για τη μαλθακότητα τους. Πρώτος απ' όλους εισάγει στο γαλλικό κοινό το αμερικανικό rock n' rollο Johnny Hallyday, που θα συνεχίσει να αφήνει το στίγμα του στη γαλλική ροκ μουσική και τις επόμενες δεκαετίες, ενώ γίνεται τόσο δημοφιλές, που σύντομα τον φωνάζουν "Elvis της Γαλλίας". Στη ροκ σκηνή της εποχής εμφανίζονται ο Gene Vincent, o Eddie Mitchell με το συγκρότημα του Les Chaussettes Noires και ο τζαζίστας ως τώρα Henri Salvador, με το ψευδώνυμο Henry Cording, σε τραγούδια του Boriw Vian και του Michel Legrand. Το 1966 ιδρύεται το περιοδικό Rock & Folk, αρχικά ως ένθετο του περιοδικού Jazz, αλλά σύντομα αυτονομείται και κυκλοφορεί με πιστό κοινό που το εμπιστεύεται μέχρι σήμερα.
Οι πολιτικές συνθήκες σημαδεύουν αυτή τη δεκαετία. Με τον πόλεμο του Βιετνάμ, τον Ψυχρό Πόλεμο και με την Ευρώπη να ταλαιπωρείται από χουντικά καθεστώτα, τον Φράνκο στην Ισπανία, τον Σαλαζάρ στην Πορτογαλία, τον Παπαδόπουλο και τον Πατακό στην Ελλάδα το 1967. Μέσα σ' αυτό το τεταμένο κλίμα και απέναντι σε μια σκληρή κυβέρνηση, οι πολιτικοποιημένοι και φιλελεύθεροι ποιητές της Σορβόννης επαναστατούν. Είναι ο Μάης του '68. Οι διαδηλώσεις των φοιτητών και οι συγκρούσεις τους με την αστυνομία έχουν και φιλοσοφικές προεκτάσεις, και γι' αυτό ο Jean Paul Sartre τρέχει στο Cartier Latin για να μιλήσει με τους νέους, ενώ πολλοί ηγέτες της πνευματικής και καλλιτεχνικής ζωής του Παρισιού δείχνουν την υποστήριξη τους. Οι φοιτητές αντιτάσσονται μεν στην απολυταρχία του Charles de Gaul, αλλά ψάχνουν δίαυλους έκφρασης και επικοινωνίας, όπως η πολιτική γραφή, η φιλοσοφική σκέψη και η βαθυστόχαστοι στίχοι. Μουσικά εκφράζονται με τραγουδιστές της προηγούμενης γενιάς, τον Yves Montand, τον Gilbert Becaud, τον Charles Trenet και φυσικά τη L' Internationale, τον κουμουνιστικό ύμνο. Από εδώ και πέρα η μόδα των yeye δεν έχει την ίδια απήχηση. Σε απάντηση των γεγονότων ο Charles Trenet γράφει το C'est extra και ο "δικός" μας Vangelis, που είναι στο Παρίσι κατά τη διάρκεια των γεγονότων, κυκλοφορεί ένα συμφωνικό ποίημα με τίτλο Fais que ton reve soit plus long que la nuit (Κάνε το όνειρο σου να είναι πιο μεγάλο από τη νύχτα), ενώ όλοι οι auteurs-compositeurs-interpretes διαφοροποιούν τους στίχους τους, ανταποκρινόμενοι στις επιταγές της εποχής.
