CLAPS.gr

Get reAdy.

"Δεν έχουν σημασία οι ετικέτες", έλεγε ο Τζον Κασσαβέτης. "Όταν θέλεις να κάνεις μια ταινία, δεν είναι υποχρεωτικό να ανήκεις σε κάποιο κίνημα, αισθητικό ή άλλο. Θέλεις να την κάνεις και την κάνεις. Όπως και να' χει, αυτό είναι μια πράξη ατομικής ευθύνης".

Ο αθέατος Τζον Κασαβέτης.

The unseen John Cassavetes.

“The labels don’t matter”, John Cassavetes used to say. “When you want to make a movie, it is not necessary for you to belong to a movement, aesthetic or other. You want to do and you do it. As Anyway, this is an act of individual responsibility”.

Ο Τζον Κασσαβέτης ήταν παθιασμένος με τον κινηματογράφο, για τον οποίο εργάστηκε ως σκηνοθέτης από το 1959. Του αφιέρωσε τη ζωή του. Όπως ο Όρσον Γουέλς, έτσι και αυτός αναγκαζόταν να παίζει σε μετριότατες ταινίες, ώστε να μαζέψει τα χρήματα που χρειαζόταν για την παραγωγή των δικών του έργων. Η επιμονή του στο να δουλεύει μόνος, κάνοντας ακριβώς αυτό που ήθελε χωρίς να τον ζαλίζουν τα στούντιο, είχε ως αποτέλεσμα 12 θαυμάσιες ταινίες. Ο Κασσαβέτης ξεκίνησε ως ηθοποιός γι' αυτό και εκτιμούσε περισσότερο τους ηθοποιούς από τους σκηνοθέτες. Ως ηθοποιός άλλωστε είχε κάνει παροιμιώδεις καβγάδες με σεναριογράφους και σκηνοθέτες, όπως ο Ντον Σίγκελ στους "Δολοφόνους"."Ο μόνος λόγος για να κάνεις αυτή τη δουλειά είναι να έχεις κάτι να εκφράσεις", επέμενε να λέει. "Οι σκηνοθέτες είναι οι μόνοι που δεν σου επιτρέπουν να εκφραστείς. Εξαιρέσεις ο Ίγκμαρ Μπέργκμαν και ο Ζαν Λικ Γκοντάρ. Ο Κασσαβέτης επέτρεπε τη δημιουργική ελευθερία. Ήταν ανοιχτός στις ιδέες των ηθοποιών. Μετά τα γυρίσματα των "Συζύγων", ο Πίτερ Φολκ, ένας από τους αγαπημένους ηθοποιούς του Κασσαβέτη (έπαιξε σε οκτώ ταινίες του), είχε δηλώσει ότι ποτέ πριν δεν είχε δουλέψει τόσο ελεύθερα αλλά και με τόσο κέφι. "Δύσκολος" στη συνεργασία, ο Κασσαβέτης ως σκηνοθέτης δεν υπέκυψε ποτέ στην εξουσία της αυτοκρατορίας του Χόλιγουντ. Έκανε κινηματογράφο ανεξάρτητος, χρησιμοποιώντας ως ηθοποιούς φίλους του επαγγελματίες (ΜπενΓκαζάρα, Τζίνα Ρόουλαντς, Σίμορ Κασέλ), ακόμα και μέλη της οικογένειας του.

John Cassavetes was passionate about cinema, for which he worked as a director since 1959. He devoted his life to it. Like Orson Welles, he was forced to play in modest
films, in order to gain the money needed for the production of his own projects. His insistence on working alone, doing exactly what he wanted without the pressure of the studios resulted in 12 wonderful films. Cassavetes started as an actor and that is why he appreciated the actors more than the directors. As an actor he had quarrels with writers and directors like Don Siegel in “The
Killers”. “The only reason to do this job is to have something to express”, he
insisted. “The directors are the ones who do not allow you to express yourself.
The exceptions were Ingmar Bergman and Jean Luc Godard. Cassavetes allowed
creative freedom. He was open to the actors’ ideas. After the shooting of “Husbands”, Peter Falk, one of the favorite actors of Cassavetes (he played in eight of his films), stated that he had never worked so freely and with such
enthusiasm before. “Difficult” in cooperation, Cassavetes as a director never
succumbed to the power of Hollywood empire. He made independent films, using his
friends who were professional actors (Ben Gazzara, Gena Rowlands, Seymour
Cassel), and even family members.







