CLAPS.gr

Get reAdy.

To «I Got A Woman» του Ρέι Τσαρλς θεωρείται ο θεμέλιος λίθος της σόουλ. Τσιμπολογώντας από τον ποπ ενθουσιασμό των αφροαμερικανικών ρυθμ εν μπλουζ κι από τον εκστασιασμό της γκόσπελ, συνθέτει ένα αλήτικο, καθημερινό, πιασάρικο τραγούδι για μια γυναίκα που ταΐζει, κανακεύει και υπακούει τον αχαΐρευτο, τυχοδιώκτη ήρωα των στίχων. Γράφτηκε το 1954. Πενήντα δύο χρόνια μετά, η Έϊμι Γουαϊνχάουζ έδινε στο θηλυκό
το δικαίωμα στην αλητεία και ανάγκαζε τον απατημένο σύζυγο να καταπιεί την ταπείνωση μ’ ένα απλό «You Know I’m no Good».  Στις αρχές της νέας χιλιετίας, η σόουλ ήταν ένα είδος παλιακό. Και ξαφνικά, ένα λαϊκό κορίτσι με ύφος βαριεστημένης κομμώτριας την ξανάκανε της μόδας, ανατρέποντας μάλιστα κάποια από τα θεμελιώδη δεδομένα της.

Γεννηθήτω σιωπή.

Let there be silence.

The song “I got a woman” by Ray Charles is considered to be the cornerstone of soul music. Borrowing elements from the pop enthusiasm of the Afro-American rhythm ‘n’ blues and from the ecstatic gospel music, composes a rogue, casual, catchy song for a woman who feeds, pampers and obeys the scapegrace, adventurer hero of the lyrics. It was written in 1954. Fifty two years later, Amy Winehouse gave women the right in “vagrancy” and made her cuckold husband accept the humiliation with a simple “You know that I’m no good”. In the begging of the new millennium, soul music was an
old-fashioned music style. And suddenly, a common girl who had the style of a bored hairdresser, made it in fashion again, changing some of its fundamental characteristics.

Έπαιζαν κι άλλοι νέο-σόουλ. Αλλά ήταν το «Back to Black», το δεύτερο άλμπουμ της Έϊμι Γουαϊνχάουζ, που πότισε με το είδος τα ηχεία όλου του κόσμου. Όπως ακριβώς με τους Nirvana: κάποιοι άλλοι έπαιξαν πρώτοι γκραντζ – και καλύτερα-, αλλά ήταν η παρέα του Κομπέιν που έγινε σύμβολο.  Οι λόγοι και στις δύο περιπτώσεις ήταν πάνω-κάτω οι ίδιοι. Ανεπιτήδευτο στυλ, τραγούδια που γράφτηκαν πάνω στον οίστρο που δημιουργούν οι καταχρήσεις (ακριβώς πριν από την κόκκινη γραμμή απ’ την οποία δεν υπάρχει επιστροφή), η δίψα του κοινού για κάτι νέο και η ανάγκη μια
ολόκληρης χώρας, της Μεγάλης Βρετανίας στην περίπτωση της Γουαϊνχάουζ, να ξαναεπιβληθεί σε κάποιο μουσικό είδος. Η Γουαϊνχάουζ έκανε σπουδαία μουσική το δράμα ενός χωρισμού (που το ζούσε πιο έντονα λόγω των ναρκωτικών) και ο κορυφαίος
παραγωγός Μαρκ Ρόνσον το λούστραρε όσο χρειαζόταν για να γίνει εθισμός στο κοινό.

There were many
people who played neo soul. But it was “Back to Black”, Amy’s second album that
made this kind of music known all over the world. Exactly like Nirvana: many other
people played grunge music first – and better than Nirvana – but it was Cobain
and his friends who managed to become a symbol. The reasons were more or less
the same for both Nirvana and Winehouse. Unpretentious style, songs written on
the verve that abuses create (just before the red line from which there is no
return), the thirst of the audience for something new and the need of an entire
country to be again the first in a music kind; in Winehouse’s case it was UK. Winehouse
converted a separation’s drama (she lived it more intensely because of the
drugs) into great music and her top producer Mark Ronson, fixed it as much as
it needed so it would addict everybody to it.