Την ίδια εποχή στην Ελλάδα η χούντα φέρνει δραματικές αλλαγές, εκτός των άλλων και στην πολιτιστική ζωή. Η λογοκρισία είναι έντονη και όποια προσπάθεια δημιουργίας πολιτιστικού αγαθού με μηνύματα κατά των συνταγματαρχών γίνεται εφικτή μόνο με συμβολισμούς. Ο Μίκης Θεοδωράκης, η Μελίνα Μερκούρη, η Μαρία Φαραντούρη, ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Βασίλης Βασιλικός, ο Νίκος Κούνδουρος, ο Γιάννης Ξενάκης, ο Χρήστος Σαρτζετάκης μεταξύ άλλων αυτοεξορίζονται και κατορθώνουν να υψώσουν την επαναστατική τους φωνή από το Παρίσι. Συνοδοιπόρος σ' αυτόν τον αγώνα, ο Κώστας Γαβράς, που σκηνοθετεί το περίφημο "Ζ" -από το σύνθημα υπέρ του Γρηγορίου Λαμπράκη "Ζει"- με πρωταγωνιστή τον Yves Montand. H ταινία βραβεύεται στο φεστιβάλ Καννών, αλλά και στα αμερικανικά Όσκαρ. Η μουσική του Θεοδωράκη τραγουδιέται από Έλληνες και Γάλλους και το Παρίσι διαμορφώνεται σε εστία αντίδρασης εναντίον του καθεστώτος εκτός Ελλάδος.
Στη δεκαετία του 1970, συνεχίζουν τη δράση τους οι auteurs-compositeurs-interpretes, οι ροκάδες, αλλά όχι και οι τραγουδίστριες του chanson yeye. Η μόδα του έχει περάσει. Αντ' αυτού γεννιέται το chanson populaire ή chanson de pop (δημοφιλές τραγούδι) που θεωρείται από τους Γάλλους ένα είδος ελαφριάς μουσικής, που μιλάει για την αγάπη και τη ζωή. Το είδος αυτό υπόκειται απόλυτα στους κανόνες της δισκογραφίας και της μαζικής παραγωγής, αφού απευθύνεται στις μάζες. Έτσι, οι έννοιες και το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούνται πρέπει να είναι απλουστευμένα, οι μελωδίες εύκολες στο άκουσμα για να μένουν στο αυτί, ενώ η δομή ακολουθεί την πάγια εναλλαγή μεταξύ κουπλέ και ρεφρέν. Η δε διάρκεια του κάθε τραγουδιού, δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 3 λεπτά, για να έχει τη δυνατότητα να ηχογραφεί σε δίσκους 78 ή 45 στροφών. Οι καλλιτέχνες του chanson de pop είναι εξαιρετικά επικοινωνιακοί και φιλικοί προς τα νέα μέσα ειδικά στην τηλεόραση. Σ' αυτούς συγκαταλέγονται πολλοί από το chanson yeye που έχουν μεταπηδήσει είδος, όπως ο Michel Polnareff, που αλλάζει δραματικά εμφάνιση και τραγουδάει το αγγλικό Love me please love me, ο Salvatore Adamo με τις μπαλάντες του, η Dalida, η μόνη που κάνει παγκόσμια καριέρα, η Mireille Mathieu που τραγουδάει σε 11 γλώσσες και η Michelle Torr με το Emmene-moi danser ce soir που φθάνει τα 3 εκατομμύρια πωλήσεις.
Η μουσική variete συμπυκνώνει διάφορα στοιχεία και βρίσκουμε διάφορους μουσικούς που ανανεώνουν το ύφος τους. Ο Henri Salvador σταματάει τους πειραματισμούς του με τη rock μουσική και επιστρέφει στην παλιά του αγάπη, την jazz, φτιάχνοντας όμως πιο προσιτή μουσική. Με jazz παρελθόν είναι και ο φίλος του Sacha Distel, ο οποίος δημιουργεί και τραγουδά το πασίγνωστο Monsieur Cannibal, ενώ το Capri c' est fini φέρνει την αναγνωσιμότητα στον Herve Vilar και πωλήσεις 40 εκατομμυρίων δίσκων. Ο Antoine, ένας ιδιότυπος χίπης από τη Μαδαγασκάρη, γνωρίζει φοβερή επιτυχία με το Les Elucubrations, αλλά σύντομα τα παρατάει όλα για να γυρίσει τον κόσμο. Η Francoise Hardy και ο Serge Gainsbourg συνεργάζονται στη διάρκεια αυτής της δεκαετίας με μουσικούς από τη λατινική Αμερική και την Καραϊβική, η πρώτη βάζει στοιχεία bossa nova στο La chanson d' O και ο δεύτερος δημιουργεί τη δική του ρυθμική εκδοχή της Marseillaise το 1979. Η Brigitte Fontaine συνεχίζει να αφομοιώνει αραβικές επιρροές.
Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας αυτής, νέοι καλλιτέχνες εκμοντερνίζουν το γαλλικό chanson, το οποίο μέχρι το τέλος της δεκαετίας αυτής ενσωματώνεται στην pop. Ο Michel Sardou ανήκει στη γενιά των auteurs-compositeurs-interpretes και σ' αυτή τη δεκαετία συγκαταλέγεται στους πιο δημοφιλείς τραγουδοποιούς της χώρας. Με 120 εκατομμύρια δίσκους στο ενεργητικό του, αγαπιέται ακόμα περισσότερο με το τραγούδι La France, στο οποίο ουσιαστικά κατακεραυνώνει τον πρόεδρο Valerie Giscard d' Estaing και την κυβέρνηση Chirac. Τα συνδικάτα και οι κουμουνιστικές οργανώσεις των εξυμνούν, ξεχνώντας το δεξιό του παρελθόν. Το 1975 ο Joe Dassin ηχογραφεί το L' ete indien που γίνεται η μεγαλύτερη του επιτυχία, ενώ λίγα χρόνια μετά δίνει συναυλία στο γεμάτο Παναθηναϊκό Στάδιο. Στο ίδιο πνεύμα κινούνται και ο Francis Cabrel, o Alain Souchon και ο Jacques Higelin.
Το γαλλόφωνο ροκ αναπτύσσεται με αργούς ρυθμούς σε σχέση με τα άλλα είδη, καθώς αντιμετωπίζει τον σκεπτισμό πολλών. Πέρα από τους Johnny Hallyday και Gene Vincent, που συνεχίζουν δυναμικά, δημιουργούνται το 1976 οι Telephone, ένα από τα πρώτα γαλλικά ροκ συγκροτήματα και από τα ελάχιστα που μπόρεσαν να κάνουν περιοδείες πέρα από τα στενά όρια της πατρίδας τους. Ακολουθώντας τα ρεύματα της Αμερικής και του psychedelic rock o Jean Pierre Massiera's ηχογραφεί το ριζοσπαστικό Les Maledictus Sound και το ελληνικό συγκρότημα Aphrodite's Child, που περιλαμβάνει στα μέλη του τον Βαγγέλη Παπαθανασίου και τον Ντέμη Ρούσσο, κυκλοφορεί έναν από τους δίσκους με τη μεγαλύτερη επίδραση στο χώρο τους, το 666. Ο Alan Stivell συνδυάζει τα παραδοσιακά στοιχεία της Βρετάνης και των Κελτών σε ένα πρωτότυπο συνδυασμό folk-rock, που κινείται στα όρια του progressive rock.
Με την πτώση του χουντικού καθεστώτος το 1974, η Ελλάδα αναγεννιέται και πέρα από τη θερμή υποδοχή που επιφυλάσσει για το Μίκη Θεοδωράκη και τον Μάνο Χατζιδάκι, που επιστρέφει από την Αμερική, αναμένει και τους Γάλλους τραγουδιστές που έχει αγαπήσει. Ο Johnny Hallyday, o Charles Aznavour, η Dalida δίνουν μελωδίες στις ελπίδες του λαού, ενώ ο Louis de Funes με τις ταινίες του φέρνει το γέλιο πάλι στα χείλη των Ελλήνων. Στον αντίποδα, οι Γάλλοι αγκαλιάζουν τη δικιά μας Νανά Μούσχουρη.
Η κλασσική περίοδος του γαλλικού τραγουδιού με τους τροβαδούρους του chanson και τις επαναστατικές εκφάνσεις της γαλλικής νεολαίας ολοκληρώνεται στα τέλη της δεκαετίας του '70. Από το 1980 και μετά η πορεία της γαλλικής μουσικής επηρεάζεται από τα παγκόσμια ρεύματα, αλλά και από τις μουσικές των πρώην αποικιών, που ενσωματώνονται στον όρο francophonie που θα εξετάσουμε περαιτέρω.