Η αντιπάθεια του για τους μεγαλοπαραγωγούς των στούντιο
κολοσσών ήταν έκδηλη. "Η μόνη συνεισφορά αυτών των ανθρώπων είναι να λένε
να γίνει ή να μη γίνει μια ταινία" δήλωσε στην περίφημη συνέντευξη του στο
"Playboy" το
1971. "Δίνουν λεφτά ή δεν δίνουν. Τίποτα άλλο. Δεν έχουν ιδέα για τον
ιδρώτα που χύνει ο κινηματογραφιστής". Η συνεργασία του με μεγάλα στούντιο
(United Artists)
στις αρχές της δεκαετίας του '60 είχε ως αποτέλεσμα την αποτυχία του κοινωνικού
μελοδράματος "Το παιδί μας σε περιμένει" με τον Μπαρτ Λάνκαστερ, την
Τζούντι Γκάρλαντ αλλά και τη σύζυγο του Κασσαβέτη Τζίνα Ρόουλαντς. Σήμανε
επίσης την απομάκρυνση του από το στούντιο.







His
antipathy for the studio’s great producers was evident. “The only contribution
of these people is to say whether a movie will be made or not”, he said in his
famous interview on

“Playboy”

in 1971. “They give money or they don’t. Anything
else. They have no idea about the sweat of the cinematographer”. His collaboration
with major studios

(United Artists)

in the early 60s led to the failure of the
social melodrama “A child is waiting” with Burt Lancaster, Judy Garland and Cassavetes’s
wife, Gena Rowlands. It also meant his leaving from the studio.






Όταν πρωτοείδε την Ρόουλαντς το 1954, ο Κασσαβέτης δεν είχε
αρχίσει ακόμα να σκηνοθετεί. Όταν την αντίκρυσε, γύρισε στον ηθοποιό Τζον Έρικσον και είπε: "Αυτή είναι η γυναίκα που θα παντρευτώ". Το είπε,
το έκανε και το ζευγάρι έμεινε ενωμένο μέχρι το θάνατο του Κασσαβέτη το 1989 από κύρωση του ήπατος. Η Ρόουλαντς ήταν η απόλυτη μούσα του, αλλά το ακριβώς αντίθετο του. Συνεσταλμένη, ήσυχη, χαμηλόφωνη. Μαζί μεγαλούργησαν και έκαναν τρία παιδιά, όλα σκηνοθέτες: Νικ, Αλεξάνδρα, Ζόι. Η ηθοποιός έπαιξε σε 8 ταινίες του και απέσπασε δύο υποψηφιότητες για Όσκαρ Α' Ρόλου στα "μια γυναίκα εξομολογείται" και "Γκλόρια". Ως σκηνοθέτης ο Κασσαβέτης προτάθηκε για Όσκαρ για το "Μια γυναίκα εξομολογείται" και ως σεναριογράφος για τα "Πρόσωπα".


Ακούραστος μελετητής της ανθρώπινης ψυχής, ο Κασσαβέτης την
αναζητούσε μέσα από τα κουρασμένα πρόσωπα των ηρώων του. Το πρόσωπο άλλωστε, είχε μεγάλη σημασία για τον Κασσαβέτη γιατί, όπως πίστευε, αυτό είναι ο καθρέφτης όλων των συναισθημάτων, που βρίσκονται καταχωνιασμένα μέσα στο άτομο. "Πρόσωπα" ήταν και ο τίτλος της τέταρτης ταινίας  που γύρισε σαν σκηνοθέτης. Έργο ποσοτικά λίγο, μα επιβλητικό και πρωτότυπο, ασυνήθιστο ως προς την πλειοψηφία της παραγωγής του Χόλιγουντ.


Ο Κασσαβέτης επίσης διαφωνούσε με τις διασκευές βιβλίων υποστηρίζοντας ότι οι σκηνοθέτες πρέπει να γράφουν το δικό τους υλικό. "Γιατί να κάνω τον Νονό;", αναρωτιέται στη συνέντευξη που είχε δώσει στο "Playboy".
"Επειδή προέρχεται από μπεστ σέλερ και όλα δείχνουν ότι θα γίνει μπεστ
σέλερ και στον κινηματογράφο; Αυτό είναι υπέροχο, αλλά όχι ευχαριστώ. Θεωρώ τον εαυτό μου καλλιτέχνη και αντιμετωπίζω τον κινηματογράφο ως τέχνη. Το να μεταφέρεις ένα μπεστ σέλερ στον κινηματογράφο, για μένα, δεν είναι τέχνη".


