BRANDO ΑΠΟΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΟΣ


     Ο Ντάργουιν Πόρτερ, συγγραφέας των διάσημων ταξιδιωτικών
οδηγών Frommer και βετεράνος ρεπόρτερ του Χόλιγουντ, έκανε πολύ δουλειά. Το αν είναι και εξαιρετική, είναι δύσκολο να το κρίνει κανείς αφού ο αμερικανός ερευνητής ασχολήθηκε με μια προσωπικότητα η ζωή της οποίας είχε τόση λάμψη όσο και σκιές.
     Ο Μάρλον Μπράντο αν ζούσε σήμερα θα ήταν 92 χρονών - γεννήθηκε στην Νεμπράσκα των Ηνωμένων Πολιτειών στις 3 Απριλίου του 1924 και πέθανε την 1 Ιουλίου του 2004. Ο Πόρτερ, αφού ερεύνησε ενδελεχώς κάθε πτυχή της προσωπικής ζωής του Μπράντο, συνέγραψε αν όχι την πιο πλήρη αλλά σίγουρα την πιο αποκαλυπτική
βιογραφία του μεγάλου ηθοποιού, τιτλοφορημένη "Brando Unzipped". Ο Πόρτερ αφιέρωσε πολλά χρόνια στην έρευνα για τη ζωή του Μπράντο. Πήρε συνεντεύξεις από φίλους και απλούς γνωστούς, ερωμένες και εραστές, συναδέλφους και οπαδούς του Μπράντο, καταλήγοντας να κατασκευάσει το χρονικό της κοινωνικής και ερωτικής ζωής ενός ανθρώπου του οποίου η ζωή είχε την ίδια ζωώδη ένταση με το ρόλο του Στάνλεϋ Κοβάλσκι στο "Λεωφορείο ο πόθος", και διέγραψε μια διαδρομή από την αποθέωση στην παρακμή -και στις δύο περιπτώσεις στη μέγιστη δυνατή κλίμακα: από σύμβολο του σεξ του 1950 σε ένα πρησμένο από λίπος κήτος, που στα τελευταία
χρόνια της ζωής του απασχόλησε περισσότερο τα σκανδαλοθηρικά ταμπλόιντ παρά τα κινηματογραφικά έντυπα. Είναι πάντως αλήθεια ότι ο ίδιος ο Πόρτερ υποκύπτει στον πειρασμό της σκανδαλοθηρίας, και οι 642 σελίδες του βιβλίου μοιάζουν σε αρκετά σημεία περισσότερο μια καλογραμμένη συρραφή κουτσομπολιών, δημοσιευμάτων
ταμπλόιντ και ισχυρισμών του ίδιου του Μπράντο, παρά μια εμπεριστατωμένη έρευνα. Αυτό που σοκάρει πιο πολύ πάντως δεν είναι η παρουσίαση του Μπράντο ως αχαλίνωτου ηδονιστή, αλλά η αποκαθήλωση ολόκληρου του λαμπερού κόσμου του Χόλιγουντ, ο οποίος περιγράφεται με όρους σεξ, λαγνείας και αμαρτίας, ένα σκοτεινό συγγραφικό στυλιζάρισμα που έκανε δημοφιλές ο Τζέιμς Ελρόϊ με την τετραλογία του για το Λος Άντζελες. Η βιογραφία επικεντρώνεται στο γεγονός ότι ο Μπράντο χρησιμοποιούσε την ηλεκτρική γοητεία του για να ικανοποιεί την ακόρεστη όρεξη του για όσο το δυνατόν περισσότερο σεξ. Χωρίς να το λέει ευθαρσώς, ο Πόρτερ καταλήγει εμμέσως στο συμπέρασμα ότι ο Μπράντο έπασχε από μια μορφή σατυρίασης, μια ακατανίκητη ανάγκη δηλαδή για όσο το δυνατόν περισσότερες ερωτικές συνευρέσεις κατά τη διάρκεια της ημέρας. Μια από τις πρώτες του φίλες, η Τζεραλντίν Πέιτζ, λέει χαρακτηριστικά στο συγγραφέα: "Ο Μπράντο ήταν σαν το σκυλί: τη μια στιγμή ουρούσε κάτω από ένα δέντρο, την άλλη το έκανε δίπλα σε ένα παγκάκι. Δεν τον ενδιέφερε τίποτα, απλώς έπρεπε να βρει το καθημερινό του κρέας".