                                                                  From Piaf to Zaz


For French music the most significant musical expression form is chanson. Although the literal translation is “song”, for French people it means something much more. With roots in the German lieder of Schubert, chanson has been used by the French since the middle Ages onwards uninterruptedly so far as it constitutes an unmatched morpheme of musical expressiveness and lyrical diversity. In the 20th century chanson is being developed every few years, prone to mental changes and artistic pursuits of French society. Francis Poulenc with Jacques Prevert and Jean Cocteau compose chanson conservatrices (preservative songs) while later it returns to its more normal version, which touches themes related to the sea, mountains and landscapes. The requirement of these times is the chanson litteraire (literature song). Despite the small or large variations, chanson is seamlessly the vehicle for cultural and linguistic expression of an entire nation, and the shield that rejects all unwanted outside influence or attack.
The dramatic period of the Second World War and the defeat of the French by Nazi Germany sparked significant economic and social changes, but also marked the spiritual rebirth, directly affecting the French chanson in a new edge during the postwar period. This period is marked by the great lady of French song, the unique Edith Piaf. Her memorable performances in music halls of the time, ABC and Olympia, and her unique expressiveness revealed her as a mythical personality, despite her small size - just 1.47m- which was the reason for her artistic surname, Piaf, that means “little sparrow” in French slang. The little “sparrow” carries on her back a difficult childhood and a long-suffering past, including two years of blindness and the loss of her two-year-old daughter from meningitis, which strongly color her voice when she sings for deprivation, despair, misery, and unfortunate love. During the French resistance in World War II, her songs became a kind of national anthem, as for example the song Mon Legionnaire, despite suspicions - preserved until today - that Piaf collaborated with the Germans. But her most emblematic song is arguably the - written by her in 1947 - La vie en rose, with which she starts touring in America, which she won though with difficulty. Besides, she was a Frenchwoman who sang with only weapon her voice and the beautiful lyrics of the songs and without unnecessary accessories, always wearing a black dress and her cross. With the same difficulty she also won Greece, as evidenced in her autobiography. During a tour she met Dimitris Horn, she fell greatly in love with him and in her love letters she confessed: “I would give up everything for you”, while she urged him to visit her in Paris. This love might was unsuccessful, but her last husband was a Greek, a hairdresser of 20 years younger, named Theophanis Laboukas, whom she renamed to Theo Sarapo and transformed into a worthy singer singing beside her on the stage of the famous Olympia. The same tactic was followed also with many other singers she believed in or whom she loved like Yves Montand, Eddie Constantine, Gilbert Becaud, George Moustaki and Charles Aznavour, among others. Her death from cancer, but also from abuse and multiple car crashes that seriously affected her vulnerable health, in 1963, at the age of 47, made France mourn...they had just lost the voice of their homeland.
Since 1945 in Rive Gauche (left bank) of Seine, which for years is the center of intellectual and artistic life of Paris, after the years of deprivation from the war, youngsters enjoy the freedom of their views, they seek spiritual regeneration, but they live for the joy of entertainment. In Saint-Germain-des-Pres there are libraries, publishing houses, galleries and cafes, such as the famous Cafe de Flore and Cafe des deux Magots, the “caves” -relative boîtes-, Les Trois Baudets of the famous Jacques Canetti, and of course the cabarets, La Rose Rouge, the mythical Tabou, La Colombe. There they host bands of mimes-comedians-singers like the famous Freres Jacque and Quatre Barbus, who give a different interpretation of the French songs of the time, more tactile and tangible, while new singers adopt a different tone. It is the new chanson Rive Gauche and marks the golden age of the genre.