Ο Τζον Νίκολας Κασσαβέτης γεννήθηκε στις 9 Δεκεμβρίου του 1929 στη Νέα Υόρκη, γιος Ελλήνων μεταναστών. Ο πατέρας του, ταξιδιωτικός πράκτορας και απόφοιτος του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ είχε το ταλέντο να κερδίζει και να χάνει εκατομμύρια από τη μια στιγμή στην άλλη. Ο Τζον μεγάλωσε σε παραπάνω από μια ντουζίνα γειτονιές στο Μανχάταν. "Δεν είχαμε ποτέ λεφτά, αλλά δεν μας απασχολούσε και τόσο. Έπρεπε να μετακομίζουμε κάθε λίγο και
λιγάκι - κάθε μήνα για την ακρίβεια. Οι ιδιοκτήτες ήταν τόσο αγχωμένοι να
νοικιάσουν, που πρόσφεραν τον πρώτο μήνα δωρεάν. Όταν τελείωνε ο μήνας, τελειώναμε κι εμείς με το σπίτι. Ψάχναμε άλλο".


Πολλά προσωπικά βιώματα του διακρίνονται μέσα στο έργο του και περιέχουν ακόμα και το στοιχείο του αυτοσαρκασμού. Ένα από αυτά ήταν το ύψος του. Ήταν πολύ κοντός. Ένα άλλο ήταν τα δόντια του που είχε σπάσει σε ένα
παιδικό καυγά, με αποτέλεσμα για πολλά χρόνια να μη γελά σε δημόσιους χώρους, φοβούμενος μήπως τον κοροϊδέψουν. Στις περισσότερες κινηματογραφικές του εμφανίσεις υπάρχει κάποια σκηνή, στην οποία σκόπιμα τονίζει το γέλιο του μπροστά στο φακό, σαν να θέλει να αποδείξει ότι πράγματι... έχει πλέον δόντια.


Φοιτητής για ένα διάστημα στο Πανεπιστήμιο του Κολγκέιτ, ο Κασσαβέτης εμπνεύστηκε από τα θεατρικά έργα του Ρόμπερτ Σέργουντ, τα οποία των
ώθησαν να γραφτεί στην Ακαδημία των Δραματικών Τεχνών της Νέας Υόρκης. Έκανε επίσης ένα σύντομο πέρασμα από το περίφημο Actors Studio. Όπως όμως συμβαίνει σε κάθε πρωτο εμφανιζόμενο καλλιτέχνη, έτσι και ο Κασσαβέτης δεν μπόρεσε να βρει άμεσα δουλειά με θιάσους του Μπρόντγουεϊ , με αποτέλεσμα να ασχοληθεί για πολύ καιρό με την τηλεόραση. Το 1959 κατάφερε να κερδίσει το βασικό ρόλο στην επιτυχημένη τηλεοπτική σειρά
"Τζόνι Στακάτο", μια αυτοτελή σειρά με κεντρικό ήρωα ένα τζαζίστα -ιδιωτικό ντεντέκτιβ και ο Κασσαβέτης έγινε τελικά μεγάλο όνομα. Έτσι μπόρεσε να αρχίσει τη δημιουργία των προσωπικών, αγαπημένων του ταινιών. Να εκφραστεί όπως ακριβώς ήθελε.