     Ελευθερίων ηθών και συνεχώς να σοκάρει τον περίγυρο του με
τις πράξεις του, εμφανιζόταν σε συνεντεύξεις ξύνοντας τα απόκρυφα μέρη του και αφήνοντας αέρια να ελευθερωθούν από διάφορες οπές του σώματος του, έφευγε από το πλατό απροειδοποίητα, μιλούσε με αισχρόλογα, είχε συλληφθεί επειδή ούρησε δημοσίως και συνεντεύξεις αναφερόταν στο πέος του ως "το ευγενές μου εργαλείο".

Τη δεκαετία του 1960 είχε πει ότι είχε πει ότι είναι πολύ χαρούμενος που οι αφίσες του κοσμούν τοίχους τόσων διάσημων ομοφυλοφίλων, όπως ο Τρούμαν Καπότε και ο Τένεσι Ουίλιαμς. Στο βιβλίο αναφέρεται εκτενώς το πάθος του Τένεσι Ουίλιαμς για τον Μπράντο, το οποίο είχε ξεκινήσει "από μια βραδιά σε μια μοναχική παραλία στο Πρίνσταουν" κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Η απήχηση του Μπράντο στους κινηματογραφικούς κύκλους των ομοφυλοφίλων υπήρξε εξαιρετικά θερμή, υποστηρίζει ο συγγραφέας. Ανάμεσα σε
αυτούς που μοιράστηκαν το κρεβάτι μαζί του συγκαταλέγονται, σύμφωνα πάντα με το βιλίο, οι δύο βασικοί του αντίπαλοι στα 50'ς, ο Τζέιμς Ντιν και ο Μοντγκόμερι Κλιφτ. Με τον τελευταίο ο Μπράντο έβαλε κάποτε στοίχημα να τρέξουν γυμνοί στη Γουόλ Στριτ, την πιο πολυσύχναστη οδό της Νέας Υόρκης. Όταν το 1946 εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο Μπρόντγουεϊ στην παράσταση "A Flag is born",
η δασκάλα του και ηθοποιός Στέλλα Αντλερ είχε πει πως "ο νεαρός αυτός πρέπει να έχει πάει με τις μισές εβραίες της Νέας Υόρκης". Στην ταινία "Ο Ατίθασος" που τον ανέδειξε σε σύμβολο του σεξ, ο σκηνοθέτης Λάζλο Μπένεντεκ τον έπιασε μια μέρα στα παρασκήνια με έναν νεαρό μεξικάνο ηθοποιό που υποδυόταν ένα μέλος της συμμορίας του. Για τις ανάγκες της ταινίας "Το κορμί μου σου ανήκει" του Φρεντ Τσινεμαν, όπου υποδυόταν έναν παραπληγικό βετεράνο του Βιετνάμ, επισκέφτηκε ένα άσυλο παραπληγικών και σύναψε σχέση με έναν ασθενή ενώ ορισμένοι συντελεστές της ταινίας "Σαγιονάρα"
ισχυρίζονται ότι είχε πάει σχεδόν με όλες τις γιαπωνέζες κομπάρσους που συμμετείχαν στο φιλμ. Όσο γύριζε το "Λεωφορείο ο πόθος", σύναψε σχέσεις τόσο με τη Βίβιαν Λι όσο και με το σύζυγο της Λόρενς Ολιβιέ. Ο Ντέϊβιντ Νίβεν θυμάται χαρακτηριστικά: "Είχα δει τον Μάρλον και τον Λόρενς να κάνουν μπάνιο γυμνοί στην πισίνα και να φιλιούνται με πάθος. Πήγα μέσα και βρήκα τη Λι να στέκεται με απάθεια. Νομίζω ότι ήξερε καλά τι συνέβαινε έξω, αλλά κανείς μας δεν αναφέρθηκε στο περιστατικό". Δύο ήταν κατά τον Πόρτερ τα σημαντικά άτομα στην αρχή της καριέρας του: ο ένας ήταν ο ηθοποιός, εραστής και συγκάτοικος του, Γουόλι Κοξ, για τον οποίο ο Μάρλον είχε κάποτε παραδεχτεί ότι "αν ο Γουόλι ήταν γυναίκα, θα τον είχα παντρευτεί και θα ζούσαμε ευτυχισμένοι". Το άλλο άτομο ήταν η Μέριλιν Μονρό, την οποία "ψώνισε" για πρώτη φορά το 1946 σε ένα μπαρ για 15 δολάρια και μετά την πήγε στο διαμέρισμα του, κατ' ομολογία του κολλητού του φίλου Κάρλο Φιόρε. Το ότι η Μονρό "ψωνιζόταν" στην αρχή της καριέρας της επιβεβαιώνει και η οικιακή βοηθός της Λένα Πέπιτοουν: "Της άρεσε να βγάζει χαρτζιλίκι για 15 δολάρια και επίσης έκανε πιάτσα και στο Χόλιγουντ, όχι όμως για χρήματα αλλά για φαγητό.