The spiritual vortex of Saint-Germain-des Pres is inconceivable. Political searches, philosophical movements, artistic currents from Marxism and existentialism up to Surrealism and Dadaism, bargain also the poets, those spiritual bellwethers who get inspired by the cultural orgasm and create poems in order to surrender them to music and soon to chanson litteraire (literature song), this is a basic component of the nights at Rive Gauche. Leaders in this stream are Jacques Prevert, Jean Paul Sartre, Francois Mauriac and later Francoise Sagan.
Only one woman embodies perfectly this time, and is none other than Juliette Greco. She becomes the “Queen of Saint-Germain” and the muse of many poets, but especially of the existentialist Jean Paul Sarte, who says about her: “Greco has millions of diamonds at her throat. Millions of poems that are not yet written, but they will be written. People create projects for various actors, why wouldn’t anyone write poems for such a voice?” With Les Feuilles mortes by Jacques Prevert she has a huge success in the cabarets of Saint Germain, although it was first sang by Yves Montand, while Je hais les dimanches by Charles Aznavour captures the scene of the music halls. There the ultimate ambassador of chanson Rive Gauche perfects her performances and disseminates chansons from the elite to the general public. The short romance with the American jazz player Miles Davis marks her for a lifetime and since then the always politicized Greco also struggles against racism.
Simultaneously Gilbert Becaud and Yves Montand climb the stage of the music halls. It is no coincidence that they both have been formed by Edith Piaf. Having worked as a pianist for her first husband, Jacques Pills, her manager, at last he became a vocalist and got promoted by Piaf. And that was not unfair. With the nickname “Mr. 100,000 Volts” he gave very energetic performances and fascinated the public, especially with the success of Nathalie and beyond. With his distinctive polka dot tie, he managed to sing 33 times in Olympia, a record that no one else holds. The youngest Yves Montand on the other hand, sings Les feuilles mortes and manages to seduce 2,000 people every night with diverse interpretations, switching from comedy to poetry, from sadness to excitement, from the excessive romanticism to envy.
In pre-war France, where the composition, the lyrics and the song are roles for three different people, Charles Trenet first sings songs based on his own material while playing with the traditional form of chanson, creating the way for a songwriters’ generation thereafter, the auteurs-compositeurs-interpretes (authors-composers-performers). Inspired by the older generation, such as Maurice Chevalier, Trenet manages to modernize French songs, introducing realistic and poetic lyrics, and adopting elements of swing and jazz which then were culminated thanks to Quintette du Hot Club and Big Bands. It is no coincidence that Trenet wrote one of the most typical French songs of all time, La mer, including 900 songs of his repertoire and his death in 2001 triggered the re-compilation of the French chanson and the revised “old guard” of French music.
With Trenet as a leader, a new kind of artists that serve chanson Rive Gauche is formed, the auteurs-compositeurs-interpretes or ACI, who drastically renew chanson and expand their content. It is erotic, humorous, revolutionary, pacifist and even offensive. Main representatives are the most representative male voices of the era, initially Georges Brassens, Jacques Brel, Leo Ferre, while at the end of the decade the emerging Charles Aznavour and Jean Ferrat. All form a different personal style.
Georges Brassens undoubtedly represents chanson d 'auteur (author’s song), a genre in which the lyrics are more important than the music. Besides, Brassens was led to music through the poems and verses, through deep knowledge of metric that he made and wanted to compose at some point. It's his unique feature that he manages to tell stories in infamous places, with prostitutes and thieves, yet the audience feels that comes into contact with the higher poetry form. Extremely rebellious and foul-mouthed, playing with words, idioms, slang and their symbolism, which is why his songs lose their subcutaneous meanings when translated. Nevertheless, we find some adapted by Greek artists, Christos Thiveos (the gorilla), Phoebus Delivorias (Patokos’ wife) and Theodoros Anastasiou (The assholes, my bad reputation, the will).
Tied with a strong friendship that lasted until the end of their life, but also with common liberal beliefs, Brassens and Jacques Brel were in fact very different. “Grand Jacques” (“Big Jacques”), as French people called him, although he was a monumental figure for the French song today, he was born in Belgium. Success did not come easily or quickly, but after many months of singing in 6-7 cabarets in one night and after some good advice for the placement of his voice by the owner of Les Trois Baudets, he is soon at the beginning of a great career. With the form of classic chanson as a vehicle, Brel uses sad verses dressed with joyful melodies, sometimes based on dance rhythms of French and Flemish dances and becomes the voice of the betrayed or lost love. Ne me quitte pas...
