Χαρίστε της αυτό το βαλς


Εμφανίστηκε πρόωρα και έζησε γρήγορα. Η εποχή ήταν κάπως ακατάλληλη για έξυπνα, δυναμικά, προικισμένα αγοροκόριτσα σαν εκείνη. Διέθετε χάρη, ταλέντα, επικοινωνιακό χάρισμα, αλλά ασφυκτιούσε ζώντας στη σκιά του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ. Ακόμα και οι λογοτεχνικές της επιδόσεις επισκιάστηκαν από τις δικές του. Η πίεση, τα άγχη και οι ανασφάλειες της, σε συνδυασμό με τις παροιμιώδεις κραιπάλες του ζεύγους, συνέβαλαν τελικά στην έξαρση της ψυχικής της νόσου. Η Ζέλντα υπήρξε πάντως καλλονή, ίνδαλμα, πνεύμα ανήσυχο και καινοτόμο. Εκείνη και ο σύζυγος της Σκοτ ενέπνευσαν θεατρικά έργα, ταινίες, μιούζικαλ, βιβλία -με πλέον πρόσφατο το μυθιστόρημα "Ζέλντα - Σκοτ Φιτζέραλντ" της Ανιές Μισό (εκδόσεις Κέδρος).


Υπερδραστήρια, υπερκινητική, τσαχπίνα, η Ζέλντα ήταν "διάολος" από πιτσιρίκα - ένα μέρος της ενεργητικότητας της το εκτόνωνε στο μπαλέτο. Στο Λύκειο παρότι έξυπνη, αδιαφορούσε για τα μαθήματα -προτιμούσε τις εξόδους, τα πάρτι και τα αγόρια. Το αντισυμβατικό πνεύμα της δεκαετίας του 1920 βρήκε λοιπόν σε αυτήν τον ιδανικό εκφραστή. Έπινε, κάπνιζε, μιλούσε μόρτικα, ντυνόταν έξαλλα, έκανε κοντολογίς ό, τι μπορούσε προκειμένου να διασύρει το καλό όνομα της οικογένειας της. Ήταν πράγματι "το κατεξοχήν αμερικανικό αγοροκόριτσο", όπως την κολάκευε ο σύζυγος της Σκοτ Φιτζέραλντ.


Γεννήθηκε στο Μοντγκόμερι της Αλαμπάμα στις 24 Ιουλίου 1900. Ήταν το μικρότερο από τα έξι παιδιά του δικαστή Έντουαρντ Σάιρ, ο οποίος σπάνια προλάβαινε να ασχοληθεί μαζί τους -ουσιαστικά τα μεγάλωσε η μητέρα τους, η Μίνι. Εκείνη βάφτισε το στερνοπαίδι τους Ζέλντα, δίνοντας του το όνομα τσιγγάνας πριγκίπισσας παιδικού παραμυθιού. Έπεσε διάνα. Η μικρή έμελλε να ζήσει ζωή παραμυθένια, θυμίζοντας άλλοτε πριγκίπισσα και άλλοτε τσιγγάνα. Δυστυχώς σε αντίθεση με τα παραμύθια η ιστορία της δεν είχε happy end...


Ο Σκοτ Φιτζέραλντ υπηρετούσε σε ένα στρατόπεδο κοντά στο Μοντγκόμερι όταν την γνώρισε, στις αρχές του 1918. Την είδε να χορεύει στο κλαμπ της περιοχής, έχοντας όλα τα φανταράκια στα πόδια της. Εκείνος όμως διέφερε -είχε τύπο, ευφράδεια, αύρα. Σύντομα την αποκαλούσε "μωράκι" και εκείνη τον προσφωνούσε "Κύριο Νότο". Μόλις απολύθηκε, της ζήτησε να τον ακολουθήσει στη Νέα Υόρκη, αλλά εκείνη δίστασε. Έπρεπε αφενός να την πείσει για τους σκοπούς του και αφετέρου να σταθεί στα πόδια του οικονομικά. Έφυγε μόνος αλλά δεν σταμάτησε να της γράφει. Τον Μάρτιο του 1920 εξέδωσε το μυθιστόρημα "This side of paradise", το οποίο έμελλε να αποτελέσει το μοναδικό αδιαμφισβήτητο μπεστ σέλερ του. Τον ίδιο μήνα έστειλε στη Ζέλντα το δαχτυλίδι της μητέρας του, εκείνη το φόρεσε, πήγε να τον βρει και τον παντρεύτηκε τον Απρίλιο. "Εκείνη αγαπά τη γεύση του αλκοόλ πάνω στα χείλη μου. Εγώ λατρεύω τις ψευδαισθήσεις της", έγραψε τρυφερά ο Σκοτ.