Το 1959, προβλήθηκαν στην Αμερική οι "Σκιές". Γυρισμένες με πολύ χαμηλό προϋπολογισμό (μικρότερο από 40.000 δολάρια), οι "Σκιές" ήταν ένα πειραματικό, πρωτόλειο έργο του Κασσαβέτη. Οι στιγμές από τη ζωή μιας νέγρικης φαμίλιας, που ζει φτωχικά στη Νέα Υόρκη δε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν ταινία με συγκεκριμένο "στόρι", ούτε σαν "σινεμά βεριτέ" (κινηματογράφος της αλήθειας), ούτε βέβαια σαν χολιγουντιανό προϊόν. Ήταν περισσότερο μια περιπλάνηση αυτοσχεδιασμού στη Νέα Υόρκη,  όπου με την κάμερα στο χέρι ο Κασσαβέτης κατέγραφε ό, τι έβλεπε μπροστά του. Προτού ακόμα αρχίσουν τα γυρίσματα του φιλμ ούτε ο ίδιος ο Κασσαβέτης δεν είχε την παραμικρή ιδέα για το τι ακριβώς θα ήταν. Οι βασικοί χρηματοδότες της ταινίας - εκτός από τον ίδιο με λεφτά από το "στακάτο"- ήταν οι ηθοποιοί Μόρις Μακέντρι και Σίμουρ Κασέλ, τον οποίο ο Κασσαβέτης χρησιμοποίησε πολύ συχνά στις μετέπειτα δημιουργίες του. Τα περισσότερα χρήματα, όμως, συγκεντρώθηκαν με ανορθόδοξους τρόπους, ένας από τους οποίους ήταν το ραδιόφωνο. Εκείνη την εποχή ο Κασσαβέτης συμμετείχε σε μια εκπομπή του ραδιοφώνου, εκφράζοντας τις απόψεις του για τον κινηματογράφο. Μια μέρα ο παρουσιαστής της εκπομπής Τζον Σέπαρντ, γοητευμένος από το πάθος και τον ενθουσιασμό του Κασσαβέτη, πρότεινε στους ακροατές του να στείλουν
ένα δολάριο ο καθένας για να συγκεντρωθεί κάποιο, υποτυπώδες έστω, ποσό με το οποίο θα μπορούσε να κάνει πραγματικότητα το όνειρο του. Σε μια ημέρα
συγκεντρώθηκαν περίπου 2.000 δολάρια.


Οι "Σκιές" που ξεκίνησαν την καριέρα τους από το Φεστιβάλ Βενετίας ήταν κάτι καινούργιο, απρόβλεπτο, επαναστατικό. Όσο και αν ο Κασσαβέτης ενοχλείτο από τις ταμπέλες, η ταινία τον κατέταξε σε μια σχολή ή ένα κίνημα που είχε αρχίσει να γεννιέται: το "Νέο Κύμα των σκηνοθετών της Νέας Υόρκης". Ωστόσο, όταν αργότερα ένας δημοσιογράφος προσπάθησε να τον κολακέψει εκθειάζοντας τον ρεαλισμό των εικόνων του με την κάμερα στο χέρι σε
ταινίες όπως οι "Σκιές" και τα "Πρόσωπα", ο Κασσαβέτης τον αποπήρε λέγοντας του ότι απλώς δεν είχε χρήματα για να αγοράσει τρίποδο. Μετά το ξάφνιασμα που προκάλεσαν, το Χόλιγουντ όπως ήταν φυσικό πλησίασε τον Κασσαβέτη. Εκείνος δοκιμάστηκε στον εμπορικό κινηματογράφο αποκτώντας την πικρή
εμπειρία της ταινίας "Το παιδί μας σε περιμένει".


Αν ήθελε να δημιουργήσει, θα έπρεπε να το κάνει μακριά από το "σύστημα" του Χόλιγουντ -χωρίς αυτό να σημαίνει ότι βρισκόταν πλήρως εκτός: το 1967 ήταν υποψήφιος για Όσκαρ Β' Ανδρικού ρόλου, για την ερμηνεία του στην ταινία του Ρόμπερτ Όλντρις "Και οι 12 ήταν καθάρματα". Στις ταινίες του Τζον Κασσαβέτη όλοι υποφέρουν, από τους ηθοποιούς μέχρι τον ίδιο και το κοινό του. Σε κανένα από τα 12 αγχωτικά έργα του δε θα βρούμε τη σύμβαση των λύσεων. Εκεί όμως, ίσως να βρίσκεται και ημεγάλη του αξία.

When he first saw Rowlands in 1954, Cassavetes had not yet started directing. When he saw her, he turned to the actor John Erickson and said: “This is the woman I
will marry”. He said it, he did it and the couple stayed together until Cassavetes’ death in 1989 from liver cirrhosis. Rowlands was his ultimate muse, but his exact opposite. Timid, quiet, low-voiced. Together they did great things and had three children, all directors: Nick, Alexandra, Zoe. The actress played in 8 of his movies and won two Oscar nominations for the First Role in “A woman under the influence” and “Gloria”. As a director Cassavetes was nominated for an Oscar for “A woman under the influence” and as a writer for “Faces”.