Leo Ferre, on the other hand, manages to take chanson one step further from where Trenet left it. He borrows elements from diverse musical genres, such as rock, jazz, classical and Latin American music, juggling with his experimentation to the limits of the form and structure of chanson. In an effort to maintain a high lyrical level, he composes Baudelaire, Verlaine, Rimbaud and Aragon. Ferre was extremely unconventional, satirized, complained and accused through his songs, and scandalized public opinion by openly anti-national attitude, claiming the withdrawal of French troops in the Algerian war of 1961 and the end of colonialism of France.
Beyond Aznavour with the unsurpassed Mon vieux and Ferrat, also new talents become successful, but do not write their own material. The beautiful Dalida, Alain Barriere, Anne Sylvestre, Barbara, Michel Aubert, Pierre Vassiliu, Boris Vian, and Francis Lemarque.
At the same time the cinema takes revolutionary tactics and becomes a means of expression of social movements and political positions. With main exponents Francois Truffaut and Jean-Luc Godart, enters into the era of Nouvelle Vague (New Wave) and chanson Rive Gauche musically dresses the cinematic scenes. Often chansoniers sing and interpret a role in the film, switching more and more easily between these two properties, such as Yves Montand and Eddie Constantine.
The bad boy, as they use to call him, of the French music scene was none other than Serge Gainsbourg, a musician that changed genres with extreme ease and so it is difficult for his repertoire to be categorized. With Russian-Jewish origin and a musician father, he learned piano from an early age and soon he composed and played his own songs. Entering the world of show business he changed his real name Lucien to Serge in order to be considered as a “tough guy”, although his stress on stage betrays his innate introversion. His career takes off when Juliette Greco sang with him in La Javanaise, while he writes his first love song to Brigitte Bardot, with whom he has a short romance, but her husband prohibits its release. He sings it a little later with the woman who marked him, the Englishwoman Jane Birkin. “Je t’ aime...moi non plus”, with the indecent lyrics on a musical carpet by groans, is a bomb to establishment. It scandalizes throughout Europe and is banned in England, while, susceptible to challenge, he recorded a few years later the national anthem of France, the Marseillaise, in a rhythmic cover with Jamaican musicians. He entitles it “Aux armes et caetera” and triggers a new wave of reactions. Nevertheless, on the day he takes his last breath in Paris in 1991, flags fly at half mast.
Beyond songwriters, those who played a dramatic role in the development of French music, especially from the 60s onwards, were the key holders of the cultural agenda and show business at the time. Among them is Jacques Canetti, producer of the record company Philips and extremely effective hunter of new talents, like Greco, Brassens and Brel-, the owner of the famous music hall that still exists in the boulevard de Capucines, Olympia, Bruno Coquatrix, and finally the owners of small record companies that will be able to attract new talents. Eddie Barclay, owner and director of the record company Disques Barclay, and Leon Cabat, owner of the small Vogue.
The passage in the 60s marks the decline of chanson Rive Gauche, at the same time that the French economy grows unexpectedly, with immediate effect to culture, but also in the country's cultural life. The youth at last has money, that in the cultural fever of Paris, they spend them for concert tickets, but mainly for discs. Within the decade 150 billion discs go out, companies record and release discs incessantly, new names become popular, a new sound is formed, while French people open their ears to the music of other countries. This time belongs to young people and arts, which meet a new zenith and stigmatize not only the young but also the older generation. Soon Paris is the center of the world.