Με τη μεγάλη επιτυχία του πρώτου μυθιστορήματος, τα δολάρια ρέουν και τα αδηφάφα φώτα της δημοσιότητας εστιάζουν στο νεαρό ζευγάρι. Εκείνοι είναι όμορφοι, κομψοί, φωτογενείς. Έχουν ταλέντο, στυλ, άποψη. Κατεβάζουν μια μπανιέρα σαμπάνια δίχως καν να ζαλίζονται. Το σπίτι τους στη Νέα Υόρκη γίνεται κέντρο διερχομένων, διασήμων και μη. Οι Φιτζέραλντ ανταποκρίνονται άψογα στο ρόλο τους ως διασημότητες της λεγόμενης "εποχής της τζαζ". Νιώθουν στο στοιχείο τους περιφερόμενοι σε μπαρ, κλαμπ, πάρτι και κοσμικές συνάξεις. Το τέλος μιας τέτοιας βραδιάς βρίσκει συχνά τη Ζέλντα να χορεύει ξυπόλητη πάνω σε κάποιο τραπέζι. Τα επόμενα μυθιστορήματα του Σκοτ ("Όμορφοι και καταραμένοι" , "Ο υπέροχος Γκάτσμπι"), καθώς και τα διηγήματα που δημοσιεύει ο συγγραφέας σε μηνιαία περιοδικά, αντανακλούν τον ευδαιμονισμό των ημερών. Η Ζέλντα ενσαρκώνει τις ανεξάρτητες απελευθερωμένες ηρωίδες που περιέχονται σε αυτά, αλλά και πολλές σύγχρονες της γυναίκες.


Δυστυχώς η φήμη σύντομα έδειξε την αλγεινή πλευρά της. Η Ζέλντα άρχισε να φθονεί την επιτυχία του Φιτζέραλντ, καθώς και η ίδια επιθυμούσε διακαώς να γίνει συγγραφέας. Τον κατηγορούσε εξάλλου ότι αντέγραφε συστηματικά από εκείνη ιδέες και γραπτά. "Η λογοκλοπή αρχίζει από το σπίτι", έλεγε χαρακτηριστικά. Φοβόταν επίσης ότι ο σύζυγος της την απατούσε. Από την άλλη, ο Σκοτ ενοχλούνταν από τα επίμονα αρσενικά βλέμματα που εκείνη τραβούσε επάνω της σε κάθε έξοδο και από τη συνήθεια της να κλέβει την παράσταση όποτε έβγαιναν. Με τον καιρό οι καβγάδες τους γίνονταν ολοένα και συχνότεροι, ολοένα βιαιότεροι - σε έναν από αυτούς η Ζέλντα παραλίγο να χάσει το μάτι της. Ούτε τα χρήματα τους απασχολούσαν πλέον. Άλλωστε ο κοσμοπολίτικος, εξεζητημένος τρόπος ζωής τους δεν άφηνε περιθώρια για οικονομίες. Έτρωγαν, έπιναν, ψώνιζαν, διασκέδαζαν στα καλύτερα μέρη και ταξίδευαν πολύ. Ο Σκοτ συναλλασσόταν μέχρι και με προσωπικό λαθρέμπορο αλκοόλ - στις ΗΠΑ ίσχυε τότε η ποτοαπαγόρευση.