Στο απόγειο της καριέρας και της γοητείας του Μπράντο, "η λίστα των ερωτικών παρτενέρ του αποτελούσε το "who is who" της πολιτιστικής
ελίτ του Χόλιγουντ.", αναφέρει ο συγγραφέας ο οποίος καταγράφει μεταξύ άλλων ότι ο Μπράντοκοιμήθηκε με την Γκρέις Κέλυ την παραμονή της απονομής των βραβείων Όσκαρ το 1955, οπότε και οι δυο έφυγαν με το χρυσό αγαλματάκι (ο Μπράντο για το ρόλο του στο "Λιμάνι της αγωνίας" και η Κέλυ για την ερμηνεία της στη "Χωριατοπούλα"). Στη λίστα του Μπράντο αναφέρονται η Γκρέτα Γκάρμπο, η Μπέτι Ντέϊβις, η Τζόαν Κρόφορντ, η Ελίζαμπεθ Τέιλορ, η Άβα Γκάρντνερ, η Άννα Μανιάνι καθώς και "δύο πρώτες κυρίες των ΗΠΑ", μια αναφορά σκοπίμως... κίτρινη είναι προφανές ότι πρόκειται για την Τζάκι Κένεντυ η οποία μέσω του κουνιάδου της Πίτερ Λόφορντ είναι φυσιολογικό να είχε σχέσεις με τον κόσμο του Χόλιγουντ καθώς και την τότε ηθοποιό Νάνσυ Ρίγκαν. Ο συγγραφέας υποστηρίζει επίσης ότι η ερωτική οδύσσεια του Μπράντο συνεχίστηκε στο Παρίσι. Αφού απέρριψε τις ερωτικές προτάσεις της Μπριζίτ Μπαρντό με τη
δικαιολογία ότι "ήταν απλώς άλλη μία γοητευτική κοπελίτσα, αλλά τίποτα παραπάνω", όπως εξομολογείται ο σύζυγος της Ροζέ Βαντίμ, έστρεψε το ερωτικό του ενδιαφέρον στη μεσήλικη Έντιθ Πιαφ. Την πρώτη νύχτα που τον κάλεσε στο διαμέρισμα της έκανε το λάθος να γδυθεί και να πέσει από τα πρώτα δέκα λεπτά στο κρεβάτι: "Νόμιζα ότι ήθελε να δοκιμάσει το ευγενές μου εργαλείο, αλλά μάλλον ήθελε μια πιο ευγενική προσέγγιση", όπως ισχυρίστηκε κατόπιν εκείνος για τη νύχτα εκείνη που τον πέταξε γυμνό έξω από το σπίτι της. Την επόμενη ημέρα όμως του τηλεφώνησε, του τραγούδησε το "La vie en rose" και προσφέρθηκε να τον βγάλει έξω στα παρισινά κλαμπ. Νωρίς το πρωί κατέληξαν στο κρεβάτι της, απ' όπου ο Μπράντο σηκώθηκε το επόμενο μεσημέρι "φοβισμένος νομίζοντας ότι η Πιαφ είχες πάθει κάτι. Έμοιαζε τόσο ευάλωτη και χλωμή μέσα στο μικροσκοπικό της
κορμάκι". Ο Μπράντο είχε πολλές ερωτικές περιπέτειες με μεγαλύτερες
γυναίκες, κάτι που κατά τον συγγραφέα, πηγάζει από το "οιδιπόδειο
σύμπλεγμα που είχε απέναντι στη μητέρα του", την Ντόροθυ Μπράντον. Υπό αυτό το πρίσμα γίνεται κατανοητή η επίδραση που είχε πάνω του "η ηλικιωμένη Μαρλέν Ντίτριχ η οποία τον αποπλάνησε".