A tireless studier of the human soul, Cassavetes was looking for it through the tired faces of his heroes. The face had a great significance for Cassavetes because he believed that it is the mirror of all the feelings that are buried within an individual.
“Faces” was also the title of his fourth film as a director. A project small in quantity, but imposing and original, unusual for the majority of Hollywood’s productions.





Cassavetes also disagreed with the book adaptations in films, arguing that directors must write their own material. “Why should I make the Godfather?” he wonders in the interview he gave to “Playboy”. “Because it comes from a bestseller and
everything suggests that it will become a bestseller in cinema too? That's great, but no thanks. I consider myself an artist and address to cinema as an art. For me, turning a bestseller into a movie is not art”.




John Nicholas Cassavetes was born on December 9, 1929 in New York, son of Greek
immigrants. His father, a travel agent and graduate of Harvard University had
the talent to win and lose millions of dollars from one moment to another. John
grew up to more than a dozen neighborhoods in Manhattan. “We never had money, but it didn’t really bother us. We had to move every now and then - every month to be accurate. The owners were so anxious to rent, that they offered the first month for free. When the month was over, we were also finished with the house.
We were looking for another one”.



Many personal experiences can be found in his work and they even contain the element of self-sarcasm. One of these was his height. He was very short. Another one was his teeth that he had broken in a childhood fight, so for many years he did not
laugh in public, for fear of being made fun of. In his most cinematic appearances there is a scene in which he deliberately emphasizes laughing in front of the camera, as if to demonstrate that he has ... teeth.




Student for some time at the University of Colgate, Cassavetes was inspired by the plays of Robert Sherwood, which led him to sign up for the Academy of Dramatic Arts in New York. He also made a brief passage from the famous Actors Studio. But as with any artists’ first appearance, Cassavetes was unable to immediately find a
job in Broadway, so he worked for a long time on TV. In 1959 he managed to get
the main role in the successful television series “Johnny staccato”, an independent series with a jazz player-private detective as the main character, and Cassavetes eventually became a big name. So now he could begin the creation of his personal, favorite films. To express himself exactly the way he wanted to.





In 1959, “Shadows” was released in America. Filmed with a very low budget (less than $ 40,000), “Shadows” was a pilot, immature work by Cassavetes. The moments of the life of a negro-family that lives poorly in New York, could not be described as a film with a specific story, or as “Cinéma vérité” (cinema of truth), nor as a Hollywood product. It was more of a wandering improvisation in New York, where with the camera on hand Cassavetes recorded what he saw before him. Even before the start of the film shooting, not even Cassavetes himself had the slightest idea of ​​what it would be exactly. The main financiers of the film - except for him with the money from “staccato” - were the actors Morris Makentri and Seymour Cassel, whom Cassavetes used very frequently in later productions. Most money, however, were collected in atypical ways, one of which was the radio. At the time, Cassavetes participated in a broadcast radio, expressing his views on cinema. One day the broadcast presenter John Sheppard, fascinated by the passion and enthusiasm of Cassavetes, suggested to the listeners that they send one US dollar each, so that they could collect an amount of money with which he could make his dream come true. In one day they gathered about $ 2,000.







The “Shadows” that started its career from the Venice Film Festival was something new, unpredictable, and revolutionary. No matter if Cassavetes was bothered by
labels, this film placed him in a school or a movement that had started being
born: the “New Wave of New York’s filmmakers”. However, when later a journalist
tried to flatter him by extolling the realism of his pictures with the camera
on hand, in movies such as “Shadows” and “Faces”, Cassavetes was annoyed saying that simply he did not have the money to buy a tripod. After the surprise they
caused, Hollywood of course approached Cassavetes. He was tested in the
commercial cinema, gaining the bitter experience of the film “A child is
waiting”.



If he wanted to create, he would have to do it away from the “system” of Hollywood, without this meaning that he was completely off: in 1967 he was nominated for the Oscar of the Best Supporting Actor, for his performance in the film of Robert Aldrich “The dirty dozen”. In the films of John Cassavetes they all suffer, from the actors up to him and his audience. In none of his 12 stressful works we will
not find the solutions’ contract. But there, his great value may lies.