Τέτοια άλμπουμ, όμως,
γράφονται μόνο μία φορά. Είναι το momentum, οι συνθήκες, η κατάλληλη δόση αλκοόλ
και κρακ. Οι Nirvana
πρόλαβαν κι έβγαλαν ένα ακόμη, πριν αυτοκτονήσει ο Κομπέιν. Ήταν υποδεέστερο
του «Nevermind».
Αν η Γουαϊνχάουζ «καθάριζε» από τις καταχρήσεις, θα έκανε μια βαρετή καριέρα
στη συνέχεια. Είναι μια κυνική διαπίστωση, αλλά είναι αλήθεια. Και το ότι έφυγε
στα 27, στην ίδια ηλικία με τον Κομπέιν, είναι μια σύμπτωση που θα την κάνει
θρύλο πολύ πιο εύκολα από το αν έγραφε άλλα δέκα σπουδαία τραγούδια στη ζωή
της.




However, such albums

are only written once. It’s
the “momentum”, the circumstances, the appropriate dose

of alcohol and crack.
Nirvana had the time to release one more album before Cobain’s suicide

but it
was not as good as “Nevermind”. If Winehouse stopped drugs and alcohol, she
would then make a boring career.

It’s a cynical ascertainment but it’s true.
And the fact that she died at 27, at the same age with Cobain, is a coincidence
that made her a legend much more easily than ten more amazing songs.




Ένα λαϊκό κορίτσι με ύφος βαριεστημένης κομμώτριας ξαναέκανε μόδα τη σόουλ, ανατρέποντας μάλιστα κάποια θεμελιώδη δεδομένα της.

A common girl who had the style of a bored hairdresser made it in fashion again, changing some of its fundamental characteristics.

Ρυθμίζει το μικρόφωνο, δαγκώνει ντροπαλά τα χείλη, χαμηλώνει τα μάτια,

στέκεται τελικά ακίνητη και ξεκινά να τραγουδά σχεδόν α καπέλα το

«Love is a losing game»
- κοριτσάκι κάτω από τα δεκάδες τατουάζ και τη φουντωτή κουάφ της,

με το eyeliner να φτάνει σχεδόν ως τις ρίζες των μαλλιών της.

Είναι 2007, το δεύτερο άλμπουμ της «Back to Black», μια ελεγεία στον

έρωτα και στην εξάρτηση, έχει κυκλοφορήσει πριν από περίπου ένα χρόνο,

έχει πουλήσει 10 εκατομμύρια αντίτυπα (σε μια εποχή δραματικής μείωσης

των πωλήσεων), έχει γνωρίσει την αποθέωση των κριτικών και βρίσκεται

ανάμεσα στα υποψήφια για το βρετανικό βραβείο Mercury.
Είναι όμως σχεδόν απίθανο να της απονεμηθεί, καθώς η πολυτάραχη

προσωπική της ζωή είναι ήδη στο μικροσκόπιο του Τύπου και οι ίδιοι

οι γονείς της έχουν ζητήσει ο κόσμος να σταματήσει να αγοράζει τους

δίσκους της και να της δίνει βραβεία, γιατί έτσι χρηματοδοτεί τον

αυτοκαταστροφικό τρόπο ζωής της.

Πολλοί, άλλωστε, έχουν προβλέψει ότι η Έϊμι Γουαϊνχάουζ, η πιο

συγκλονιστική τζαζ σόουλ φωνή που έχει εμφανιστεί στο μουσικό

στερέωμα τα τελευταία χρόνια, η τραγουδίστρια που συγκρίνουν

με την Μπίλι Χολιντέι και τη Νίνα Σιμόν, δεν θα καταφέρει να εμφανιστεί

στην τελετή. Όμως, εμφανίζεται. Και τραγουδά σχεδόν α καπέλα το

«Love is a losing game».

Και το κοινό βυθίζεται στην απόλυτη σιωπή.