Η βιογραφία αναφέρεται επίσης εκτενώς στη φιλία του Μάρλονμε τον Ρίτσαρντ Μπάρτον, τον Τσάρλι Τσάπλιν και τον Μάικλ Τζάκσον καθώς και στην περίεργη σχέση του με την κόρη του Τσεγέν η οποία αυτοκτόνησε τον Απρίλιο του 1995 σε ηλικία 25 ετών, πέντε χρόνια μετά τη δολοφονία του εραστή της από τον ετεροθαλή αδελφό της, Κρίστιαν. Το κείμενο συνοδεύεται από σπάνιο φωτογραφικόυλικό, από την αρχή της καριέρας ως το θάνατο του. Λίγο προτού πεθάνει εξομολογήθηκε στον Πόρτερ: "Καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής μου αναζήτησα, αλλά δεν βρήκα ποτέ μου όλα εκείνα που έψαχνα. Η ζωή μου υπήρξε τελικώς λαμπερή, αλλά εξαιρετικά ταραχώδης και ανικανοποίητη."

BRANDO DECODED


     Darwin Porter, the author of the famous Frommer travel guides and veteran Hollywood reporter, did a lot of work. Whether is excellent, is difficult to judge since the American researcher dealt with a celebrity life which had so much shine and shadows.


     If Marlon Brando lived today he would be 92 years old- he was born in Nebraska of the United States on April 3, 1924 and died on July 1, 2004.
Porter, after thoroughly investigating every aspect of the life of Brando he
wrote, if not the most complete, certainly the most revealing biography of the great actor, labeled “Brando Unzipped”. Porter has devoted many years to research the life of Brando. He interviewed friends and mere acquaintances, mistresses and lovers, colleagues and followers of Brando, leading to the construction of the the length of a social and sexual life of a man whose life had the same animal-like intensity to the role of Stanley Kowalski in “A Streetcar Named Desire” and had a route from apotheosis to decline-and in both cases in the maximum possible scale: from sex symbol of 1950 to a swollen with fat hull, who in the last years of his life occupied more the tabloid sensationalist than the cinematographic forms. It is however true that Porter succumbs to the temptation of sensationalism, and the 642 pages of the book appear in several points
more of a well-written stapling gossip, tabloid publications and allegations of Brando himself, rather than a thorough investigation. What shocks me most, however, is not the presentation of Brando as a rampant hedonist, but the dismantling of the whole bright world of Hollywood, which is described in sex terms, lust and sin, a dark literary stylization made popular by James Ellroy with his tetralogy for Los Angeles. The biography focuses on the fact that Brando used his electric charm to satisfy his insatiable appetite for sex as much as possible. Without saying it boldly, Porter leads indirectly to the conclusion that Brando suffered from a form of satyriasis, an overpowering need for as many sexual encounters as possible during the day. One of his first friends, Geraldine Page, says to the author: “Brando was like a dog: one moment he peed under a tree, the other moment he did it next to a bench. He did not care for anything; he simply had to find his daily meat”.