Περνούσαν τον περισσότερο χρόνο τους στη Νέα Υόρκη και στη Γαλλία. Η πόλη του Φωτός και η μεσογειακή Ριβιέρα αποτελούσαν μαγνήτη για όλη τη λεγόμενη "χαμένη γενιά" του Μεσοπολέμου, στην οποία ανήκαν μεταξύ άλλων πολλοί φίλοι τους -η Γερτρούδη Στάιν, η Γκλόρια Σουάνσον, ο Τζέιμς Τζόις, ο Τζον Ντος Πάσος, η Ρεμπέκα Ουέστ. Φυσικά στην τελευταία κατηγορία ανήκε και ο Έρνεστ Χέμινγουεϋ, ο οποίος έγινε από νωρίς κολλητός του Σκοτ σε τέτοιο βαθμό, ώστε η Ζέλντα έφτασε να τους κατηγορήσει ότι είχαν κρυφό ερωτικό δεσμό! Η μόνη σχετική παρασπονδία, ωστόσο, μάλλον συνέβη κάποιο μεθυσμένο βράδυ στο Παρίσι, οπότε οι δυο άντρες συνέκριναν "τρεκλίζοντας" τα προσόντα τους καθώς ουρούσαν στην τουαλέτα ενός κλαμπ. Η Ζέλντα αντιπάθησε τον Χέμινγουεϋ εξαρχής. Απορούσε πως ένα "νευρωτικό και υπερευαίσθητο άτομο" όπως ο άντρας της τον έκανε παρέα. Η ίδια τον αποκαλούσε "ψώνιο", "κάλπικο" και "πλαστογραφημένο τσεκ επιταγών". Αργότερα, μάλιστα, η ζήλια της για τον Σκοτ κατάντησε παθολογική. Σύμφωνα με μαρτυρίες, σε κάποιο πάρτι κατακρύλισε επίτηδες από τις σκάλες για να τραβήξει την προσοχή του, όταν τον είδε να χαριεντίζεται με την Ισιδώρα Ντάνκαν.


Η γέννηση της μονάκριβης κόρης τους το 1921 ελάχιστα συνέβαλε στην ηρεμία του ζευγαριού. Η Ζέλντα φρόντιζε την "όμορφη, μικρή βλαμμένη" της όσο μπορούσε, αλλά βασικά η Σκότι (που πολύ αργότερα έγινε συγγραφέας, δημοσιογράφος και σημαίνον στέλεχος του Δημοκρατικού Κόμματος) μεγάλωσε με παραμάνες. Επιπλέον, κάποια στιγμή, άρχισαν οι απιστιές της Ζέλντα και τελικά μια σύντομη σχέση πάθους με νεαρό γάλλο πιλότο το 1924 ξεχείλισε το ποτήρι. Ο Σκοτ άρχισε να την κλειδώνει στο σπίτι και να απομονώνεται στο γραφείο του. Η Ζέλντα αναζήτησε παρηγοριά στη συγγραφή, αλλά τα περισσότερα διηγήματα της "δημοσιεύτηκαν με το όνομα του Σκοτ ή χα΄θηκαν μυστυριωδώς". Για να καταπολεμήσει τις νευρικές κρίσεις της, προσπάθησε να επιστρέψει στην παιδική της αγάπη, το μπαλέτο. Θέλοντας όμως να κερδίσει το χαμένο χρόνο, υποβλήθηκε σε ένα ιδιαίτερα εξαντλητικό πρόγραμμα, που την στέγνωσε ψυχικά και σωματικά. Στα 27 της ήταν εξάλλου "υπερήλικη" για μπαλαρίνα.
Κάποια στιγμή άρχισε να καταριέται τον εαυτό της επειδή "κάποτε εγκατέλειψε το χορό εξαιτίας του Φιτζέραλντ". Οι κρίσεις της απέκτησαν μεγαλύτερη ένταση και διάρκεια. Οι εμμονές της έγιναν βασανιστικές. Της διέγνωσαν σχιζοφρένεια. Έτσι, η κάποτε απαστράπτουσα κυρία Ζέλντα Φιτζέραλντ πέρασε την υπόλοιπη ζωή της μπαινοβγαίνοντας σε κλινικές και ιδρύματα της Γαλλίας, της Ελβετίας και των ΗΠΑ. Πολύ αργότερα πάντως, ο τελευταίος θεράπων ιατρός της δήλωσε ότι οι κύριες αιτίες της νευρικής της κατάρρευσης ήταν η συμπεριφορά του άντρα της και η λανθασμένη θεραπευτική αγωγή που της επιβαλλόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα.