Είναι από τις λίγες ερμηνείες της που θα βρει κανείς, στην οποία
δείχνει νηφάλια, υγιής και αντάξια του θηριώδους ταλέντου της.

Δυστυχώς αυτές που πλημμυρίζουν το ίντερνετ και παρακολουθούνται

συχνότερα είναι οι θλιβερές εμφανίσεις που λίγη σχέση είχαν με το ταλέντο της.

Τι σκότωσε τελικά την Έϊμι Γουαϊνχάουζ; Και γιατί, ενώ όλοι προδίκαζαν

το τραγικό τέλος της, ειδικά το τελευταίο διάστημα μετά την ακύρωση της

τελευταίας της περιοδείας, που περιλάμβανε και τη χώρας μας, και
την αξιοθρήνητη εμφάνισή της στο Βελιγράδι, έμειναν εμβρόντητοι από αυτόν τον πρόωρο θάνατο; Οι δημοσιογράφοι που την αποθέωναν έμοιαζαν ταυτόχρονα να ενδιαφέρονται περισσότερο για την τραγωδία της παρά για το ταλέντο της, κι έτσι το περισσότερο μελάνι, τόσα χρόνια, χύθηκε για να περιγράψει το δράμα και όχι το χάρισμά της.

Αλλά δεν ήταν η δημοσιότητα που τη σκότωσε.

She adjusted the microphone, coyly bit her lips, lowered her glance and then stood motionless and started singing, almost a cappella, the song

“Love is a losing game”;

a little girl under tens of tattoos and her bushy coiffure, with the eyeliner almost touching her hair roots.

It is 2007 and her second album “Back to Black”, an elegy to love and addiction, has already released before about one year, has sold 10 million copies (in a period with dramatic decline in sales), has been apotheosized by all the critics and it’s nominated for the British award Mercury. Though, it’s almost impossible that Amy takes the award; her stormy life is already under the microscope of the press and her own parents have requested people to stop buying her albums and giving her awards because in this way they finance her self-destructive lifestyle. Besides, many people have predicted that Amy Winehouse, the most sensational jazz soul voice of the last years, the singer who is compared to Billy Holiday and Nina Simone, will not manage to go to the ceremony.

However, she went and sang almost a cappella the song

“Love is a losing game”.

The audience immersed in the absolute silence.

It’s one of the few performances that Amy seems sober, healthy and worthy of her majestic talent. Unfortunately, her sad performances on internet, which don’t represent her talent at all, are the mostly viewed.

What eventually killed Amy Winehouse? And why while everybody prejudiced her tragic end, especially during the period after the cancellation of her last tour, which included Greece as well, and her lamentable performance in Belgrade, was flabbergasted from her early death? Journalists who deified her seemed to be more interested in her tragedy than her talent; all these years, so much ink spent, was used to describe her drama and not her charisma. But it was not the publicity that killed her.

«Γράφω τραγούδια γιατί έχω ανάγκη να βγάλω κάτι καλό από πράγματα τόσο κακά. Σκέφτομαι “θα πεθάνω αν δεν γράψω αυτό που νιώθω”», είχε πει η Γουαϊνχάουζ.

"I write songs because I need to get something good out of something bad. I think ‘damn, I’m going to die if I don’t write what I’m feeling".