In response to the advent of the American rock ‘n’ roll and the British Beatles, a new movement and genre is formed, called chanson yeye, paraphrasing the English “yeah-yeah”. Chanson yeye addresses to the youth, but its rival awe, chanson contemporaine still exists. The first has innocent, even naive subjects, and describes sweet romances, broken hearts and robust friendships, while the second uses complex vocabulary, tells stories and sometimes is based on poems. Yeye people appear on television and radio microphones and amplifiers, while chansonniers exclusively at musical theaters, cabarets and music halls with acoustic instruments. The yeye movement includes mostly women, like the queen of twist, Sylvie Vartan, the innocent Francoise Hardy with Tous les garcons et les filles and Sheila with the characteristic L 'ecole est finie. Some of them are teenagers, still schoolgirls like Jacqueline Taieb, who starts her career at 16 years, and France Gall who at the age of 17 won the first prize in Eurovision 1965 with Poupee de cire, poupe de son by Gainsbourg. The latter calls her “French Lolita”. On the other side there are the Greek Georges Moustaki with the -sung by Edith Piaf- Milord, the different Brigitte Fontaine, Christophe of Aline.
On the state radio, the show “Salut les copains” of Daniel Filipacchi, a highly musically informed man, promotes yeye music and has such a resonance that soon they issue a namesake magazine. It becomes equally popular and its runs will reach in a few months the 1,000,000 copies. At the same time, with radio, discs, television, magazines and show business, the musicians become part of the show business, a game whose terms they are required to learn. Yeye people adapt easily and soon become popular, and men like the romantic Michel Polnareff, Jacque Dutronc of j 'aime les filles, Claude Francois - French people call him Cloclo- and Serge Gainsbourg with a part of his songs.
Yeye people were accused by the older generation that lacked creativity. With their subjects, which were not literary merit, they believed that they promote the intellectual inertia of youth and simultaneously lead to the oblivion of the cultural heritage of the nation, and that is why among chansioniers there are many of their opponents. Although with the increasing influence of television the gap separating them shrinks and separations stop. However, yeye people also have to waive the rockers who mock them for their self-indulgence.
First to introduce to the French public the American rock ‘n’ roll was Johnny Hallyday, who will continue to leave his mark on the French rock music also the coming decades, while becoming so popular that soon they will call him “Elvis of France”. In the rock scene of the time, Gene Vincent shows up, EddieMitchell with his band “Les Chaussettes Noires” and the jazz musician Henri Salvador, with the nickname Henry Cording, in songs of Boriw Vian and Michel Legrand. In 1966 the Rock & Folk magazine was found, initially as a supplement of the Jazz magazine, but soon it becomes independent and comes with a faithful audience that trusts it up to date.
The political circumstances have marked this decade. With the Vietnamese War, the Cold War and with Europe suffering from dictatorships, Franco in Spain, Salazar in Portugal, Papadopoulos and Patakis in Greece in 1967. In this tense climate and against a tough government, the politicized and liberal poets of Sorbonne revolt. It is May 1968. The protests of students and their clashes with police have philosophical implications, and that is why Jean Paul Sartre runs to Cartier Latin to talk with young people, and many leaders of the intellectual and artistic life of Paris show their support. Students stand against the absolutism of Charles de Gaul, but look for channels of expression and communication, such as political writing, philosophical thinking and thoughtful lyrics. Musically they express themselves with singers of the previous generation, Yves Montand, Gilbert Becaud, Charles Trenet and of course L 'Internationale, the Communist anthem. From here onwards the fashion of yeye does not have the same resonance. In response to the events Charles Trenet writes “C'est extra” and our “own” Vangelis, who is in Paris during the events, releases a symphonic poem entitled “Fais que ton reve soit plus long que la nuit” (Make your dream bigger than the night), while all auteurs-compositeurs-interpretes differentiate verses in response to the requirements of the time.
At the same time in Greece the dictatorship brings dramatic changes, among others, in cultural life. Censorship is intense and any attempt to create a cultural object with messages against the colonels is only possible with symbolism. Mikis Theodorakis, Melina Mercouri, Maria Farantouri, Giannis Tsarouhis, Vassilis Vassilikos, Nikos Koundouros, Yannis Xenakis, Chris Sartzetakis, among others, are self-exiled and manage to raise their revolutionary voice in Paris. A companion in this fight, Costas Gavras, directes the famous “Z” -from the slogan in favor of Gregory Lambrakis “He lives” (“zi” in greek) - starring Yves Montand. The film is awarded at Cannes, but also at the American Oscars. The music of Theodorakis is sung by Greek and French people and Paris is formed in a reaction defender against the regime out of Greece.