Ο Φιτζέραλντ επηρεάστηκε βέβαια βαθύτατα από τη ψυχική κατάσταση της γυναίκας του. "Υπήρξαμε ευτυχισμένοι χιλιάδες φορές... Ίσως ξανάρθει και για εμάς η άνοιξη, αν πιστέψουμε τα λαϊκά τραγούδια. Όμορφε κύκνε, ανάλαφρα να αρμενίζεις. Σ' αγαπώ", της έγραψε το 1932. Η ασθένεια της έγινε βασικό θέμα του τέταρτου μυθιστορήματος του "Τρυφερή είναι η νύχτα" (1934). Ίσως έτσι προσπάθησε να ξορκίσει το κακό. Όμως το βιβλίο -όπως και τα επόμενα του- δε σημείωσαν την εμπορική επιτυχία του παρελθόντος και γρήγορα ο ίδιος "πάτωσε" οικονομικά. Οι στεναχώριες και οι καταχρήσεις τον κατέβαλαν. Άρχισε να θεωρεί τον εαυτό του αποτυχημένο συγγραφέα και άνδρα. Τελικά αποφάσισε να συνεχίσει τη ζωή του χωρίς τη Ζέλντα. Το 1937 υπέγραψε στην εταιρία Metro-Goldwyn-Mayer, προκειμένου να εργαστεί ως σεναριογράφος στο Χόλιγουντ. Την ίδια χρονιά συνδέθηκε ερωτικά με τη Σίλα Γκρέιαμ, γνωστή δημοσιογράφο του κουτσομπολίστικου κινηματογραφικού ρεπορτάζ. Συγκατοίκησαν και εκείνος ρίχτηκε στο γράψιμο με νέα πνοή, ώσπου τον πρόδωσε η καρδιά του. Πέθανε στις 21 Δεκεμβρίου 1940, σε ηλικία μόλις 44 ετών, προτού προλάβει να ολοκληρώσει το πέμπτο του μυθιστόρημα "Ο τελευταίος μεγιστάνας".


Αν και ο Σκοτ αραίωσε τις συναντήσεις του με τη Ζέλντα από το 1937, εκείνη συνέχισε να αλληλογραφεί μαζί του μέχρι το θάνατο του. Τη δεκαετία του 1930, στα φωτεινά της διαλλείματα, η Ζέλντα ζωγράφιζε αφηρημένους πίνακες, πορτρέτα, απόψεις της Νέας Υόρκης -δυστυχώς τα περισσότερα έργα της καταστράφηκαν από μια σημαδιακή όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, πυρκαγιά που εκδηλώθηκε το 1934 στο σπίτι των Φιτζέραλντ. Κατά περιόδους έγραφε πυρετωδώς. "Συγκεντρώνω τα πάντα σε ένα μεγάλο σωρό με την επιγραφή "παρελθόν" και, αδειάζοντας το βαθύ ρεζερβουάρ που ήταν κάποτε ο εαυτός μου, συνεχίζω", σημείωσε. Τελικά μπόρεσε να ολοκληρώσει και να εκδώσει ένα μόνο μυθιστόρημα - "Χαρίστε μου το βαλς" (1932). Πολύ αργότερα άρχισε ένα δεύτερο πεζογράφημα, αλλά την πρόλαβε ένα φρικτό και μυθιστορηματικό τέλος. Στις 10 Μαρτίου 1948, στο Άσβιλ της Β. Καρολίνα, το ίδρυμα όπου νοσηλευόταν άρπαξε φωτιά και η άτυχη γυναίκα πέθανε δύο χρόνια πριν κλείσει τα 50.