     With loose morals and constantly shocking his surroundings with his acts, he appeared in interviews scratching his private parts and allowing gases to be released from various orifices of his body, he left the set unexpectedly, he spoke with obscenities, he was arrested because he urinated in public and in his interviews he referred to his penis as “my noble tool”. In the decade of 1960 he had said that he is very happy that his posters adorn the walls of so many famous homosexuals, like Truman Capote and Tennessee Williams. In the book he extensively refers to the passion of Tennessee Williams for Brando, which had begun “a night on a lonely beach in Princetown” during WWII. The impact of Brando in the film circles of homosexuals was exceptionally warm, argues the author. Among those who shared the bed with him include, according
to the book, his two main rivals in the 50's, James Dean and Montgomery Clift. With the last one, Brando once bet to run naked on Wall Street, the busiest street in New York. When in 1946 he first appeared on Broadway in the play “A Flag is born”, the teacher and actress Stella Adler said that “this young man must have had sex with half of the Jews of New York.” In the movie “The wild one” which made him a sex symbol, the director Laszlo Benedek caught him one day backstage with a young Mexican
actor who impersonated a member of the gang. For the needs of the film “The men” by Fred Zinnemann where he impersonated a paraplegic Vietnam veteran, he visited a hospice paraplegic and entered into a relationship with a patient and some people from the film “Sayonara” claim that he had sex with almost all the Japanese extras who participated in the film. While shooting “A streetcar named desire”, he entered into relations with both Vivien Leigh and with her husband
Laurence Olivier. David Niven characteristically recalls: “I had seen Marlon and Laurence bathe naked in the pool and kissing passionately. I went in and I found Leigh standing with apathy. I think he knew what was going on outside, but none of us mentioned the incident.” According to Porter, two were the important people at the beginning of his career: one was the actor, lover and roommate, Wally Cox, for whom Marlon had once admitted that “if Wally had been a woman, I'd marry him and we would live happily”. The other person was Marilyn Monroe, whom he “shopped” for the first time in 1946 in a bar for $ 15 and
afterwards he took her to his apartment, as his best friend Carlo Fiore confessed.
The fact that Monroe was paid for sex at the beginning of her career is also confirmed by her housekeeper Lena Pepitone: “She liked making money for $ 15 and she also hustled in Hollywood, but not for money but for food”. At the height of the career and charm of Brando, “the list of his erotic partners was the “who is who” of the cultural elite of Hollywood”, says the author who records, among others, that Brando slept with Grace Kelly on the eve of the Oscar awards in 1955, when the two left with the gold statuette (Brando for his role in “On the waterfront” and Kelly for the interpretation of the “The County Girl”). In Brando’s list there are also referred Greta Garbo, Bette Davis, Joan Crawford, Elizabeth Taylor, Ava Gardner, Anna Magnani and “the two first ladies of the United States”, a reference deliberately ... yellow, it is obvious that
this is Jackie Kennedy who through her brother in law Peter Loforte it is
normal to have relations with the world of Hollywood and the actress Nancy Reagan. The author also argues that the erotic odyssey of Brando continued in Paris. After rejecting the sexual advances of Brigitte Bardot on the grounds that “it was just another charming young girl, but nothing more”, as her husband Roger Vadim confesses, he turned his erotic interest to the middle-aged Edith Piaf. On the first night that she invited him in her apartment he made the mistake to strip naked and fall in bed since the first ten minutes: “I thought she wanted to try my noble tool, but she rather wanted a more gentle approach” he claimed for that night that she threw him naked out of her house.
But the next day she called him, she sang “La vie en rose” and she offered to take him out to the Parisian clubs. Early in the morning they came to bed together, from where Brando got up the next afternoon “scared thinking that Piaf was harmed. She looked so vulnerable and pale in her tiny little body”. Brando had numerous love affairs with older women, which according to the author, comes from the “Oedipus complex that he had towards his mother”, Dorothy Brandon. In this context it is understood the effect that “the old Marlene Dietrich who seduced him” had on him.

The biography is also extensively referring on Marlon’s friendship with Richard Burton, Charlie Chaplin and Michael Jackson and the strange relationship with his daughter Cheyenne, who committed suicide in April 1995 at the age of 25, five years after the murder of her lover by her half-brother, Christian. The text is accompanied by rare photographs from the beginning of his career until his death. Shortly before he died he confessed to Porter: “Throughout my life I searched, but I never found all that I was looking for. My life was finally glowing, but extremely hectic and unsatisfied.”