 Όταν την είδα στη σκηνή

Μοιάζει περίεργο σήμερα, στη σκιά του θανάτου της
και των επί σειρά ετών καταστροφικών εμφανίσεών της που έχουν γεμίσει το YouTube, αλλά υπήρξε μια εποχή
που η Έϊμι Γουαϊνχάουζ τραγουδούσε κανονικά live. Σύντομη εποχή, δυστυχώς, αλλά
υπήρξε. Ένα τέτοιο είχα παρακολουθήσει την τελευταία μέρα του Ιουνίου του 2007
στο μεγάλο βελγικό φεστιβάλ Rock Werchter
όταν η Έϊμι είχε βγει στη μεγάλη σκηνή με ντάλα ήλιο, στις 3 το μεσημέρι.
Θυμήσου, ήταν μια εποχή πριν από τις μεγάλες δημόσιες καταχρήσεις, πριν από το
σερί μεθυσμένων live
εμφανίσεων και, φυσικά, πριν από τον θρίαμβο των Grammy: Η Έϊμι εκείνη τη μέρα ήταν απλώς
το ταπεινό, 6ο όνομα στη μαρκίζα. Απίστευτο δεν ακούγεται; Ακόμα πιο
απίστευτη και η συναυλία της. Όχι τόσο γιατί τρελαινόμουν ποτέ για τη μουσική
της, αλλά διότι, με τα σημερινά δεδομένα, κοιτάζω κάτι βιντεάκια από εκείνο το
μεσημέρι και την περιμένω να χάσει διαρκώς τα λόγια, να αρχίσει να μουρμουράει
τους στίχους του

«Back to Black»,
να σουλατσάρει στη σκηνή σα χαμένη στο Διάστημα, να σπάσει τη θεία φωνής της σε
χίλια κομμάτια. Τίποτα από όλα αυτά δεν συμβαίνει. Η εικόνα επιβεβαιώνει την
Έϊμι του 2007 που είχα διατηρήσει στη μνήμη μου.

Δηλαδή, ενός live με στυλ και χαρακτήρα, αν μη τι
άλλο. Το παίζει αποστασιοποιημένη, βαριεστημένα cool, δαγκώνει τα νύχια της
προσποιούμενη παιχνιδιάρικα πως δεν είμαστε εκεί, χαμηλώνει ταχύτητα πριν από
τα μεγάλα ρεφρέν. Και μετά αφήνεται σε μερικές εκρήξεις στις μεγάλες στροφές ή
στη γέφυρα του «Rehab»,
για παράδειγμα, συμπαρασύροντας το κοινό. Η φωνή της είναι μεγαλειώδης – τότε
ακόμα είχε τον έλεγχο αυτού του θαυματουργού εργαλείου.


Ο επιτηδευμένα λαϊκός
χαρακτήρας που βγάζει στη σκηνή προσωπικά με αφήνει αδιάφορο και στο μεγαλύτερο
μέρος του live
ομολογώ πως βαριόμουν κάπως. Όμως, ακόμα και τότε ξέραμε (όλη η παρέα που
βρεθήκαμε εκεί) πως ζούσαμε μια συναυλία που δεν θα ξεχνούσαμε ποτέ, τόσο για
τους σωστούς όσο και – δυστυχώς- για όλους τους λάθος λόγους.


When I saw her on the stage

It seems weird today, in the shadow of her death

and after several years of devastating performances that have filled YouTube, but there was a time

that Amy Winehouse sang normally live. A short time, unfortunately,

but there was. Such a live I attended on the last day of June 2007,

at the big Belgian festival ‘Rock Werchter’.

Amy appeared on the stage at 3 o’clock in the afternoon, under the hot sun.

Remember, it was the time before her public abuses, before her
repeated drunk live concerts and of course,

before the Grammy triumph. On that day, Amy was just the humble,

6th name on the poster. Incredible, isn’t it?

Well, her concert was even more incredible. It was not because I was crazy
for her music, but because, as things stand today, I’m watching some videos
from that afternoon and I’m waiting for her to forget the lyrics, to start
murmuring the lyrics of

“Back to Black”,

to saunter on the stage like lost in the space, to break her divine voice in thousand pieces…

But nothing of these happens; the video shows exactly the Amy of 2007

that I had engraved in my mind.

That is, at least, a live concert with style and unique characteristics. She plays the role
of a detached, boredly cool girl, she bites her nails playfully pretending that
we aren’t there, slows down before the big choruses.

And then, she improvises on the big verses or on the bridge of “Rehab” for example,

rousing the audience.
Her voice is majestic – at that time she was still able to control this
miraculous tool.


This pretentiously “folk” character she shows on the stage
leaves me icily indifferent and I confess that the biggest part of the concert
was somehow boring. Although, even then, we knew (the group of friends that was
there) that we lived an unforgettable concert, both for the right and
–unfortunately- for all the bad reasons.