                                                                       


                                                                            Save her this waltz


She appeared prematurely and lived fast. The era was somewhat inappropriate for smart, dynamic, gifted tomboys like her. She had grace, talent, communication charisma, but she suffocated living in the shadow of Francis Scott Fitzgerald. Even her literature performance was overshadowed by his. The pressure, the stresses and the uncertainties in conjunction with the proverbial binge of the couple ultimately contributed to the rise of a mental disease. Zelda was however a beauty, an idol, a restless and innovative spirit. She and her husband Scott inspired plays, movies, musicals, books -with latest the novel “Zelda - Scott Fitzgerald” by Agnes Michaux (Kedros Publications).
Overactive, hyperactive, dapper, Zelda was a “devil” since very young - a part of her vigor she vented it in ballet. In high school, although intelligent, she didn’t care for the lessons –she preferred going out, partying and boys. The unconventional spirit of the 1920s found in her the ideal exponent. She drank, smoked, she talked swaggy, she dressed sexy, in short she did everything she could to malign the good name of the family. She was indeed “the quintessentially American tomboy” as her husband Scott Fitzgerald was flattering her.


She was born in Montgomery, Alabama, on July 24, 1900. She was the youngest of the six children of the Judge Edward Shire, who rarely had time to deal with them – they were raised by their mother, Mini. She christened their youngest child Zelda, giving her the name of a gypsy princess from a children's fairy tale. She hit the bull’s eye. The young girl was to live a fairytale life, sometimes reminding of a princess and sometimes of a gypsy. Unfortunately unlike fairy tales, the story had no happy end...


Scott Fitzgerald served in an army camp near Montgomery when he met her, at the beginning of 1918. He saw her dancing in clubs in the area, having all the soldiers at her feet. But he was different – he had a type, fluency, an aura. Soon he called her “baby” and she called him “Mr. South”. Once he fulfilled his military service, he asked her to follow him to New York, but she hesitated. He had first to convince her about his purposes and also stand on his feet financially. He left alone, but did not stop writing to her. In March 1920 he published the novel “This side of paradise”, which was to become his only undisputed bestseller. In the same month he sent to Zelda his mother's ring, she wore it; she went to find him and they got married in April. “She loves the taste of alcohol on my lips. I love her illusions”, Scott wrote tenderly.


With the great success of the first novel, the dollars flow and the voracious spotlight focused on the young couple. Those are beautiful, elegant, and photogenic. They have talent, style, a point of view. They drink a load of champagne without even getting dizzy. Their house in New York City is the transit center for famous people and not. Fitzgerald respond flawlessly in their role as celebrities of the so called “jazz era”. They feel “at home” when wandering in bars, clubs, parties and secular gatherings. The end of such an evening often finds Zelda dancing barefoot on a table. Subsequent novels of Scott (“Beautiful and damned”, “The Great Gatsby”) and the short stories published by the author in monthly magazines, reflect the days of eudemonism. Zelda embodies independent liberated heroines contained therein, as well as many modern women.


Unfortunately the fame soon showed her noxious side. Zelda started envying the success of Fitzgerald, and she wanted desperately to be a writer. She also accused him that he systematically copied her ideas and writings. “The plagiarism begins at home”, she characteristically said. She also feared that her husband was cheating on her. On the other hand, Scott was bothered by the persistent male glances on her every time they went out and by her habit of always stealing the show. With time their quarrels were becoming more frequent, more violent - in one of them Zelda nearly lost her eye. Neither did they care about money anymore. Besides, the cosmopolitan, sophisticated way of life left no room for economies. They ate, drank, shopped, and amused themselves at the best places and traveled a lot. Scott even smuggled alcohol - in the US alcohol was forbidden at the time.