In the 1970s, the auteurs-compositeurs-interpretes and rockers continue their actions, but not the singers of chanson yeye. The fashion has passed. Instead born there is born the chanson populaire or chanson de pop (popular song) considered by the French as a kind of light music, talking about love and life. This kind is entirely subject to the music recording regulations and mass production, reaching out to the masses. Thus, the concepts and vocabulary used must be simplified, the tunes easy to listen to, while the structure follows the standard switch between verse and chorus. And the duration of each song cannot exceed 3 minutes, so to be able to record with discs of 78 or 45 rpm. The artists of the chanson de pop are extremely communicative and friendly with the new media, especially television. These include many of the chanson yeye who have changed their type, like Michel Polnareff, who dramatically changes appearance and sings the English “Love me please love me”, Salvatore Adamo with his ballads, Dalida, the only one that makes an international career, Mireille Mathieu who sings in 11 languages and Michelle Torr with “Emmene-moi danser ce soir” reaching the 3 million sales.
The variete music encapsulates different elements and we find various musicians who renew their style. Henri Salvador stops experimenting with his rock music and returns to his old love, jazz, but making music more accessible. Also his friend Sacha Distel has a jazz past, who creates and sings the famous Monsieur Cannibal, while Capri c 'est fini gives popularity to Herve Vilar and sells 40 million records. Antoine, a peculiar hippy from Madagascar knows terrible success with Les Elucubrations, but soon gives up everything to travel the world. Francoise Hardy and Serge Gainsbourg cooperate during this decade with musicians from Latin America and the Caribbean, the first one bring bossa nova elements in La chanson d 'O and the second one creates its own rhythmic version of Marseillaise in 1979. Brigitte Fontaine continues to assimilate Arab influences.
During that decade, new artists revamped French chanson, which by the end of this decade was incorporated in pop. Michel Sardou belongs to the generation of auteurs-compositeurs-interpretes and in this decade he is one of the most popular singers in the country. With 120 million albums to his credit, he is even more loved with the song La France, in which he essentially blames President Valerie Giscard d 'Estaing and the Chirac government. Unions and communist organizations praise him, forgetting his right-wing past. In 1975 Joe Dassin records L 'ete indien which becomes his biggest success, and a few years after he gives a full concert at Panathenaic Stadium. Francis Cabrel, Alain Souchon and Jacques Higelin move in the same spirit.
French rock develops slowly compared to other kinds, since many are skeptics about it. Apart from Johnny Hallyday and Gene Vincent, who continue dynamically, in 1976 the Telephone are created, one of the first French rock bands and one of the few who were able to make tours beyond the narrow confines of their homeland. Following the trends of American and psychedelic rock Jean Pierre Massiera's records the radical Les Maledictus Sound and the Greek band Aphrodite's Child, which includes Vangelis Papathanasiou and Demis Roussos, releases one of the disks with the greatest impact in their area, 666. Alan Stivell combines the traditional elements of Britain and Celts in an original combination of folk-rock, moving in the boundaries of progressive rock.
With the fall of the dictatorship in 1974 Greece is reborn and beyond the warm welcoming expected for Mikis Theodorakis and Manos Hatzidakis, who returns from America, it is also expected for the French singers that it has loved. Johnny Hallyday, Charles Aznavour, Dalida give melodies to the hopes of the people, while Louis de Funes with his movies brings the smile again on the lips of the Greeks. In contrast, the French embrace our own Nana Mouskouri.
The classical period of French song with the minstrels of chanson and the revolutionary aspects of French youth is completed in the late 70s. From 1980 onwards, the course of French music is influenced by international trends, but also by the music of former colonies, which are incorporated in the term “francophonie” which we will look further.