They spent most of their time in New York and France. The City of Light and the Mediterranean Riviera were a magnet for all the so-called “lost generation” of the thirties, which included many of their friends -the Gertrude Stein, Gloria Swanson, James Joyce, John Dos Passos, Rebecca West. Of course the latter category included Ernest Hemingway, who early became a good friend of Scott to such an extent that Zelda blamed them that they had a secret love affair! The only relevant default, however, probably happened on a drunken night in Paris, when the two men compared their qualifications as they peed at the toilet of a nightclub. Zelda disliked Hemingway since the very beginning. She wondered how a “neurotic and hypersensitive person” like her husband could hang out with him. She called him a “sucker”, a “phony” and a “forged checkbook”. Later, her jealousy for Scott ended up being pathological. According to reports, at a party she fell on purpose from the stairs to get his attention when she saw him being playful with Isadora Duncan.


The birth of their only daughter in 1921 did little to calm the couple. Zelda looked after the “beautiful little stupid” as much as possible, but basically Scotty (who much later became a writer, journalist and prominent member of the Democratic Party) was raised by nannies. Moreover, at some point, Zelda started cheating and finally a brief passionate affair with a young French pilot in 1924 was the straw that broke the camel’s back. Scott started locking her at home and being isolated in his office. Zelda sought for solace in writing, but most of her stories “were published under the name of Scott or were mysteriously lost”. To combat the nervous crises, she tried to return to her childhood love, ballet. But wanting to win the lost time she got a very exhaustive program that dried her mentally and physically. At 27 she was also an “elder” for a ballerina.


Eventually she began to curse herself because “once she left dancing because of Fitzgerald”. Her crises acquired greater intensity and duration. The obsessions became excruciating. She was diagnosed with schizophrenia. Thus, the once glittering lady Zelda Fitzgerald spent the rest of her life in and out of clinics and institutions in France, Switzerland and the USA. The latter doctor, however, much later, stated that the main causes of the nervous collapse was the behavior of the husband and the wrong treatment that had been imposed for a long time.


Fitzgerald was certainly deeply influenced by the mental state of his wife. “We were happy a thousand of times... Maybe spring will come back for us, if we believe in the folk songs. Beautiful swan, may you sail lightly. I love you”, he wrote to her in 1932. The disease was a key theme of the fourth novel “Tender is the night” (1934). Maybe in this way he tried to exorcise evil. But the book -as well as the following ones- didn’t have the commercial success of the past and he quickly broke economically. He got overwhelmed by grief and abuses. He began to consider himself as a failed writer and man. Finally he decided to continue his life without Zelda. In 1937 he signed with Metro-Goldwyn-Mayer Company in order to work as a screenwriter in Hollywood. In the same year he had a love affair with Sheila Graham, renowned journalist of gossip cinematic reportage. They cohabited and he threw himself into writing having a new life, until he was betrayed by his heart. He died on December 21, 1940, at the age of 44, before he could complete his fifth novel “The Last Tycoon”.


Although Scott had reduced his meetings with Zelda since 1937, she continued writing to him until his death. In the 1930s, in her enlightened breaks, Zelda painted abstract paintings, portraits, views of New York - unfortunately most of her projects were destroyed by a significant, as it turned out to be subsequently, fire which occurred in 1934 in the house of Fitzgerald. At times she wrote feverishly. “I collect everything in one big pile marked as “past” and by emptying the deep tank that was once myself, I continue”, she said. Finally she was able to complete and publish a single novel – “Save me the Waltz” (1932). Much later she began a second prose, but she got a horrible and fictional end. On March 10, 1948, in Asheville of South Carolina, the institution where she was hospitalized got on fire and the unfortunate woman died two years before 50.